Η απειλή του Ντόναλντ Τραμπ για αύξηση των δασμών στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα προκαλεί αναταράξεις στη συμφωνία Turnberry, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να αναζητά απαντήσεις και τρόπους προστασίας της συμφωνίας ώστε να αποφύγει την κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου. O Τραμπ εμφανίζεται δυσαρεστημένος με τη στάση της Ευρώπης στον πόλεμο του Ιράν, ιδίως με τη γραμμή που ακολουθεί η Γερμανία.
Η ένταση στις διατλαντικές σχέσεις επανέρχεται στο προσκήνιο, με τους δασμούς να μετατρέπονται από τον Τραμπ σε όπλο γεωπολιτικής πιέσης στην Ευρώπη, με αιχμή χώρες που δεν τάσσονται στο πλευρό του στον πόλεμο του Ιράν. Η κόντρα Τραμπ-Μερτς ενσαρκώνει αυτή τη διαμάχη στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, με τη Γερμανία να επιχειρεί να ισορροπήσει μεταξύ διπλωματίας και εθνικών συμφερόντων.
Η εμπορική συμφωνία που επετεύχθη στο Turnberry της Σκωτίας βρίσκεται πλέον σε κρίσιμο σημείο, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ απειλεί να ανατρέψει βασικούς όρους της. Η αιφνιδιαστική ανακοίνωση για αύξηση των δασμών στις εισαγωγές ευρωπαϊκών αυτοκινήτων και φορτηγών στο 25% έχει προκαλέσει σοβαρή αναστάτωση στις Βρυξέλλες.
Ο Αμερικανός πρόεδρος κατηγορεί την Ευρωπαϊκή Ένωση για καθυστερήσεις στην εφαρμογή της συμφωνίας, η οποία είχε αρχικά βασιστεί σε δασμούς της τάξης του 15%. Ωστόσο, η ευρωπαϊκή πλευρά επισημαίνει ότι η διαδικασία προχωρά κανονικά, με τις απαιτούμενες διαβουλεύσεις μεταξύ Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ευρωκοινοβουλίου και κρατών-μελών, μεταδίδει το Politico.
Ο πρόεδρος της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Μπέρντ Λάνγκε, κατηγόρησε ανοιχτά την Ουάσιγκτον για παραβίαση δεσμεύσεων, επισημαίνοντας ότι οι νέοι δασμοί υπονομεύουν την αξιοπιστία της συμφωνίας.
Είναι πλέον δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς σε ποιο στάδιο βρίσκεται ο εμπορικός πόλεμος, ωστόσο φαίνεται πως, περισσότερο από έναν χρόνο μετά την αποκαλούμενη «Ημέρα Απελευθέρωσης», η εμπορική σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ και Ευρωπαϊκής Ένωσης επιστρέφει στο προσκήνιο.
Το εμπόριο αποτελεί ένα από τα βασικά ζητήματα που οι Ευρωπαίοι θα επιθυμούσαν να έχουν οριστικά διευθετήσει και να μην επανέλθουν σε αυτό — ίσως μόνο το θέμα της δέσμευσης των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ να βρίσκεται υψηλότερα στη σχετική λίστα ανησυχιών, αναφέρουν αναλυτές στο Bloomberg.
Ωστόσο, με μια απλή ανάρτηση στην πλατφόρμα Truth Social, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, επανέφερε στο τραπέζι την επιβολή δασμών 25% στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα. Όπως συμβαίνει συχνά, τα ερωτήματα είναι περισσότερα από τις απαντήσεις. Δύο, όμως, είναι τα βασικά: τι επιδιώκει πραγματικά ο Τραμπ και ποια θα πρέπει να είναι η απάντηση της Ευρώπης.
