Η πίεση προς τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς για μια πιο σκληρή εμπορική πολιτική απέναντι στην Κίνα εντείνεται από τη γερμανική βιομηχανία, καθώς επιχειρηματικοί φορείς και μεγάλες εταιρείες ζητούν πλέον πιο αποφασιστικές κινήσεις για την αντιμετώπιση αυτού που χαρακτηρίζουν αθέμιτο ανταγωνισμό από κινεζικές επιχειρήσεις.
Η αλλαγή στάσης έχει ιδιαίτερη σημασία για τη Γερμανία, μια χώρα που επί χρόνια αντιμετώπιζε με μεγάλη επιφύλαξη την επιβολή εμπορικών φραγμών, φοβούμενη αντίποινα από το Πεκίνο. Όπως μεταδίδει το Reuters, η στάση που θα υιοθετήσει τελικά το Βερολίνο θεωρείται κρίσιμη και για τη συνολικότερη εμπορική γραμμή της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στην Κίνα, με νέες συνομιλίες μεταξύ Βρυξελλών και Πεκίνου να έχουν προγραμματιστεί για τον Οκτώβριο.
Τα στοιχεία ενισχύουν τις ανησυχίες της γερμανικής πλευράς. Έκθεση του ΟΟΣΑ που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι κινεζικές μεταποιητικές επιχειρήσεις λαμβάνουν, σε σχέση με τον τζίρο τους, κρατική στήριξη τρεις έως οκτώ φορές μεγαλύτερη από εκείνη των ανταγωνιστών τους στις χώρες του Οργανισμού. Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, οι επιδοτήσεις ευθύνονται για σχεδόν το 60% της αύξησης του παγκόσμιου μεριδίου αγοράς των κινεζικών εταιρειών.
Την ίδια ώρα, το εμπορικό έλλειμμα της Γερμανίας με την Κίνα, τον μεγαλύτερο εμπορικό της εταίρο, διευρύνθηκε πέρυσι κατά περίπου 22 δισ. ευρώ, φθάνοντας τα 89,3 δισ. ευρώ. Οι γερμανικές εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 8,8%, ενώ οι εξαγωγές προς την κινεζική αγορά υποχώρησαν κατά 9,7%.
«Πρέπει να συζητήσουμε με την Κίνα τι ακριβώς συμβαίνει. Εάν επιβεβαιωθεί ότι αυτό οφείλεται σε επιδοτήσεις ή αθέμιτο ανταγωνισμό, τότε πρόκειται για ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί», δήλωσε στο Reuters ο Βόλκερ Τράιερ, επικεφαλής διεθνούς εμπορίου στο Γερμανικό Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο, DIHK.
Η αυτοκινητοβιομηχανία αλλάζει στάση
Η πίεση είναι εντονότερη στον κλάδο της αυτοκινητοβιομηχανίας. Όμιλοι όπως η Volkswagen, οι οποίοι έχουν ήδη χάσει έδαφος στην κινεζική αγορά απέναντι σε τοπικές εταιρείες όπως η BYD, βρίσκονται πλέον αντιμέτωποι με αυξανόμενο ανταγωνισμό από τους ίδιους παίκτες και στην Ευρώπη.
Η κυβέρνηση Μερτς έχει ήδη υιοθετήσει πιο αυστηρή ρητορική απέναντι στο Πεκίνο, χωρίς ωστόσο να εγκαταλείπει τη θέση ότι η Κίνα παραμένει σημαντικός οικονομικός εταίρος. Ο ίδιος ο καγκελάριος ανέφερε την Τετάρτη ότι έχει ζητήσει από το υπουργικό συμβούλιο προτάσεις για την αντιμετώπιση των εμπορικών ανισορροπιών μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Κίνας.
Παράλληλα, σημείωσε ότι η ίδια η γερμανική βιομηχανία φαίνεται να επανεξετάζει τις θέσεις της. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της ένωσης αυτοκινητοβιομηχανιών VDA, η οποία είχε αντιταχθεί το 2024 στους ευρωπαϊκούς δασμούς στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα που κατασκευάζονται στην Κίνα, αλλά πλέον εξετάζει εάν χρειάζεται αλλαγή στάσης.
