FBI: Πρωτοφανής συνεργασία με Κίνα και Ρωσία για την καταπολέμηση του διεθνούς εγκλήματος

Η νέα στρατηγική του FBI περιλαμβάνει ανταλλαγή προσωπικού, κοινές επιχειρήσεις και ανταλλαγή πληροφοριών με δύο παραδοσιακούς αντιπάλους των ΗΠΑ, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις

Κας Πατέλ, ο επικεφαλής του FBI © YouTube / printscreen

Σε μια σημαντική αλλαγή στρατηγικής, το Ομοσπονδιακό Γραφείο Ερευνών των ΗΠΑ (FBI) έχει αναπτύξει πρωτοφανείς συνεργασίες με τις αστυνομικές και διωκτικές αρχές της Κίνας και της Ρωσίας, με στόχο την αντιμετώπιση του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος, σύμφωνα με τον διευθυντή του FBI, Κας Πατέλ.

Όπως αποκάλυψε ο ίδιος σε συνέντευξή του στο Reuters, οι συνεργασίες αφορούν συγκεκριμένες μορφές διασυνοριακού εγκλήματος, όπως η διακίνηση φαιντανύλης, οι διαδικτυακές απάτες, η σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών και ο εντοπισμός φυγόδικων.

Ο Πατέλ χαρακτήρισε τις σχέσεις αυτές «νέες και δυναμικές», υποστηρίζοντας ότι αποφέρουν απτά αποτελέσματα για την ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών.

Μηνιαίες ανταλλαγές στελεχών

Η συνεργασία με την Κίνα έχει προχωρήσει περισσότερο. Σύμφωνα με το Reuters, πραγματοποιούνται μηνιαίες ανταλλαγές στελεχών, με αξιωματούχους του κινεζικού υπουργείου Δημόσιας Ασφάλειας να επισκέπτονται εγκαταστάσεις του FBI στις ΗΠΑ και Αμερικανούς πράκτορες να μεταβαίνουν στην Κίνα για κοινές έρευνες και ανταλλαγή πληροφοριών.

Ο Πατέλ επισκέφθηκε το Πεκίνο στα τέλη Ιουλίου, ενώ αντίστοιχη επίσκεψη στη Ρωσία εξετάζεται για τον Οκτώβριο.

Η πιο χαρακτηριστική κοινή επιχείρηση πραγματοποιήθηκε τον Μάιο στο Ντουμπάι, στο πλαίσιο της επιχείρησης «Sand Dollar», στην οποία συμμετείχαν το FBI, η κινεζική αστυνομία και οι αρχές του Ντουμπάι.

Η επιχείρηση οδήγησε σε περίπου 300 συλλήψεις, στην κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων αξίας 300 εκατ. δολαρίων και στην απελευθέρωση χιλιάδων θυμάτων κυκλωμάτων ηλεκτρονικής απάτης και εμπορίας ανθρώπων.

Στο επίκεντρο η παρασκευή φαιντανύλης

Εσωτερικό υπόμνημα του FBI, το οποίο επικαλείται το Reuters, αναφέρει επίσης ότι η συνεργασία με την Κίνα συνέβαλε φέτος σε επιχειρήσεις κατά εταιρειών που συνδέονται με την παραγωγή χημικών ουσιών για την παρασκευή φαιντανύλης.

Οι επιχειρήσεις οδήγησαν στη σύλληψη εννέα ατόμων, στο κλείσιμο δύο μονάδων παραγωγής και τριών ιστοσελίδων, καθώς και στην κατάσχεση πρόδρομων χημικών ουσιών που, σύμφωνα με το FBI, πιθανότατα προορίζονταν για τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Παράλληλα, κινεζικές αρχές συνεργάστηκαν με το γραφείο του FBI στη Νεμπράσκα για την εξάρθρωση διεθνούς κυκλώματος διακίνησης υλικού σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων, επιχείρηση που οδήγησε στη σύλληψη 16 υπόπτων.

Διαφοροποίηση της ως τώρα αμερικανικής πολιτικής

Η νέα προσέγγιση αποτελεί σαφή διαφοροποίηση από την έως τώρα αμερικανική πολιτική, καθώς επί δεκαετίες η Ουάσιγκτον αντιμετώπιζε την Κίνα και τη Ρωσία κυρίως ως πηγές κυβερνοεπιθέσεων, κατασκοπείας και άλλων απειλών για την εθνική ασφάλεια.

Η επιλογή του Πατέλ έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις στους κύκλους των αμερικανικών υπηρεσιών ασφαλείας. Πρώην στελέχη του FBI εκφράζουν φόβους ότι η ανταλλαγή πληροφοριών και οι επισκέψεις ξένων αξιωματούχων σε αμερικανικές εγκαταστάσεις θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ευκαιρίες για κατασκοπεία ή διείσδυση σε κρίσιμες υποδομές.

Ο πρώην ανώτερος πράκτορας του FBI Τζεφ Κρόκερ δήλωσε χαρακτηριστικά ότι «η Κίνα και η Ρωσία είναι εχθροί μας» και προειδοποίησε ότι κάθε πρόσβαση που αποκτούν σε αμερικανικές εγκαταστάσεις μπορεί να αξιοποιηθεί για επιχειρήσεις συλλογής πληροφοριών.

Ο Κας Πατέλ απορρίπτει τις επικρίσεις για τη συνεργασία

Ο Πατέλ απέρριψε τις επικρίσεις, υποστηρίζοντας ότι εφαρμόζονται αυστηρά μέτρα αντικατασκοπείας για κάθε ξένο αξιωματούχο που επισκέπτεται εγκαταστάσεις του FBI και ότι η ανταλλαγή πληροφοριών περιορίζεται αποκλειστικά σε συγκεκριμένες υποθέσεις διεθνούς εγκλήματος.

Τόνισε επίσης ότι οι νέες συνεργασίες δεν αντικαθιστούν τις παραδοσιακές συμμαχίες των ΗΠΑ, όπως το δίκτυο ανταλλαγής πληροφοριών «Five Eyes» με τον Καναδά, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία.

Η προσέγγιση αυτή αντανακλά και τη γενικότερη εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ, η οποία επιδιώκει, όπου είναι δυνατόν, συνεργασία με ανταγωνιστικές δυνάμεις σε ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος, παρά τις ευρύτερες γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις.