Το συνειδητοποιούμε μέρα με τη μέρα: Η έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ) δεν είναι απλώς μια τεχνολογική επανάσταση αλλά μια βαθιά οικονομική και κοινωνική τομή που αρχίζει να μετασχηματίζει τις ίδιες τις σχέσεις παραγωγής. Και αν υπάρχει μια χώρα που λειτουργεί ως «εργαστήριο» αυτών των αλλαγών, αυτή είναι σήμερα η Νότια Κορέα. Εκεί όπου οι παγκόσμιες αλυσίδες παραγωγής μικροτσίπ συναντούν την πιο δυναμική ανάπτυξη της ΤΝ, αναδύεται ήδη μια πρωτόγνωρη μορφή σύγκρουσης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας.
Η αφετηρία είναι γνωστή: η πρωτοφανής κερδοφορία της βιομηχανίας μικροτσίπ, ιδίως των εταιρειών μνήμης όπως η Samsung Electronics και η SK Hynix, που αποτελούν τον πυρήνα της παγκόσμιας υποδομής της τεχνητής νοημοσύνης. Η εκτίναξη της ζήτησης για τσιπ TN έχει οδηγήσει σε ιστορικά κέρδη, αλλά ταυτόχρονα έχει αναζωπυρώσει ένα κρίσιμο ερώτημα: ποιος τελικά ωφελείται από αυτή την έκρηξη αξίας;
Στη Νότια Κορέα, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν περιορίζεται πλέον στις διαπραγματεύσεις μισθών. Αντίθετα, παίρνει τη μορφή μιας ευρύτερης κοινωνικής και πολιτικής διεκδίκησης. Ο συνδικαλισμός στη Samsung ήταν ανύπαρκτος μέχρι το 2018. Έκτοτε τα συνδικάτα εμφάνιζαν μια χωρίς προηγούμενο γιγάντωση: σήμερα, ενόψει των κινητοποιήσεων που εκδηλώνονται, απαριθμούν 90.000 μέλη! Από θέση ισχύος λοιπόν θέτουν ένα αιχμηρό αίτημα: να θεσπιστεί μόνιμα η καταβολή του 15% των λειτουργικών κερδών στο προσωπικό των μονάδων τσιπ. Το αίτημα αυτό δεν είναι ακραίο ή θεωρητικό· βασίζεται στο προηγούμενο της ανταγωνίστριας SK Hynix, η οποία έχει ήδη συμφωνήσει να κατανέμει το 10% των κερδών της στους εργαζομένους.
Από την άλλη πλευρά, η σύγκρουση δεν περιορίζεται εντός των επιχειρήσεων. Έχει ήδη μεταφερθεί σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο. Όπως επισήμανε ο Economist, στις 11 Μαΐου ο Kim Yong-Βeom, σύμβουλος του προέδρου της Νότιας Κορέας Lee Jae Myung, πρότεινε τη θέσπιση ενός «εθνικού μερίσματος» για την αναδιανομή των κερδών από τη βιομηχανία παραγωγής τσιπ προς τους πολίτες. Με τη δήλωση αυτή το χρηματιστήριο της χώρας έχασε 5%, για να ανακάμψει λίγο αργότερα μετά από σειρά διευκρινιστικών δηλώσεων. Ωστόσο, η λογική αυτής της πρότασης είναι αποκαλυπτική: τα κέρδη της τεχνολογικής επανάστασης δεν είναι αποκλειστικά αποτέλεσμα της δράσης ιδιωτικών εταιρειών, αλλά βασίζονται σε ένα συλλογικό παραγωγικό υπόβαθρο που οικοδομήθηκε επί δεκαετίες.
Η σημασία αυτών των εξελίξεων ξεπερνά κατά πολύ τα σύνορα της Κορέας. Για πρώτη φορά, τίθεται με τόσο σαφή και συγκροτημένο τρόπο το ζήτημα της αναδιανομής της τεχνολογικής υπεραξίας. Η ΤΝ δημιουργεί μια ιδιότυπη συγκέντρωση πλούτου: τα μεγαλύτερα οφέλη καρπώνονται λίγες εταιρείες, εξειδικευμένοι μηχανικοί και οι κάτοχοι κεφαλαίου, ενώ η ευρύτερη κοινωνία καρπώνεται, κυρίως έμμεσα, ελάχιστα ή και καθόλου οφέλη-για να μην αναφερθούμε στις άκρως απαισιόδοξες εκθέσεις διεθνών οίκων για απώλεια εκατομμυρίων θέσεων εργασίας.