Οι δασμοί ως εργαλείο πολιτικής πίεσης
Η κρίση γύρω από τους δασμούς δεν περιορίζεται στο εμπόριο, αλλά συνδέεται άμεσα με ευρύτερες γεωπολιτικές εντάσεις. Σύμφωνα με τον Ιταλό ευρωβουλευτή των Σοσιαλιστών Μπράντο Μπενιφέι που μίλησε στο Politico, ο Τραμπ εμφανίζεται δυσαρεστημένος με τη στάση της Ευρώπης στον πόλεμο του Ιράν, ιδίως με τη γραμμή που ακολουθεί η Γερμανία.
Η σύνδεση εμπορικής πολιτικής και εξωτερικής στρατηγικής καταδεικνύει ότι οι δασμοί χρησιμοποιούνται ως μοχλός πίεσης προς την Ευρώπη, με στόχο την αναθεώρηση πολιτικών θέσεων σε κρίσιμα διεθνή ζητήματα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Γαλλία έχει ήδη ζητήσει επανεξέταση της συμφωνίας, προτείνοντας την εισαγωγή «ρητρών ασφαλείας» που θα επιτρέπουν την αναστολή της σε περίπτωση μονομερών ενεργειών από τις ΗΠΑ.
Η ευρωπαϊκή απάντηση δεν είναι ενιαία. Ορισμένες χώρες, όπως η Γαλλία, υποστηρίζουν σκληρότερη στάση και ενεργοποίηση μηχανισμών αντιποίνων — ακόμη και του λεγόμενου «εμπορικού μπαζούκα».
Αντίθετα, η Γερμανία εμφανίζεται πιο επιφυλακτική, εκφράζοντας φόβους ότι μια τέτοια προσέγγιση θα οδηγήσει σε περαιτέρω κλιμάκωση. Ο Μάνφρεντ Βέμπερ, επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, υπογράμμισε ότι η ταχεία έγκριση της συμφωνίας αποτελεί τη μόνη βιώσιμη λύση, προκειμένου να περιοριστεί η αβεβαιότητα για τις επιχειρήσεις.
Η αυτοκινητοβιομηχανία της Γερμανίας, η οποία πλήττεται άμεσα από τους δασμούς, ζητά αποκλιμάκωση και άμεση εφαρμογή της συμφωνίας, προκειμένου να διασφαλιστεί η πρόσβαση στην αμερικανική αγορά.

Ντόναλντ Τραμπ – Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν © EPA/Michael Reynolds – EPA/RONALD WITTEK – PowerGame.gr
Διατλαντικές σχέσεις σε δοκιμασία
Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς επιχείρησε να μειώσει τους τόνους, επισημαίνοντας ότι η διατλαντική συνεργασία παραμένει κρίσιμη.
Ωστόσο, οι απειλές του Τραμπ για περαιτέρω απόσυρση 5.000 αμερικανικών στρατευμάτων από τη Γερμανία εντείνουν την ανησυχία. Παράλληλα, η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στη Ρώμη αποσκοπεί στην αποκατάσταση των σχέσεων με την Ιταλία και το Βατικανό, μετά από δημόσιες αντιπαραθέσεις.
Η συγκυρία χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα ευαίσθητη, καθώς οι σχέσεις Ευρώπης–ΗΠΑ δοκιμάζονται σε πολλαπλά επίπεδα, από την άμυνα έως τη διπλωματία. Η εμπορική ένταση συμπίπτει με αυξανόμενες ανησυχίες για την ασφάλεια στην Ευρώπη, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα πιθανών κινήσεων της Ρωσίας στη Βαλτική.
Σε αυτό το περιβάλλον, Φινλανδία και Σουηδία προωθούν ενίσχυση του ευρωπαϊκού αμυντικού συντονισμού, με στόχο την καλύτερη προετοιμασία της ΕΕ απέναντι σε πιθανές απειλές. Η ανάγκη για στενότερη συνεργασία με το ΝΑΤΟ και ανάπτυξη κοινών στρατιωτικών δυνατοτήτων αναδεικνύεται ως βασική προτεραιότητα.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εκφράζουν αυξανόμενη ανησυχία ότι ο Βλαντίμιρ Πούτιν ενδέχεται να θεωρήσει την παρούσα συγκυρία ως ιδανική για να κινηθεί επιθετικά. Σύμφωνα με Ευρωπαίους αξιωματούχους και ευρωβουλευτές, τα επόμενα ένα έως δύο χρόνια θα μπορούσαν να αποτελέσουν κρίσιμο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο η Μόσχα θα δοκιμάσει την προσήλωση της Δύσης στο ΝΑΤΟ, αναφέρουν στο Politico.
Η ανησυχία αυτή ενισχύεται από δύο βασικούς παράγοντες: την παρουσία του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο και την καθυστέρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ενισχύσει πλήρως τις στρατιωτικές της δυνατότητες. Παρότι ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει αποκαλύψει τα όρια της ρωσικής ισχύος, ο Ρώσος πρόεδρος έχει επανειλημμένα δείξει την πρόθεσή του να επεκτείνει την επιρροή του.
Ο Φινλανδός ευρωβουλευτής Μίκα Άαλτολα προειδοποίησε χαρακτηριστικά ότι «κάτι μπορεί να συμβεί πολύ σύντομα», επισημαίνοντας πως οι διατλαντικές σχέσεις βρίσκονται σε κρίση και η Ευρώπη δεν είναι ακόμη έτοιμη να αναλάβει πλήρως την άμυνά της.
Πούτιν, Τραμπ και οι διατλαντικές σχέσεις
Παρά τους φόβους για άμεση στρατιωτική επίθεση σε χώρα του ΝΑΤΟ, αρκετοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι ένα τέτοιο σενάριο παραμένει λιγότερο πιθανό, κυρίως λόγω της στρατιωτικής πίεσης που αντιμετωπίζει η Ρωσία στην Ουκρανία.
Αντί για μια ευθεία σύγκρουση, θεωρείται πιο πιθανό ο Πούτιν να επιλέξει στοχευμένες ενέργειες χαμηλότερης έντασης. Αυτές μπορεί να περιλαμβάνουν υβριδικές επιθέσεις ή περιορισμένες επιχειρήσεις που δημιουργούν ασάφεια ως προς το αν ενεργοποιείται το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, το οποίο προβλέπει συλλογική άμυνα.
Τέτοιου είδους κινήσεις θα μπορούσαν να προκαλέσουν εσωτερικές διαφωνίες στη Συμμαχία, υπονομεύοντας τη συνοχή της χωρίς να οδηγούν απαραίτητα σε άμεση στρατιωτική απάντηση.
Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της Λιθουανίας, Γκαμπριέλιους Λάντσμπεργκις, εκτιμά ότι ο Πούτιν θα μπορούσε να επιδιώξει «οριζόντια κλιμάκωση», δηλαδή επέκταση της έντασης σε άλλες περιοχές, ώστε να αποφύγει μια ταπεινωτική διαπραγμάτευση για την Ουκρανία.
Παράλληλα, η αύξηση των αμυντικών δαπανών στην Ευρώπη μετά το 2022 δεν έχει ακόμη αποδώσει πλήρως. Σύμφωνα με τον οδικό χάρτη αμυντικής ετοιμότητας της ΕΕ, η Ένωση στοχεύει να είναι σε θέση να αποτρέπει αξιόπιστα απειλές έως το 2030.
Ο Φινλανδός πολιτικός Βίλε Νίνιστο προειδοποιεί στο Politico ότι ακόμη και μικρές ψυχολογικές επιχειρήσεις θα μπορούσαν να αποδυναμώσουν την ευρωπαϊκή στήριξη προς την Ουκρανία, επισημαίνοντας ότι η απελπισία της Ρωσίας μπορεί να την καταστήσει πιο επικίνδυνη.
Η στάση των HPA αποτελεί καθοριστικό παράγοντα. Ο Πολωνός πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ χαρακτήρισε τη διάβρωση της διατλαντικής συμμαχίας ως τη μεγαλύτερη απειλή.

Ο Βλαντιμίρ Πούτιν © EPA/VALERIY SHARIFULIN
Η Ευρώπη προετοιμάζεται για αντίποινα – Στο τραπέζι οι δασμοί και η αβεβαιότητα
Παράλληλα, οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν πρωτοβουλία για την ασφαλή διέλευση εμπορικών πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ, εν μέσω εντάσεων στη Μέση Ανατολή, γεγονός που προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο πολυπλοκότητας στη διεθνή σκηνή.
Η Ευρώπη πάντως είναι έτοιμη να αντιδράσει σε περίπτωση που ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, προχωρήσει στην υλοποίηση της απειλής του για αύξηση των δασμών σε αυτοκίνητα και φορτηγά από την Ευρωπαϊκή Ένωση στο 25%, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Eurogroup, Κυριάκο Πιερρακάκη.
«Η πρώτη μας επιλογή είναι πάντα ο διάλογος — θέλουμε να είμαστε ένας προβλέψιμος εταίρος στη διεθνή οικονομία και πιστεύουμε στη διατλαντική σχέση», δήλωσε ο Πιερρακάκης στο Bloomberg. Ωστόσο, προειδοποίησε ότι σε περίπτωση απόκλισης από τα συμφωνηθέντα, «όλες οι επιλογές είναι στο τραπέζι».
Η αντιπαράθεση αυτή προστίθεται στις ήδη αυξημένες εντάσεις γύρω από τη μακροχρόνια καθυστερημένη εμπορική συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ. Παρότι είχε επιτευχθεί αρχική συμφωνία τον περασμένο Ιούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν έχει ακόμη επικυρώσει τη συμφωνία, επιδιώκοντας περαιτέρω τροποποιήσεις.
Πού οδηγεί η κόντρα με τη Γερμανία
Ο Τραμπ ισχυρίστηκε πρόσφατα ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει συμμορφωθεί πλήρως με τη συμφωνία, κάτι που ο Πιερρακάκης απέρριψε κατηγορηματικά. Όπως τόνισε, η ευρωπαϊκή πλευρά «έχει εκπληρώσει όλες τις προϋποθέσεις», τόσο σε επίπεδο κοινής δήλωσης όσο και σε επίπεδο νομοθετικού χρονοδιαγράμματος.
Παράλληλα, η ΕΕ εξακολουθεί να εκφράζει δυσαρέσκεια για τους αμερικανικούς δασμούς σε προϊόντα χάλυβα και αλουμινίου, καθώς σχεδόν οι μισές ευρωπαϊκές εξαγωγές στους συγκεκριμένους τομείς επιβαρύνονται πλέον με υψηλότερους δασμούς, ακόμη και μετά τις πρόσφατες αναθεωρήσεις από την αμερικανική κυβέρνηση.
Οι νέες απειλές για δασμούς αναζωπυρώνουν μια ήδη τεταμένη εμπορική διαμάχη, σε μια περίοδο όπου ο πόλεμος με το Ιράν και η άνοδος των τιμών ενέργειας επιβαρύνουν περαιτέρω την παγκόσμια οικονομία. Ο Πιερρακάκης χαρακτήρισε τη συζήτηση «αχρείαστη και δυσάρεστη», υπογραμμίζοντας ότι η παγκόσμια οικονομία δεν αντέχει επιπλέον αβεβαιότητα, ιδίως υπό το βάρος των εξελίξεων στα Στενά του Ορμούζ και τη Μέση Ανατολή.
Ο Γερμανός καγκελάριος, Φρίντριχ Μερτς, επιχείρησε να ρίξει τους τόνους στις σχέσεις με τον Τραμπ, χωρίς ωστόσο να αποκρύψει τις δυσκολίες. Μετά από επικριτικά σχόλια του Μερτς για την αμερικανική στρατιωτική δράση στο Ιράν, ο Τραμπ αντέδρασε με προσβλητικές αναρτήσεις και απειλές για απόσυρση αμερικανικών στρατευμάτων από τη Γερμανία.
