Οι πόλεμοι σε Ουκρανία και Ιράν μοιάζουν περισσότερο από όσο νομίζουμε, τι δείχνουν για τις επόμενες συγκρούσεις

Ουκρανία και Ιράν, δύο πόλεμοι με κοινά διδάγματα για τη νέα εποχή συγκρούσεων στην ασταθή σκακιέρα της γεωπολιτικής πραγματικότητας

Ιρανός στρατιώτης εκτοξεύει φορητό αντιαρματικό βλήμα © EPA/HANDOUT

Οι πόλεμοι στην Ουκρανία και το Ιράν αποκαλύπτουν κοινές στρατηγικές, παρά τις διαφορετικές τους μορφές. Η τεχνολογία, τα drones και η διπλωματία αναδιαμορφώνουν τις συγκρούσεις, ενώ οι γεωπολιτικές ισορροπίες μεταβάλλονται σε παγκόσμιο επίπεδο με απρόβλεπτες συνέπειες.

Οι πόλεμοι στην Ουκρανία και στο Ιράν μπορεί να φαίνονται εκ πρώτης όψεως εντελώς διαφορετικοί. Στην Ουκρανία κυριαρχεί ο πόλεμος χαρακωμάτων και το βαρύ πυροβολικό, ενώ η σύγκρουση με το Ιράν χαρακτηρίζεται από αεροπορικές και ναυτικές επιχειρήσεις. Ωστόσο, σχεδόν τρεις μήνες μετά την κλιμάκωση, οι ομοιότητες γίνονται ολοένα πιο εμφανείς, αναφέρει ανάλυση στους New York Times.

Και στις δύο περιπτώσεις, οι ισχυρότερες στρατιωτικά δυνάμεις δεν έχουν καταφέρει να επιβληθούν πλήρως στους αντιπάλους τους. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν ανέμενε μια γρήγορη νίκη στην Ουκρανία, ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ είχε προβλέψει ότι η επιχείρηση κατά του Ιράν θα ολοκληρωνόταν σε λίγες εβδομάδες.

Σε μια από τις τελευταίες εξελίξεις η ιρανική κρατική τηλεόραση μετέδωσε ότι η Τεχεράνη έχει στην κατοχή της προσχέδιο ενός αρχικού ανεπίσημου πλαισίου μνημονίου κατανόησης με τις ΗΠΑ που θα αποκαταστήσει εντός ενός μήνα τη διέλευση εμπορικών πλοίων μέσω του Στενού του Ορμούζ στα προπολεμικά επίπεδα, ενώ οι ΗΠΑ θα αποσύρουν τις στρατιωτικές τους δυνάμεις από την περιοχή γύρω από το Ιράν και θα άρουν τον ναυτικό αποκλεισμό.

Η διαχείριση και η χάραξη των διαδρομών της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ θα γίνεται από το Ιράν σε συνεργασία με το Ομάν, σύμφωνα με την ιρανική κρατική τηλεόραση. Ωστόσο Ιράν και ΗΠα διαμηνύουν ότι «πλαίσιο μνημονίου της Ισλαμαμπάντ» δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί.

Ιράν: Aσύμμετρες στρατηγικές και τεχνολογική προσαρμογή

Το Ιράν έχει αξιοποιήσει ασύμμετρες τακτικές για να αντισταθμίσει την στρατιωτική υπεροχή των αντιπάλων του. Με επιθέσεις μέσω drones κατά συμμάχων των ΗΠΑ στον Περσικό Κόλπο, έχει δημιουργήσει κλίμα ανασφάλειας σε χώρες όπως το Κουβέιτ και η Σαουδική Αραβία.

Παράλληλα, η απειλή ναρκοθετήσεων και η παρουσία μικρών ταχύπλοων στον Στενό του Ορμούζ έχουν λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης στη διεθνή ναυσιπλοΐα.

Αντίστοιχα, η Ουκρανία έχει πλήξει ρωσικές υποδομές και έχει χρησιμοποιήσει θαλάσσια drones για να περιορίσει τη ρωσική ναυτική ισχύ στη Μαύρη Θάλασσα. Και στις δύο περιπτώσεις, η τεχνολογία χαμηλού κόστους αποδεικνύεται καθοριστική.

Η τεχνολογική διάσταση αποτελεί τον πιο σημαντικό κοινό παρονομαστή των δύο συγκρούσεων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αναπτύξει συστήματα ανίχνευσης drones με τεχνητή νοημοσύνη για την προστασία βάσεων στη Σαουδική Αραβία, τεχνολογία που προέρχεται από την εμπειρία του πολέμου στην Ουκρανία.

