Τα ανθρώπινα δικαιώματα όσων που κρατούνται στα κέντρα μεταναστών της Ιταλίας στην Αλβανία δεν προστατεύονται, σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, η οποία προειδοποίησε την ΕΕ να επανεξετάσει τη χρήση των λεγόμενων κέντρων επιστροφής.
«Είναι απολύτως σαφές ότι το μοντέλο Ιταλίας-Αλβανίας είναι αδύνατο να εφαρμοστεί με τρόπο που συμβαδίζει με τις υποχρεώσεις της Ιταλίας για τα ανθρώπινα δικαιώματα», δήλωσε η Eve Geddie, διευθύντρια του Γραφείου Ευρωπαϊκών Θεσμών της Οργάνωσης, με αφορμή τη δημοσίευση σχετικής έκθεσης για τη συμφωνία μεταξύ Ρώμης και Τιράνων.
«Αυτή η πραγματικότητα πρέπει να αποτελέσει καμπανάκι αφύπνισης για την ΕΕ, ώστε να παγώσει οποιοδήποτε μελλοντικό σχέδιο επέκτασης της χρήσης υπεράκτιας κράτησης και άλλων εργαλείων εξωτερικής διαχείρισης του μεταναστευτικού», πρόσθεσε.
Η Ιταλία διαθέτει δύο κέντρα μεταναστών στην Αλβανία, μεταξύ των οποίων ένα στο χωριό Gjadër, το οποίο δημιουργήθηκε το 2024.
Αρχικά είχε κατασκευαστεί ως κέντρο κράτησης μεταναστών που εντοπίζονταν σε διεθνή ύδατα. Το 2025, όμως, η ιταλική κυβέρνηση αποφάσισε να το χρησιμοποιεί και για τη φιλοξενία/κράτηση ανδρών αιτούντων άσυλο, στους οποίους είχε δοθεί εντολή να εγκαταλείψουν την Ιταλία και οι οποίοι περίμεναν την απέλασή τους.
Σύμφωνα με το κόμμα «Αδέλφια της Ιταλίας» της πρωθυπουργού Τζόρτζια Μελόνι, περισσότεροι από 500 άνθρωποι έχουν μεταφερθεί εκεί.
Σύμφωνα με την έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας, καταγράφηκαν 42 «κρίσιμα» περιστατικά μεταξύ 11 Απριλίου και 16 Μαΐου 2025 στο κέντρο του Gjadër. Σ’ αυτά περιλαμβάνονταν αυτοτραυματισμοί, τουλάχιστον δύο απόπειρες αυτοκτονίας δι’ απαγχονισμού και μία βίαιη διαμαρτυρία.
Η έκθεση εκφράζει επίσης ανησυχίες για «σκληρή, απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση» κατά τη μεταφορά ανθρώπων στο κέντρο.
Παράλληλα, προειδοποιεί ότι η κράτηση στην Αλβανία «υπονομεύει σημαντικά» το δικαίωμα των ανθρώπων να ζητήσουν άσυλο και δικαιοσύνη, καθώς έχουν περιορισμένη πρόσβαση σε δικηγόρους και δικαστήρια.
Η ΜΚΟ υποστηρίζει ότι η διαδικασία επιλογής ανθρώπων που μεταφέρονται στην Αλβανία δεν είναι διαφανής, γεγονός που δημιουργεί ανησυχίες ότι μπορεί να είναι «διακριτική ή τιμωρητική».
Έλλειψη διαφάνειας
Το τι ακριβώς συμβαίνει στα κέντρα, σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, είναι «σε μεγάλο βαθμό καλυμμένο από μυστήριο». Η οργάνωση υποστηρίζει ότι η ιταλική κυβέρνηση έχει παρεμποδίσει την ανεξάρτητη παρακολούθηση της εφαρμογής της συμφωνίας, μεταξύ άλλων περιορίζοντας τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και παρακάμπτοντας τις συνήθεις νομοθετικές διαδικασίες.
Η ιταλική κυβέρνηση δεν απάντησε σε αίτημα του Pοlitico για σχολιασμό. Η Διεθνή Αμνηστία δήλωσε ότι δεν της επιτράπηκε η πρόσβαση στα κέντρα κράτησης. Ως εκ τούτου, για την έρευνά της βασίστηκε σε αλληλογραφία με το υπουργείο Εσωτερικών, σε εξέταση δικαστικών εγγράφων, σε πληροφορίες από δίκτυα της κοινωνίας των πολιτών, σε εκθέσεις βουλευτών και οργανισμών, καθώς και συνεντεύξεις με υπηρεσίες του ΟΗΕ και δικηγόρους.
Το μοντέλο εξαπλώνεται στην ΕΕ
Το αμφιλεγόμενο μοντέλο φαίνεται να κερδίζει έδαφος στην ΕΕ, καθώς νέα νομοθεσία επιτρέπει στις χώρες να στέλνουν απορριφθέντες αιτούντες άσυλο σε λεγόμενα «κέντρα επιστροφής» εκτός ΕΕ.
Προ ημερών, ο Ιταλός υπουργός Εξωτερικών Aντόνιο Ταγιάνι τάχθηκε υπέρ της δημιουργίας «κέντρων τύπου Αλβανίας» σε διάφορες αφρικανικές χώρες, αλλά και γενικότερα σε χώρες προέλευσης και διέλευσης μεταναστών.
Η πρόταση τέθηκε ενόψει έκτακτων συνομιλιών της ΕΕ που προκλήθηκαν από την άφιξη δεκάδων χιλιάδων μεταναστών από το Μαρόκο στον ισπανικό θύλακα Θέουτα.
Η συμφωνία Ιταλίας-Αλβανίας έχει βρεθεί υπό έντονο νομικό έλεγχο, τόσο στην Ιταλία όσο και στο ανώτατο δικαστήριο της ΕΕ.
Το 2024, δικαστήριο της Ρώμης αποφάσισε ότι η πρώτη ομάδα μεταναστών που στάλθηκε στην Αλβανία στο πλαίσιο της συμφωνίας δεν μπορούσε να κρατηθεί εκεί, επειδή οι χώρες καταγωγής τους —Μπανγκλαντές και Αίγυπτος— δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ασφαλείς.
Ωστόσο, σε μη δεσμευτική γνωμοδότηση προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης φέτος, ανώτερος νομικός σύμβουλος υποστήριξε ότι το δίκαιο της ΕΕ δεν απαγορεύει σε μια χώρα να δημιουργεί κέντρα κράτησης για την επεξεργασία υποθέσεων απορριφθέντων αιτούντων άσυλο εκτός της επικράτειάς της, υπό την προϋπόθεση ότι προστατεύονται πλήρως τα δικαιώματα των μεταναστών.