«Μια καλή συνεργασία περιλαμβάνει τον σεβασμό διαφορετικών απόψεων», δήλωσε ο Μερτς, αναγνωρίζοντας ότι αυτή η ισορροπία είναι προς το παρόν εύθραυστη.

Φρίντριχ Μερτς
© EPA/HANNIBAL HANSCHKE
Στρατιωτική παρουσία και αβεβαιότητα στην Ευρώπη
Οι δηλώσεις Τραμπ για πιθανή αποχώρηση στρατευμάτων εντείνουν την αβεβαιότητα σχετικά με τη στρατιωτική ασφάλεια στην Ευρώπη. Ο Μερτς επεσήμανε ότι μέρος των αμερικανικών δυνάμεων είχε αναπτυχθεί προσωρινά επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν και ότι η πιθανή αποχώρησή τους αποτελεί αντικείμενο συζήτησης εδώ και καιρό.
Παράλληλα, η μη ανανέωση της δέσμευσης των ΗΠΑ για παράδοση πυραύλων Tomahawk στη Γερμανία δημιουργεί ανησυχίες για τα κενά αποτροπής έναντι της Ρωσίας. Το ζήτημα παραμένει στον αστερισμό της ασάφειας, καθώς το γερμανικό υπουργείο Άμυνας ξεκαθάρισε ότι δεν υφίσταται επίσημη ακύρωση του σχεδίου που είχε εγκριθεί επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν για την εγκατάσταση πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς.
Είχε προηγηθεί δημοσίευμα των New York Times ότι οι ΗΠΑ, εκτός από στρατεύματα, ενδέχεται να ακυρώσουν την προγραμματισμένη για το 2026 στάθμευση στη Γερμανία αμερικανικών πυραύλων μεγάλου Βεληνεκούς τύπου Tomahawk. Σύμφωνα με εκπρόσωπο του γερμανικού υπουργείου Άμυνας, τα σχέδια για την ανάπτυξη εξελιγμένων πυραύλων cruise, παραμένουν στο τραπέζι και δεν έχουν εγκαταλειφθεί, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να προχωρήσει τελικά η εγκατάστασή τους σε γερμανικό έδαφος.
Η απειλή νέων δασμών σε ευρωπαϊκά προϊόντα —ιδίως στα αυτοκίνητα— πλήττει άμεσα τη γερμανική οικονομία. Ο Μερτς, ωστόσο, κράτησε μετριοπαθή στάση, αναγνωρίζοντας εν μέρει την απογοήτευση των ΗΠΑ για την καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της εμπορικής συμφωνίας με την ΕΕ και την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Τόνισε ότι «οι Αμερικανοί είναι έτοιμοι, ενώ οι Ευρωπαίοι όχι», καλώντας τις Βρυξέλλες να επιταχύνουν τις διαδικασίες.
Τα ζικ-ζακ Μερτς
Παρά την κριτική που δέχεται για την ευθύτητά του, ο Μερτς ξεκαθάρισε ότι δεν σκοπεύει να αλλάξει τον τρόπο επικοινωνίας του. «Δεν θέλω να μιλάω σαν γυαλισμένη πέτρα», δήλωσε χαρακτηριστικά, υποστηρίζοντας ότι οι πολίτες αναμένουν ειλικρίνεια από τους ηγέτες τους, ακόμη κι αν αυτό προκαλεί εντάσεις.