Το Ιράν, από την άλλη, έχει προμηθεύσει τη Ρωσία με drones τύπου Shahed, τα οποία χρησιμοποιούνται ευρέως στην Ουκρανία. Η διασύνδεση αυτή δείχνει ότι οι δύο πόλεμοι δεν είναι απομονωμένοι, αλλά τμήμα ενός ενιαίου τεχνολογικού πεδίου μάχης.

Στη σύγχρονη σύγκρουση, η χρήση σμηνών drones, συστημάτων παρεμβολών και τεχνολογιών A.I. δημιουργεί αυτό που οι αναλυτές αποκαλούν «μαζική ακρίβεια» στο πεδίο της μάχης.

Η σύγκρουση γύρω από το Ιράν έχει επηρεάσει βαθιά τις διεθνείς διπλωματικές ισορροπίες. Η ένταση έχει προκαλέσει ρήγμα ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη, με αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να θεωρούν τον πόλεμο αχρείαστο.

Ταυτόχρονα, η ενεργειακή αστάθεια έχει οδηγήσει ορισμένες χώρες να αναζητήσουν εναλλακτικές πηγές προμήθειας από τη Ρωσία, ενισχύοντας έμμεσα τη Μόσχα.

Η Ουκρανία, από την άλλη, επιχειρεί να αξιοποιήσει τη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα για να ενισχύσει τις σχέσεις της με χώρες του Κόλπου, όπως το Κατάρ και η Σαουδική Αραβία, ανταλλάσσοντας τεχνογνωσία σε drones με διπλωματική και οικονομική υποστήριξη.

iris

Αντιαεροπορικός πύραυλος Iris-T περιλαμβάνεται στο νέο πακέτο αμυντικής συνεργασίας και συμπαραγωγής μεταξύ Γερμανίας και Ουκρανίας © Χ.com

Η αλληλεπίδραση των δύο πολέμων

Σύμφωνα με αναλυτές, οι πόλεμοι στην Ουκρανία και στο Ιράν επηρεάζουν άμεσα ο ένας τον άλλον. Η μετατόπιση της προσοχής των ΗΠΑ προς τη Μέση Ανατολή έχει επιβραδύνει τις προσπάθειες ειρήνευσης στην Ουκρανία.

Παράλληλα, η ενεργειακή κρίση που προκαλείται από την ένταση στον Περσικό Κόλπο επηρεάζει την ευρωπαϊκή οικονομία, περιορίζοντας τη δυνατότητα στήριξης προς το Κίεβο.

Όπως επισημαίνουν ειδικοί, ο Στενός του Ορμούζ, από τον οποίο διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας ενέργειας, αποτελεί κρίσιμο γεωστρατηγικό σημείο που συνδέει άμεσα την ασφάλεια της Ευρώπης με το Ιράν.

Οι δύο συγκρούσεις έχουν οδηγήσει σε αναδιάταξη συμμαχιών. Η Ρωσία φέρεται να παρέχει τεχνολογική υποστήριξη στο Ιράν, ενώ παράλληλα ενισχύει τις επιχειρήσεις της στην Ουκρανία.

Οι νέες συνεργασίες ανάμεσα στην Ουκρανία και χώρες του Κόλπου δείχνουν ότι η γεωπολιτική δεν είναι πλέον στατική, αλλά δυναμικά μεταβαλλόμενη ανάλογα με τις ανάγκες κάθε πλευράς.

Η Ευρώπη, από την πλευρά της, προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ενεργειακή ασφάλεια και τη στρατιωτική στήριξη προς την Ουκρανία, την ώρα που οι επιπτώσεις από την κρίση στο Ιράν επηρεάζουν την οικονομική της σταθερότητα.

Ιράν, Ουκρανία και το μέλλον των συμμαχιών

Οι πόλεμοι στην Ουκρανία και στο Ιράν δεν αποτελούν μεμονωμένα γεγονότα, αλλά μέρος ενός ευρύτερου συστήματος παγκόσμιων συγκρούσεων. Η τεχνολογία, η ενέργεια και η διπλωματία συνδέουν τα δύο πεδία μάχης σε ένα ενιαίο γεωπολιτικό περιβάλλον.

Η νέα εποχή πολέμου χαρακτηρίζεται από ασύμμετρες τακτικές, ψηφιακή υπεροχή και ρευστές συμμαχίες. Σε αυτό το πλαίσιο, τόσο η Ουκρανία όσο και το Ιράν λειτουργούν ως εργαστήρια του μέλλοντος των διεθνών συγκρούσεων — με συνέπειες που ξεπερνούν κατά πολύ τα σύνορά τους.

