Σήμα κινδύνου από Κομισιόν για την απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας στην Ευρώπη

Πάνω από μισό εκατ. θέσεις εργασίας κινδυνεύουν στην ΕΕ, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Κομισιόν. Ποιοι κλάδοι βρίσκονται στο επίκεντρο

Αυτοκινητοβιομηχανία Volkswagen στη Γερμανία © EPA/FILIP SINGER

Με μια από τις πιο σαφείς προειδοποιήσεις των τελευταίων ετών για την κατάσταση της ευρωπαϊκής οικονομίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένεται να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για τις πιέσεις που δέχεται η απασχόληση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Υψηλό ενεργειακό κόστος, βιομηχανική αναδιάρθρωση, πράσινη μετάβαση και εντεινόμενος διεθνής ανταγωνισμός συνθέτουν ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, με εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας να βρίσκονται, σύμφωνα με τα στοιχεία των Βρυξελλών, σε κίνδυνο τα επόμενα χρόνια.

Τα στοιχεία, τα οποία επικαλείται το POLITICO, περιλαμβάνονται στο Εαρινό Πακέτο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, δηλαδή στο βασικό πλαίσιο μέσω του οποίου η Κομισιόν καταθέτει τις οικονομικές και πολιτικές της συστάσεις προς τα κράτη-μέλη. Το πακέτο αναμένεται να παρουσιαστεί σήμερα, Τετάρτη και, για πρώτη φορά, θα δώσει ιδιαίτερη έμφαση στο κατά πόσο οι χώρες της ΕΕ επενδύουν επαρκώς στους ανθρώπους και στις δεξιότητες που απαιτούνται για να στηριχθούν οι οικονομικές και βιομηχανικές φιλοδοξίες της Ευρώπης.

Το μήνυμα των Βρυξελλών δεν είναι άλλο από το ότι η ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στην τεχνολογία, στα κεφάλαια, στη βιομηχανική πολιτική ή στη χρηματοοικονομική ρύθμιση. Χρειάζεται, πάνω απ’ όλα, εργαζόμενους με τις κατάλληλες δεξιότητες, ανθεκτικές κοινωνίες και εκπαιδευτικά συστήματα ικανά να ανταποκριθούν στις νέες ανάγκες της οικονομίας.

Πιέσεις από την ενέργεια και επιδείνωση της οικονομίας

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Κομισιόν, οι πιέσεις στις τιμές της ενέργειας το 2026 ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο έως και 560.000 θέσεις εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι κλάδοι που εμφανίζονται περισσότερο εκτεθειμένοι είναι οι κατασκευές, τα μέταλλα, τα χημικά και οι μεταφορές, δηλαδή τομείς με υψηλές ενεργειακές ανάγκες και άμεση εξάρτηση από το κόστος παραγωγής και λειτουργίας.

Η συνέχιση των γεωπολιτικών εντάσεων και οι επιπτώσεις τους στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου επιβαρύνουν περαιτέρω το οικονομικό περιβάλλον. Η Κομισιόν εκτιμά ότι η ασθενέστερη οικονομική δραστηριότητα έχει ήδη οδηγήσει σε αναθεώρηση των προβλέψεών της για την ανεργία.

Το περασμένο φθινόπωρο, η Επιτροπή προέβλεπε ότι η ανεργία στην ΕΕ θα διαμορφωνόταν στο 5,9% το 2026 και στο 5,8% το 2027. Πλέον, οι εκτιμήσεις αναθεωρούνται προς τα πάνω, με την ανεργία να προβλέπεται στο 6% και για τα δύο έτη. Η μεταβολή μπορεί να φαίνεται μικρή αριθμητικά, ωστόσο αποτυπώνει μια ευρύτερη ανησυχία στις Βρυξέλλες: ότι η ευρωπαϊκή αγορά εργασίας μπαίνει σε μια περίοδο αυξημένων πιέσεων.

Παράλληλα, η Κομισιόν αναμένει επιδείνωση και στα δημοσιονομικά μεγέθη. Το συνολικό ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης για τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ προβλέπεται να διευρυνθεί από -3,1% του ΑΕΠ το 2025 σε -3,5% το 2026 και -3,6% το 2027. Αυτό σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις θα βρεθούν αντιμέτωπες με μεγαλύτερες χρηματοδοτικές ανάγκες, σε μια περίοδο που θα απαιτούνται ταυτόχρονα επενδύσεις στην άμυνα, στη βιομηχανία, στην ενέργεια, στην κοινωνική προστασία και στις δεξιότητες.

Η αυτοκινητοβιομηχανία στο επίκεντρο

Ιδιαίτερα έντονος είναι ο προβληματισμός για την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία, έναν από τους πιο κρίσιμους κλάδους για τη βιομηχανική ισχύ της Ευρώπης και ειδικά για τη γερμανική οικονομία. Σύμφωνα με την Κομισιόν, περίπου 600.000 θέσεις εργασίας στον κλάδο βρίσκονται σε κίνδυνο, καθώς οι εταιρείες καλούνται να διαχειριστούν ταυτόχρονα τη μετάβαση από τους κινητήρες εσωτερικής καύσης στα ηλεκτρικά οχήματα και τον ισχυρό ανταγωνισμό από την Κίνα.