Οι πρόσφατες δηλώσεις του σε σχολική εκδήλωση στη Γερμανία, όπου ανέφερε ότι οι ΗΠΑ «ταπεινώνονται» από το ιρανικό καθεστώς, προκάλεσαν άμεση και οξεία αντίδραση από τον Αμερικανό πρόεδρο. Παρά την ένταση, ο Μερτς επιχείρησε να υποβαθμίσει το περιστατικό, δηλώνοντας σε στρατιωτική βάση ότι οι σχέσεις με τις ΗΠΑ παραμένουν ισχυρές. Τόνισε ότι η στρατιωτική συνεργασία Βερολίνου–Ουάσιγκτον συνεχίζεται κανονικά στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, υπογραμμίζοντας ότι η ενίσχυση των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων γίνεται «προς αμοιβαίο όφελος».
Η πολιτική προσέγγιση του Μερτς βασίζεται στην αποφυγή ευθείας σύγκρουσης με τον Ντόναλντ Τραμπ, με στόχο τη διατήρηση επιρροής στις αμερικανικές αποφάσεις. Η στρατηγική αυτή αντανακλά τη βαθιά εξάρτηση της Γερμανίας από τις ΗΠΑ σε κρίσιμους τομείς, όπως η πυρηνική αποτροπή και η ανταλλαγή πληροφοριών. Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή αποδεικνύεται εύθραυστη, καθώς κάθε δημόσια διαφοροποίηση μπορεί να προκαλέσει άμεση πολιτική αντίδραση από την Ουάσιγκτον, σύμφωνα με το Politico.
Αντιδράσεις στο εσωτερικό της Γερμανίας
Η στάση του καγκελάριου δεν διαμορφώνεται μόνο από τις διεθνείς ισορροπίες, αλλά και από την εσωτερική πολιτική πίεση. Η γερμανική κοινή γνώμη εμφανίζεται ιδιαίτερα επικριτική απέναντι στον πόλεμο στο Ιράν και τη στάση των ΗΠΑ, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια πολιτικών ελιγμών για τον Μερτς. Οι αντιδράσεις στο εσωτερικό ενισχύουν την ανάγκη για πιο αυστηρές τοποθετήσεις, δημιουργώντας όμως παράλληλα κινδύνους στις σχέσεις με την Ουάσιγκτον.
Συνολικά, η κρίση γύρω από τους δασμούς και τη συμφωνία Turnberry αναδεικνύει τις εύθραυστες ισορροπίες στις διατλαντικές σχέσεις. Η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να ισορροπήσει μεταξύ της ανάγκης για συνεργασία με τις ΗΠΑ και της προστασίας των οικονομικών και στρατηγικών της συμφερόντων, σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης αβεβαιότητας με τον Τραμπ να ανοίγει εμπορικό πόλεμο με την ΕΕ ως μοχλό πίεσης μπροστά στα αδιέξοδα που αντιμετωπίζει με τον πόλεμο στο ιράν.
Εάν οι κινήσεις του Τραμπ αποτελούν απλώς μια διαπραγματευτική τακτική πίεσης προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, με στόχο την επιτάχυνση της επικύρωσης της συμφωνίας, τότε ο διάλογος ενδέχεται να οδηγήσει σε εκτόνωση της κρίσης.
Εάν όμως πρόκειται για μια ευρύτερη στρατηγική κλιμάκωσης, τότε το ενδεχόμενο αντιποίνων καθίσταται ιδιαίτερα πιθανό, με τον κίνδυνο να επανέλθει η κατάσταση σε ένα νέο σημείο μηδέν στις διατλαντικές εμπορικές σχέσεις.
Παράλλλα, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ακόμη περίπλοκη εξίσωση που αφορά τη Μόσχα: από τη μία πλευρά, η Ρωσία εμφανίζεται αποδυναμωμένη, από την άλλη, η ίδια αυτή αδυναμία μπορεί να την ωθήσει σε πιο ριψοκίνδυνες κινήσεις. Το λεγόμενο «παράθυρο ευκαιρίας» του Πούτιν ενδέχεται να αποτελέσει την επόμενη μεγάλη δοκιμασία για τη συνοχή της Δύσης την ώρα που ο πόλεμος στο Ιράν φέρνει νέες αναταράξεις και ανακατάξεις στη σκακιέρα της γεωοικονομίας.