Παρά τη νέα στρατιωτική ένταση, τόσο η Ουάσιγκτον όσο και η Τεχεράνη αποφεύγουν να δώσουν μεγάλη δημοσιότητα στα επεισόδια, καθώς οι διαπραγματεύσεις για ένα πιθανό μνημόνιο κατανόησης συνεχίζονται στο παρασκήνιο.

Ωστόσο, η προοπτική συμφωνίας παραμένει εξαιρετικά ασαφής. Τα πλοία εξακολουθούν να παραμένουν εγκλωβισμένα στον Περσικό Κόλπο και οι υποσχέσεις του Ντόναλντ Τραμπ για άμεση επίτευξη συμφωνίας απομακρύνονται όλο και περισσότερο.

Εκτόξευση πυραύλου από το Ιράν κοντά στα Στενά του Ορμούζ © EPA/IRANIAN ARMY OFFICE HANDOUT

Εκτόξευση πυραύλου από το ναυτικό του Ιράν κοντά στα Στενά του Ορμούζ © EPA/IRANIAN ARMY OFFICE HANDOUT

Γιατί οι διαπραγματεύσεις ΗΠΑ-Ιράν κάνουν κύκλους

Το τελευταίο διάστημα επαναλαμβάνεται ένα σταθερό μοτίβο. Ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίζεται αισιόδοξος και δηλώνει ότι η συμφωνία βρίσκεται κοντά. Η ιρανική πλευρά απαντά με πιο ήπιους τόνους, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο συμβιβασμού.

«Έχει επιτευχθεί συμφωνία σε μεγάλο μέρος των ζητημάτων», δήλωσε χαρακτηριστικά ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών, Εσμαΐλ Μπαγκαΐ.
Στη συνέχεια, όμως, οι σκληροπυρηνικοί κύκλοι στην Τεχεράνη επαναφέρουν την ένταση. Αυτή τη φορά, καταλυτικό ρόλο είχε νέα παρέμβαση του Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, ο οποίος προειδοποίησε ότι τα κράτη του Κόλπου δεν θα μπορούν πλέον να λειτουργούν ως «ασπίδες» για τις αμερικανικές βάσεις στην περιοχή.

Ο ίδιος υποστήριξε ότι η αμερικανική επιρροή στη Μέση Ανατολή αποδυναμώνεται συνεχώς και άφησε να εννοηθεί ότι η παρουσία των ΗΠΑ στην περιοχή βρίσκεται πλέον υπό αμφισβήτηση.

Η κρίση πλέον δεν περιορίζεται μόνο στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν ή στην απελευθέρωση των Στενών του Ορμούζ. Η Τεχεράνη επιχειρεί να ασκήσει πίεση στις χώρες του Κόλπου ζητώντας ουσιαστικά σύμφωνο μη επίθεσης και απομάκρυνση αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων από την περιοχή.

Ο πόλεμος στο Ιράν και τα διλήμματα για τις Συμφωνίες του Αβραάμ

Απέναντι σε αυτή τη στρατηγική, ο Λευκός Οίκος επαναφέρει το σχέδιο διεύρυνσης των Συμφωνιών του Αβραάμ, που είχαν υπογραφεί το 2020 κατά την πρώτη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ.

Οι συμφωνίες αυτές οδήγησαν στην εξομάλυνση των σχέσεων του Ισραήλ με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Μπαχρέιν, ενώ αργότερα συμμετείχαν και το Μαρόκο με το Σουδάν.

Για το Ισραήλ, μια νέα συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία ή το Κατάρ θα αποτελούσε τεράστια διπλωματική νίκη. Ωστόσο, αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι ένα τέτοιο σενάριο παραμένει εξαιρετικά δύσκολο.

Ο πολιτικός επιστήμονας Αντουάν Μπασμπούς εκτιμά ότι ο Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί κυρίως να διαχειριστεί πολιτικά την αποτυχία της στρατιωτικής στρατηγικής και να δικαιολογήσει τη στροφή προς τις διαπραγματεύσεις για το Ορμούζ.

Όπως σημειώνει, η πρόταση προς τα κράτη του Κόλπου για ένταξη στις Συμφωνίες του Αβραάμ λειτουργεί περισσότερο ως «παρηγορητικό αντάλλαγμα» προς τον Μπενιαμίν Νετανιάχου.