Αυτό ακριβώς το πρόβλημα βρίσκεται στον πυρήνα της νέας σύγκρουσης. Δεν πρόκειται πλέον για έναν αγώνα για καλύτερους μισθούς ή συνθήκες εργασίας, αλλά για μια σύγκρουση πάνω στο ποιος δικαιούται να συμμετέχει στα οφέλη μιας τεχνολογικής μετάβασης που αυξάνει εκθετικά την παραγωγικότητα.
Η ιδέα του «εθνικού μερίσματος» αποτελεί μια τέτοια προσπάθεια προσαρμογής: μια ψηφιακή εκδοχή των κρατικών επενδυτικών ταμείων ή των μηχανισμών βασικού εισοδήματος. Δεν είναι τυχαίο ότι παρόμοιες ιδέες έχουν εκφραστεί και από κορυφαίους παράγοντες της τεχνολογικής βιομηχανίας διεθνώς, οι οποίοι προειδοποιούν ότι η ΤΝ μπορεί να οδηγήσει σε βαθύτερη ανισότητα εάν δεν συνοδευτεί από νέες μορφές αναδιανομής.
Ταυτόχρονα, οι εργαζόμενοι δεν αρκούνται σε κρατικές λύσεις. Διεκδικούν άμεσο ρόλο στη διανομή των κερδών μέσω συλλογικών διαπραγματεύσεων. Οι μαζικές κινητοποιήσεις στη Samsung δείχνουν ότι η σύγκρουση μπορεί να αποκτήσει και έντονα συγκρουσιακά χαρακτηριστικά. Δεδομένου ότι η παραγωγή αυτών των μικροτσίπ είναι κρίσιμη για την παγκόσμια οικονομία, ακόμη και μια περιορισμένη διαταραχή μπορεί να έχει αλυσιδωτές επιπτώσεις σε ολόκληρο το σύστημα της ΤΝ. Υπολογιζόταν στις παραμονές των απειλών για πολυήμερη απεργία, ότι η ζημιά για την Samsung θα ξεπερνούσε τα 18 δισεκατομμύρια ευρώ.
Η Νότια Κορέα, συνεπώς, βρίσκεται στο επίκεντρο μιας μετάβασης που αφορά το σύνολο του ανεπτυγμένου κόσμου. Η επιλογή της δεν είναι απλώς τεχνική ή οικονομική. Είναι βαθιά πολιτική: θα παραμείνει η τεχνολογική καινοτομία ένα πεδίο συγκεντρωμένης ιδιωτικής συσσώρευσης ή θα εξελιχθεί σε μηχανισμό ευρύτερης κοινωνικής διανομής;
Σε αυτό το πλαίσιο, η Νότια Κορέα λειτουργεί σαν καθρέφτης του μέλλοντος. Ό,τι εμφανίζεται σήμερα εκεί ως «ιδιαίτερη περίπτωση» είναι πολύ πιθανό να εξελιχθεί αύριο σε γενικευμένη τάση: μια νέα φάση σύγκρουσης κεφαλαίου και εργασίας, όχι γύρω από την εργασία αυτή καθαυτή, αλλά γύρω από την ίδια την παραγωγή της αξίας στην ψηφιακή εποχή.
Δυστυχώς το πείραμα της Samsung μάλλον δεν αγγίζει τα δεδομένα της δικής μας χώρας, καθώς βιώνουμε μεγάλα διαρθρωτικά προβλήματα, χωρίς ισχυρό βιομηχανικό πυρήνα και «κυψέλες» τεχνολογίας, αλλά και με αδύναμα συνδικάτα. Σε μια τέτοια αφετηρία, το κράτος-ακόμα και ψηφιακό ή επιτελικό-υστερεί απελπιστικά στον τρόπο που θα πρέπει να ανασυγκροτηθεί και να αντιδράσει, ενώ η πολιτική τάξη βρίσκεται έτη φωτός πίσω από τους κάτι παραπάνω από αναγκαίους προβληματισμούς για το τι μέλλει γενέσθαι.