Η μετάβαση αυτή δεν είναι μόνο τεχνολογική. Είναι και κοινωνική. Επηρεάζει ολόκληρες αλυσίδες παραγωγής, προμηθευτές, βιομηχανικές περιοχές και εργαζόμενους που για δεκαετίες απασχολούνταν σε ειδικότητες συνδεδεμένες με το παραδοσιακό μοντέλο της αυτοκινητοβιομηχανίας. Η πρόκληση για την Ευρώπη είναι διπλή: να διατηρήσει την παραγωγική της βάση και ταυτόχρονα να προσαρμόσει το εργατικό της δυναμικό στις νέες απαιτήσεις.

Η πίεση δεν περιορίζεται στα αυτοκίνητα. Η Κομισιόν εκτιμά ότι περίπου 85.000 θέσεις εργασίας κινδυνεύουν στη βιομηχανία μπαταριών, ενώ ο τομέας της ηλιακής μεταποίησης αντιμετωπίζει πιέσεις που επηρεάζουν σχεδόν 59.000 θέσεις. Επιπλέον, τα μέτρα χαμηλών εκπομπών άνθρακα ενδέχεται να επηρεάσουν ακόμη 4.500 θέσεις στη βιομηχανία χάλυβα.

Οι αριθμοί αυτοί τροφοδοτούν τη μεγάλη συζήτηση στις Βρυξέλλες για το εάν η Ευρώπη χάνει έδαφος έναντι των βασικών ανταγωνιστών της, όπως η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες, σε στρατηγικούς κλάδους. Παρά τις εξαγγελίες για ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής και της βιομηχανικής αυτονομίας, η ΕΕ εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με υψηλότερα ενεργειακά κόστη, καθυστερήσεις στις επενδύσεις και ελλείψεις σε κρίσιμες δεξιότητες.

Η μεγάλη έλλειψη δεξιοτήτων

Το Εαρινό Πακέτο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου δεν περιορίζεται στις απώλειες θέσεων εργασίας. Αντίθετα, επιχειρεί να μετατοπίσει το κέντρο βάρους της συζήτησης προς το ανθρώπινο δυναμικό. Η Επιτροπή αναμένεται να υποστηρίξει ότι η ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας εξαρτάται όλο και περισσότερο από την επένδυση στους ανθρώπους, στην εκπαίδευση και στη συνεχή κατάρτιση.

Τα στοιχεία είναι ενδεικτικά. Το 2023, το 68% των μεσαίων επιχειρήσεων ανέφερε ότι αντιμετωπίζει ελλείψεις δεξιοτήτων. Το 2024, το 77% των επιχειρήσεων δήλωσε ότι οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού και δεξιοτήτων λειτουργούν ως εμπόδιο στις επενδύσεις.

Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι ορισμένες θέσεις εργασίας κινδυνεύουν να χαθούν. Είναι και ότι πολλές νέες θέσεις δεν μπορούν να καλυφθούν, επειδή οι επιχειρήσεις δεν βρίσκουν εργαζόμενους με τα κατάλληλα προσόντα. Αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο: από τη μία πλευρά, ορισμένοι κλάδοι απειλούνται με συρρίκνωση· από την άλλη, άλλοι τομείς δεν μπορούν να αναπτυχθούν επειδή λείπει το απαραίτητο προσωπικό.

Για τον λόγο αυτό, οι συστάσεις της Κομισιόν προς τα κράτη-μέλη θα περιλαμβάνουν για πρώτη φορά ειδική έμφαση στην εκπαίδευση, στην επαγγελματική κατάρτιση, στη διά βίου μάθηση, στις δεξιότητες STEM και στην επανεκπαίδευση εργαζομένων. Η λογική είναι ότι οι πολιτικές για την ανταγωνιστικότητα δεν μπορούν πλέον να σχεδιάζονται ξεχωριστά από τις πολιτικές για την εργασία και την κοινωνική συνοχή.

«Η ανταγωνιστικότητα θα χτιστεί από τους ανθρώπους»

Η εκτελεστική αντιπρόεδρος της Κομισιόν για τις Δεξιότητες, Ροξάνα Μινζάτου, έθεσε το ζήτημα με σαφήνεια, δηλώνοντας στο POLITICO ότι η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης «δεν θα οικοδομηθεί μόνο από την τεχνολογία, τα κεφάλαια ή τη χρηματοοικονομική ρύθμιση», αλλά από τους ανθρώπους, τις δεξιότητες που αναπτύσσουν και τις ευκαιρίες που τους δίνονται ώστε να συμβάλουν πλήρως στις οικονομίες και στις κοινωνίες.

Σύμφωνα με την ίδια, η επένδυση στους ανθρώπους αποτελεί την ισχυρότερη στρατηγική ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης και τη βάση μιας Ένωσης που μπορεί να καινοτομεί, να ανταγωνίζεται και να αντέχει σε μεγάλες προκλήσεις. Το νέο στοιχείο στο φετινό Ευρωπαϊκό Εξάμηνο είναι ότι το ανθρώπινο κεφάλαιο αντιμετωπίζεται πλέον ως βασικός μοχλός ανταγωνιστικότητας, με ειδικές κατευθύνσεις ανά κράτος-μέλος.

Η αλλαγή αυτή έχει πολιτική σημασία. Η ΕΕ επιχειρεί να συνδέσει πιο στενά τις οικονομικές συστάσεις προς τις κυβερνήσεις με τις κοινωνικές πολιτικές. Δεν αρκεί, δηλαδή, να ζητείται δημοσιονομική πειθαρχία, μεταρρυθμίσεις ή επενδύσεις σε τεχνολογία. Χρειάζεται και ένα σχέδιο για το πώς οι εργαζόμενοι θα προσαρμοστούν στη νέα οικονομία.

Ο κίνδυνος κοινωνικών ανισοτήτων

Η Κομισιόν αναμένεται επίσης να προειδοποιήσει ότι οι επιπτώσεις των οικονομικών αλλαγών δεν θα κατανεμηθούν ισότιμα. Τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος ενδέχεται να επιβαρυνθούν δυσανάλογα από την αύξηση των τιμών στα καύσιμα μεταφορών, με πρόσθετο κόστος που μπορεί να φτάσει το 1,4% του εισοδήματός τους.

Παράλληλα, οι Βρυξέλλες θα επισημάνουν τις επίμονες ανισότητες στην αγορά εργασίας. Οι πολίτες τρίτων χωρών παραμένουν σημαντικά πιο πιθανό να εργάζονται σε θέσεις για τις οποίες είναι υπερκαταρτισμένοι, σε σύγκριση με τους γηγενείς εργαζόμενους. Το φαινόμενο αυτό δείχνει ότι η ευρωπαϊκή αγορά εργασίας δεν αξιοποιεί πλήρως το διαθέσιμο ανθρώπινο δυναμικό της.

Ανησυχία προκαλεί και η ποιότητα της εργασίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο πακέτο, ένας στους πέντε εργαζόμενους παραμένει εγκλωβισμένος σε χαμηλόμισθες θέσεις σε κλάδους με αδύναμη αύξηση παραγωγικότητας, ενώ ένας στους δώδεκα αντιμετωπίζει κίνδυνο φτώχειας παρότι εργάζεται.

Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσες θέσεις εργασίας θα χαθούν ή θα δημιουργηθούν, αλλά και τι είδους θέσεις θα είναι αυτές. Η Κομισιόν φαίνεται να αναγνωρίζει ότι η πράσινη και ψηφιακή μετάβαση μπορεί να ενισχύσει την ευρωπαϊκή οικονομία μόνο εφόσον συνοδευτεί από μέτρα προστασίας, κατάρτισης και αναβάθμισης της εργασίας.

Πίεση για μεταρρυθμίσεις στα κράτη-μέλη

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι Βρυξέλλες αναμένεται να πιέσουν τις κυβερνήσεις της ΕΕ να προχωρήσουν σε μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύσουν τις δεξιότητες, θα βελτιώσουν την ποιότητα της απασχόλησης και θα ενδυναμώσουν τα συστήματα κοινωνικής προστασίας.

Η στόχευση είναι σαφής: η Ευρώπη πρέπει να αποφύγει ένα διπλό πλήγμα, δηλαδή την απώλεια βιομηχανικής ισχύος και την αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων. Για να το πετύχει, χρειάζεται συντονισμένη πολιτική που θα συνδέει την παραγωγή, την εκπαίδευση, την αγορά εργασίας και την κοινωνική πολιτική.

Στο ίδιο πακέτο, η Κομισιόν αναμένεται να θέσει και ζήτημα δημοσιονομικής εποπτείας για τη Βουλγαρία, εκφράζοντας ανησυχία για τη δημοσιονομική της κατάσταση και τις δαπάνες της. Αντίθετα, Γερμανία, Εσθονία, Λετονία και Σλοβενία, οι οποίες επίσης εξετάστηκαν, φαίνεται πως πέρασαν τον έλεγχο χωρίς να δεχθούν αντίστοιχη προειδοποίηση, τουλάχιστον προς το παρόν.

Το συνολικό μήνυμα της Κομισιόν είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση εισέρχεται σε μια περίοδο όπου η ανταγωνιστικότητα, η απασχόληση και η κοινωνική συνοχή θα κρίνονται από κοινού. Η επόμενη φάση της ευρωπαϊκής οικονομίας δεν θα εξαρτηθεί μόνο από το εάν οι επιχειρήσεις θα επενδύσουν ή από το εάν οι κυβερνήσεις θα συγκρατήσουν τα ελλείμματα. Θα εξαρτηθεί και από το εάν η Ευρώπη θα μπορέσει να προετοιμάσει τους εργαζομένους της για μια οικονομία που αλλάζει ταχύτατα.