Παράλληλα, η Σαουδική Αραβία εμφανίζεται ολοένα πιο επιφυλακτική απέναντι στις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας και ενισχύει τις σχέσεις της με το Πακιστάν, το οποίο διαθέτει πυρηνικό οπλοστάσιο και διατηρεί στενούς δεσμούς με την Κίνα.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, υψηλόβαθμοι Ιρανοί αξιωματούχοι ταξίδεψαν στη Ντόχα του Κατάρ για κρίσιμες επαφές. Ο πρόεδρος του ιρανικού κοινοβουλίου, Μοχαμάντ Μπαγέρ Γκαλιμπάφ, ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί και ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας του Ιράν, Αμπντολνασέρ Χεμματί, ζήτησαν την άμεση αποδέσμευση περίπου 12 δισ. δολαρίων από ιρανικά κεφάλαια που παραμένουν παγωμένα λόγω αμερικανικών κυρώσεων.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η Τεχεράνη πρότεινε ως αντάλλαγμα την αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ. Αρχικά, ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίστηκε πρόθυμος να εξετάσει τη συμφωνία. Ωστόσο, η παρέμβαση του Μπενιαμίν Νετανιάχου φαίνεται πως επανέφερε επιφυλάξεις στην αμερικανική πλευρά.

Δεν υπάρχει επίσημη εκτίμηση για το συνολικό ύψος των ιρανικών κεφαλαίων που έχουν δεσμευτεί διεθνώς λόγω κυρώσεων. Ιρανικά μέσα ενημέρωσης υπολογίζουν πάντως ότι το ποσό κυμαίνεται μεταξύ 100 και 123 δισ. δολαρίων.

Μοτζτάμπα Χαμενεΐ

Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, νέος θρησκευτικός ηγέτης του Ιράν © EPA/ABEDIN TAHERKENAREH

Ένας φαύλος κύκλος χωρίς ορατή λύση

Η κρίση γύρω από το Ιράν εξελίσσεται πλέον σε μια περίπλοκη γεωπολιτική αναμέτρηση όπου στρατιωτικές κινήσεις, ενεργειακά συμφέροντα, οικονομικές πιέσεις και διπλωματικά παζάρια αλληλοσυγκρούονται, σύμφωνα με αναλυτές που μίλησαν στη Les Echos.

Παρά τις δημόσιες δηλώσεις αισιοδοξίας, οι συνομιλίες φαίνεται να κινούνται συνεχώς σε κύκλους, χωρίς ουσιαστική πρόοδο. Την ίδια στιγμή, κάθε νέα στρατιωτική ένταση αυξάνει τον κίνδυνο γενικευμένης αποσταθεροποίησης στην περιοχή και ενισχύει τους φόβους για νέα ενεργειακή κρίση με παγκόσμιες οικονομικές συνέπειες.

Συνολικά, πάντως, όπως έχουν διαμορφωθεί οι εξελίξεις, ο νέος ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Μοτζταμπά Χαμενεΐ, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια κρίσιμη στρατηγική επιλογή: αν θα αποδεχθεί μια προσωρινή ειρηνευτική συμφωνία με τις ΗΠΑ ή αν θα συνεχίσει την πολιτική της σύγκρουσης και της πίεσης.

Ο Χαμενεΐ ανέλαβε την εξουσία τον Μάρτιο, μετά τον θάνατο του πατέρα του, Αλί Χαμενεΐ, σε κοινές αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις στην έναρξη του πολέμου στο Ιράν. Ο ίδιος τραυματίστηκε σοβαρά στο ίδιο πλήγμα και δεν έχει εμφανιστεί δημόσια από τότε, αν και η ιρανική ηγεσία τον παρουσιάζει ως τον τελικό αποφασιστικό παράγοντα.

Στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων βρίσκεται μια εύθραυστη συμφωνία που θα μπορούσε να παρατείνει την εκεχειρία για έναν έως δύο μήνες, με αντάλλαγμα το άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ από την Τεχεράνη και τη μερική άρση του αμερικανικού αποκλεισμού ιρανικών λιμανιών.

Ο Ντόναλντ Τραμπ δέχεται πιέσεις στο εσωτερικό να μην προχωρήσει σε παραχωρήσεις, ενώ και ο ίδιος δήλωσε ότι δεν πρόκειται να βιαστεί. Την ίδια στιγμή, στο Ιράν υπάρχει διχασμός ανάμεσα στην οικονομική ανάγκη αποκλιμάκωσης και στη στρατηγική της συνέχισης της έντασης, επισημαίνουν αναλυτές στο Bloomberg.