Ανάλογες τοποθετήσεις καταγράφονται και από κορυφαία στελέχη της βιομηχανίας. Ο διευθύνων σύμβουλος της Siemens Energy, Κρίστιαν Μπρουχ, είχε δηλώσει τον Ιούνιο ότι δεν είναι αποδεκτό τα κινεζικά εισαγόμενα προϊόντα να αντιμετωπίζονται με τους ίδιους όρους με τα ευρωπαϊκά, ζητώντας νέους κανονισμούς και εξετάζοντας ακόμη και ποσοστώσεις για τοπικό περιεχόμενο.
Το DIHK θεωρεί ότι τα απαραίτητα εργαλεία υπάρχουν ήδη στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και της ΕΕ, αλλά ζητά ταχύτερες διαδικασίες. Αντίστοιχα, η BDI, που εκπροσωπεί μεγάλες γερμανικές βιομηχανίες, πιέζει για ταχύτερη ενεργοποίηση μέτρων εμπορικής άμυνας, καθώς και για αλλαγές στις διαδικασίες αντιντάμπινγκ και αντιεπιδοτήσεων.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της BDI, οι κρατικές επιδοτήσεις σε συνδυασμό με το κινεζικό νόμισμα, το οποίο αναλυτές της Deutsche Bank θεωρούν περίπου 15% υποτιμημένο έναντι του ευρώ, επιτρέπουν στις κινεζικές εταιρείες να προσφέρουν τιμές χαμηλότερες κατά 30% έως 40% από εκείνες των γερμανικών ανταγωνιστών τους. Το Πεκίνο απορρίπτει τις κατηγορίες ότι επιδοτεί αθέμιτα τη βιομηχανία του ή ότι χρησιμοποιεί υποτιμημένο νόμισμα για να ενισχύσει τις εξαγωγές του.
Το δίλημμα για τη Volkswagen και ο φόβος αντιποίνων
Ο επικεφαλής της Volkswagen, Όλιβερ Μπλουμ, έχει ζητήσει από την Ευρώπη να δημιουργήσει «ίσους όρους ανταγωνισμού», επισημαίνοντας μεταξύ άλλων ότι δεν υπάρχουν δασμοί για τα plug-in υβριδικά οχήματα από την Κίνα και υποστηρίζοντας κανόνες «Made in Europe» που θα αυξάνουν το ποσοστό ευρωπαϊκών εξαρτημάτων στα αυτοκίνητα.
Η εταιρεία, ωστόσο, επιχείρησε στη συνέχεια να αμβλύνει τις δηλώσεις του, μετά την ερμηνεία τους από κινεζικά μέσα ως κάλεσμα για προστατευτισμό. Το επεισόδιο αποτυπώνει το δύσκολο ισοζύγιο για τις γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες: από τη μία φοβούνται ότι θα χάσουν μερίδια στην ευρωπαϊκή αγορά και από την άλλη δεν θέλουν να προκαλέσουν μια εμπορική σύγκρουση με τη μεγαλύτερη αγορά αυτοκινήτου στον κόσμο.
Το πρόβλημα γίνεται ολοένα πιο πιεστικό. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το Reuters, οι BYD, Chery και Leapmotor πούλησαν τον Ιούνιο στην Ευρώπη από τρεις έως έξι φορές περισσότερα αυτοκίνητα σε σχέση με τον ίδιο μήνα του 2025. Οι πωλήσεις της SAIC αυξήθηκαν πάνω από 50%, ενώ της Geely περισσότερο από 11%.
Παρά τις ανησυχίες για ενδεχόμενα κινεζικά αντίποινα, η διάθεση αναμονής περιορίζεται. «Οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να ανησυχούν για πιθανή αντίδραση της Κίνας. Όμως πλέον και η αδράνεια έχει γίνει κίνδυνος», δήλωσε ο Ματίας Μπιάνκι της γερμανικής ένωσης Mittelstand.
Η συζήτηση μεταφέρεται πλέον και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Σύμφωνα με έγγραφο της 22ας Μαΐου που επικαλείται το Reuters, Γαλλία, Ιταλία και Ισπανία συγκαταλέγονται στις χώρες που πιέζουν για αναμόρφωση των μέτρων εμπορικής άμυνας της ΕΕ. Η Γερμανία δεν συμμετείχε σε αυτή την πρωτοβουλία, ωστόσο πηγές με γνώση των συζητήσεων ανέφεραν ότι ο Μερτς έχει σηματοδοτήσει τη στήριξή του στην προετοιμασία ενός πακέτου μέτρων από τις Βρυξέλλες, σε περίπτωση που οι συνομιλίες του Οκτωβρίου με την Κίνα δεν αποδώσουν.
