ΝΑΤΟ: Διαξιφισμοί για τους αγωγούς καυσίμων και τη στήριξη στην Ουκρανία

Οι σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ διαφωνούν για τους αγωγούς και τη στήριξη προς την Ουκρανία στις συνομιλίες ενόψει της Συνόδου, σύμφωνα με ρεπορτάζ του Bloomberg

Η σημαία του ΝΑΤΟ © Unsplash

Τα κράτη μέλη του ΝΑΤΟ δυσκολεύονται να καταλήξουν σε κοινή διακήρυξη για τη σύνοδο κορυφής της επόμενης εβδομάδας, λόγω διαφωνιών σχετικά με τα σχέδια επέκτασης του δικτύου αγωγών καυσίμων της Συμμαχίας προς την Ανατολική Ευρώπη, καθώς και για τη διάρκεια της οικονομικής και στρατιωτικής στήριξης προς την Ουκρανία.

Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Bloomberg που επικαλείται πρόσωπα που γνωρίζουν τις διαπραγματεύσεις, οι συνομιλίες μεταξύ των διπλωματών παρατάθηκαν τις τελευταίες ημέρες, παρότι αρχικά οι σύμμαχοι φαινόταν να έχουν συμφωνήσει σε ένα σύντομο κείμενο που θα ενέκριναν οι ηγέτες κατά τη σύνοδο στην Άγκυρα, στις 7-8 Ιουλίου.

Οι εντάσεις επανεμφανίστηκαν καθώς οι σύμμαχοι προετοιμάζονται για μια δύσκολη συνάντηση στην τουρκική πρωτεύουσα με τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος επανειλημμένα επικρίνει τα μέλη του ΝΑΤΟ ότι δεν δαπανούν αρκετά για την άμυνα και παράλληλα μειώνει τη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην Ευρώπη.

Κατά τη διάρκεια των διαβουλεύσεων, η Πολωνία ζήτησε από τη Συμμαχία να χρηματοδοτήσει την επέκταση προς τα ανατολικά του δικτύου αγωγών του ΝΑΤΟ, το οποίο κατασκευάστηκε κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και συνδέει στρατιωτικές εγκαταστάσεις στη Δυτική Ευρώπη, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, οι οποίες μίλησαν υπό τον όρο της ανωνυμίας επειδή οι συζητήσεις είναι εμπιστευτικές.

Η Βαρσοβία έχει τη στήριξη και άλλων χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες ήλπιζαν ότι το ζήτημα θα είχε επιλυθεί ήδη από τη σύνοδο κορυφής της περασμένης χρονιάς στη Χάγη.

Την ίδια στιγμή, η Τουρκία επιδιώκει επίσης να εξασφαλίσει προσοχή και χρηματοδότηση για τα δικά της σχέδια επέκτασης αγωγών, στο πλαίσιο του προγράμματος αναβάθμισης των υποδομών του ΝΑΤΟ, ύψους 28 δισ. δολαρίων, που αποσκοπεί στην ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας της Συμμαχίας όσον αφορά τα καύσιμα.

Παράλληλα, η Ιταλία επιχείρησε να αμβλύνει τη διατύπωση της διακήρυξης σχετικά με τη δέσμευση για παροχή στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία έως το τέλος του επόμενου έτους, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές. Η Ρώμη υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη χρονική αναφορά θα προεξοφλούσε το ενδεχόμενο να επιτευχθεί νωρίτερα μια διαπραγματευτική λύση για τον πόλεμο.

Προσχέδιο της διακήρυξης αναφέρει ότι οι σύμμαχοι θα διαθέσουν στην Ουκρανία 70 δισ. ευρώ συνολικά κατά τα έτη 2026 και 2027. Το ποσό αυτό δεν περιλαμβάνει νέες δεσμεύσεις, αλλά αντιστοιχεί στην ήδη υφιστάμενη ετήσια δέσμευση του ΝΑΤΟ ύψους 40 δισ. ευρώ, καθώς και σε επιπλέον 30 δισ. ευρώ ετησίως που προέρχονται από δάνειο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η συγκεκριμένη αναφορά στη χρηματοδοτική βοήθεια αποτελεί διαφοροποίηση σε σχέση με τη διακήρυξη της περασμένης χρονιάς, η οποία δεν περιείχε καμία σχετική αναφορά.

Η Ιταλία ζήτησε να αφαιρεθεί η αναφορά στο 2027, επικαλούμενη την εντατικοποίηση των διπλωματικών επαφών με τη Μόσχα ως παράδειγμα του γιατί μια τέτοια διατύπωση θα ήταν ασύμβατη με το ενδεχόμενο έναρξης διαπραγματεύσεων. Ωστόσο, πρόσωπα που γνωρίζουν τις θέσεις της ιταλικής κυβέρνησης εκτιμούν ότι η Ρώμη δύσκολα θα εμποδίσει την επίτευξη συναίνεσης για το θέμα, ακόμη και αν η Πολωνία επιμείνει στην επανέναρξη των διαπραγματεύσεων. Οι ίδιες πηγές υπογράμμισαν ότι η συνέχιση της βοήθειας προς την Ουκρανία δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση.

Εκπρόσωποι της μόνιμης αντιπροσωπείας της Πολωνίας στο ΝΑΤΟ και της ιταλικής κυβέρνησης αρνήθηκαν να σχολιάσουν το δημοσίευμα.

Η στάση των ΗΠΑ απέναντι στην Ουκρανία έχει γίνει ηπιότερη τους τελευταίους μήνες. Ο Τραμπ έχει εκφράσει συγκρατημένους επαίνους για τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι και προσχώρησε στη δέσμευση των χωρών της G7 να συνεχίσουν τη στήριξη προς το Κίεβο και να αυξήσουν την πίεση προς τη Ρωσία.

Η διακήρυξη της συνόδου της Άγκυρας αναμένεται επίσης να περιλαμβάνει αναφορά στη σημασία της διατήρησης της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, καθώς και στην ανάγκη να μην αποκτήσει το Ιράν πυρηνικά όπλα. Επιπλέον, η Ρωσία αναμένεται να χαρακτηρίζεται ως μακροπρόθεσμη απειλή για την ευρωατλαντική ασφάλεια, σε συνέχεια της διατύπωσης που είχε υιοθετηθεί και στη διακήρυξη της περασμένης χρονιάς.