Για την Τεχεράνη, μια συμφωνία θα μπορούσε να αποδεσμεύσει δισεκατομμύρια δολάρια δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων και να περιορίσει τις πιέσεις από τον πληθωρισμό και τη μείωση της παραγωγής πετρελαίου. Ωστόσο, το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει στρατιωτική ισχύ και τη δυνατότητα να πλήττει στόχους στην περιοχή του Περσικού Κόλπου.

Η αμοιβαία δυσπιστία καθιστά οποιαδήποτε συμφωνία εξαιρετικά εύθραυστη. Αν ο Χαμενεΐ επιλέξει να καθυστερήσει ή να απορρίψει τους όρους, το ενδεχόμενο νέας κλιμάκωσης παραμένει ανοιχτό, με το Ιράν στο επίκεντρο μιας επικίνδυνης γεωπολιτικής εξίσωσης που παραμένει άλυτη.

Ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Μάρκο Ρούμπιο © EPA/AARON SCHWARTZ / POOL

Ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Μάρκο Ρούμπιο © EPA/AARON SCHWARTZ / POOL

Το Ιράν και τα όρια της αμερικανικής ισχύος

Η κυβέρνηση Τραμπ έχει υποστηρίξει ότι οι πρόσφατες στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν «αποδεκάτισαν» τις ιρανικές ένοπλες δυνάμεις, οι οποίες πλέον «δεν αποτελούν απειλή». Ωστόσο, διαφορετική εικόνα παρουσιάζουν οι ίδιες οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών, σύμφωνα με αποκαλύψεις των New York Times.

Όπως αναφέρεται, οι εκτιμήσεις των υπηρεσιών έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τη δημόσια ρητορική του Λευκού Οίκου, καθώς το Ιράν έχει επανακτήσει πρόσβαση σε μεγάλο μέρος των στρατιωτικών του υποδομών. Συγκεκριμένα, η Τεχεράνη φέρεται να έχει αποκαταστήσει επιχειρησιακή λειτουργία σε 30 από τα 33 πυραυλικά σημεία της κατά μήκος του Στενού του Ορμούζ, ενός από τα πιο κρίσιμα ενεργειακά περάσματα παγκοσμίως.

Παρά τις αμερικανικές επιθέσεις που έπληξαν σημαντικό μέρος του ιρανικού ναυτικού, οι Φρουροί της Επανάστασης εξακολουθούν να διαθέτουν εκατοντάδες μικρά ταχύπλοα, ικανά να χρησιμοποιηθούν για ναρκοθέτηση ή επιθέσεις σε εμπορικά και στρατιωτικά πλοία. Επιπλέον, το Ιράν διατηρεί περίπου το 70% των κινητών εκτοξευτών και μεγάλο μέρος του πυραυλικού του οπλοστασίου, συμπεριλαμβανομένων βαλλιστικών και πυραύλων κρουζ.

Οι αμερικανικές εκτιμήσεις αναφέρουν επίσης ότι το Ιράν έχει επαναφέρει σε λειτουργία έως και το 90% των υπόγειων εγκαταστάσεων αποθήκευσης και εκτόξευσης πυραύλων, γεγονός που περιορίζει την αποτελεσματικότητα των προηγούμενων πληγμάτων.

Οι εντάσεις Τραμπ -Νετανιάχου

Η στρατηγική αυτή αποτυχία έχει εντείνει τις εντάσεις ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ και τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο οποίος είχε πιέσει για μια ταχεία στρατιωτική εκστρατεία με στόχο την αποσταθεροποίηση της ιρανικής ηγεσίας. Η αρχική εκτίμηση ότι το καθεστώς θα κατέρρεε γρήγορα δεν επιβεβαιώθηκε, οδηγώντας σε αναπροσαρμογή της αμερικανικής στάσης.

Το Ισραήλ, που λειτουργεί ως βασικός περιφερειακός σύμμαχος των ΗΠΑ, έχει εξελιχθεί σε αυτόνομη στρατιωτική δύναμη με αυξανόμενη επιρροή στη Μέση Ανατολή, γεγονός που του επιτρέπει να πιέζει για πιο επιθετικές επιλογές έναντι του Ιράν. Ωστόσο, παραμένει εξαρτημένο από την αμερικανική πολιτική στήριξη, ειδικά ενόψει εκλογικών εξελίξεων.

Η συνεχιζόμενη κρίση γύρω από το Ιράν αναδεικνύει τα όρια της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος και τις δυσκολίες διαχείρισης μιας σύγκρουσης που πλέον έχει παγκόσμιες ενεργειακές και οικονομικές προεκτάσεις.