ΕΚΤ: Προειδοποιεί για κίνδυνο “ξαφνικής και σημαντικής πτώσης” στα Χρηματιστήρια

Προειδοποιητικό καμπανάκι για πολύ "υψηλές αποτιμήσεις" στις αγορές κρούει ξανά η ΕΚΤ στην 6μηνιαία έκθεσή της για τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα

Εξωτερική άποψη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) © EPA/RONALD WITTEK

Οι αγορές κινδυνεύουν από μια ξαφνική και σημαντική πτώση επειδή οι επενδυτές υποβαθμίζουν τις απειλές που προέρχονται από παράγοντες όπως ο πόλεμος με το Ιράν, προειδοποιεί σε έκθεσή της η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Παρά κάποιες προσαρμογές που έλαβαν πρόσφατα χώρα, οι τιμές των περιουσιακών στοιχείων εξακολουθούν να φαίνονται «υπερβολικά υψηλές με βάση τα ιστορικά πρότυπα», αναφέρει η ΕΚΤ στην εξαμηνιαία Έκθεσή της για την Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα, και υπάρχουν σοβαροί καθοδικοί κίνδυνοι λόγω των γεωπολιτικών, δημοσιονομικών και μακροχρηματοπιστωτικών εξελίξεις, οι οποίοι φαίνεται να «υποτιμώνται».

«Το γεγονός αυτό καθιστά τις αγορές ευάλωτες σε απότομες ανατιμολογήσεις», δήλωσε ο αντιπρόεδρος Λουίς ντε Γκίντος, που αποχωρεί αυτόν τον μήνα από την ΕΚΤ μετά από οκτώ χρόνια θητείας.

Τα σχόλια αυτά αποτελούν την τελευταία προειδοποίηση της ΕΚΤ ότι η υπερβολική αισιοδοξία των επενδυτών ενδέχεται να οδηγεί σε αποσύνδεση μεταξύ των αγορών και της πραγματικής οικονομίας. Οι χρηματιστηριακές αγορές συνέχισαν σήμερα το πρωτοφανές  ράλι τους, ενισχυμένες από τη δυναμική των τεχνολογικών μετοχών, των οποίων οι υψηλές αποτιμήσεις εγείρουν όλο και περισσότερους προβληματισμούς.

Η ΕΚΤ βρίσκεται ήδη σε δύσκολη θέση λόγω του τρέχοντος πετρελαϊκού σοκ, το οποίο, όπως επανέλαβε ο ντε Γκίντος, ανεβάζει τον πληθωρισμό και μειώνει τους ρυθμούς ανάπτυξης. Παρά τις ανησυχίες για την ανάπτυξη, οι επενδυτές αναμένουν ότι η ΕΚΤ θα αυξήσει τα επιτόκιά της τον επόμενο μήνα.

Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή «μπορεί να αυξήσει τη μεταβλητότητα στις αγορές και να δυσκολέψει την εξυπηρέτηση του χρέους, αφού η μείωση της ανάπτυξης αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης», δήλωσε ο ντε Γκίντος.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η ΕΚΤ δεν είναι η μόνη κεντρική τράπεζα που κρούει προειδοποιητικό καμπανάκι  για τις αγορές. Τον περασμένο μήνα, η υποδιοικήτρια της Τράπεζας της Αγγλίας, Σάρα Μπρίντεν, παρατήρησε ότι «υπάρχει τεράστιος γεωπολιτικός κίνδυνος, παρ’ όλα αυτά οι τιμές των περιουσιακών στοιχείων βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά» και προέβλεψε ότι «κάποια στιγμή θα υπάρξει προσαρμογή».

Οι αποδόσεις των ομολόγων έχουν αυξηθεί σε ολόκληρη την Ευρωζώνη από τότε που ξέσπασε ο πόλεμος, ως συνέπεια των υψηλότερων premium που ζητούν οι επενδυτές για τη διακράτηση των  μακροπρόθεσμων ευρωπαϊκών ομολόγων και των φόβων για νέα πληθωριστική άνοδο. Οι τάσεις αυτές ασκούν πιέσεις στα δημόσια οικονομικά, σε μια περίοδο κατά την οποία πολλές κυβερνήσεις αυξάνουν τις επενδύσεις σε υποδομές και άμυνα.

Η ΕΚΤ τονίζει ότι η αγορά κρατικών ομολόγων της Ευρωζώνης συνεχίζει να λειτουργεί με «ομαλό τρόπο» και ότι τα spreads παραμένουν περιορισμένα. Ωστόσο, όπως προσθέτει, η αυξανόμενη παρουσία επενδυτών με ευαισθησία στις τιμές, όπως τα hedge funds, καθώς και οι ανησυχίες για τη βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών για χώρες όπως οι ΗΠΑ, είναι δυνατό να προκαλέσουν ή να ενισχύσουν μια απότομη ανατιμολόγηση του ρίσκου.

Οι απειλές αυτές καθιστούν ιδιαίτερα σημαντική τη συγκράτηση των δημόσιων δαπανών από τα κράτη – μέλη της Ευρωζώνης, αναφέρει ν ΕΚΤ. «Κάθε δημοσιονομική στήριξη πρέπει να είναι προσωρινή και στοχευμένη, ώστε να αποφευχθεί η τροφοδότηση παρατεταμένων πληθωριστικών πιέσεων και η περαιτέρω επιβάρυνση των δημόσιων οικονομικών», ανέφερε.

Η κεντρική τράπεζα της Ευρωζώνης με έδρα τη Φρανκφούρτη επισημαίνει επίσης ότι κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα μπορεί να προέλθουν και από τον τομέα της ιδιωτικής πίστωσης, παρά το γεγονός ότι τα ευρωπαϊκά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχουν μέχρι στιγμής περιορισμένη έκθεση. Στην περίπτωση αυτή, τονίζει η ΕΚΤ, οι ζημιές είναι πιο πιθανό να πλήξουν τις ασφαλιστικές εταιρείες και τα ασφαλιστικά ταμεία παρά τις τράπεζες, αναφέρει η έκθεση.