Η αμερικανική επιρροή στη Μέση Ανατολή κλονίζεται, αφήνοντας χώρο για έναν σκληρό ανταγωνισμό μεταξύ Ιράν, Ισραήλ και Τουρκίας. Στο επίκεντρο βρίσκεται η Συρία, όπου συγκλίνουν στρατηγικά συμφέροντα, ενεργειακές επιδιώξεις και διαφορετικά σχέδια για τη νέα περιφερειακή τάξη.
Σύμφωνα με ανάλυση στη FAZ, καθώς η αμερικανική ηγεμονία κλονίζεται και τα αραβικά κράτη αναζητούν τρόπους να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους, περιφερειακές δυνάμεις διεκδικούν ρόλο στη νέα εύθραυστη ισορροπία που διαμορφώνεται στην περιοχή.
Ο αμερικανοϊσραηλινός πόλεμος εναντίον του Ιράν έχει ανατρέψει τις ισορροπίες στη Μέση και την Εγγύς Ανατολή, με τη Συρία να εξελίσσεται σε βασικό πεδίο γεωπολιτικού ανταγωνισμού, εξηγούν αναλυτές.
Η νέα πραγματικότητα προκαλεί έντονη ανησυχία στις αραβικές πρωτεύουσες, καθώς το σύστημα ασφαλείας που επί δεκαετίες στηριζόταν στην αμερικανική ισχύ εμφανίζει πλέον σοβαρές ρωγμές.
Ο μεταβατικός πρόεδρος της Συρίας Αχμέντ αλ-Σάραα εξέφρασε χαρακτηριστικά αυτή τη δυσφορία, υποστηρίζοντας ότι τα αραβικά κράτη δεν θα πρέπει να υποχρεώνονται να επιλέγουν μεταξύ της ισραηλινής και της ιρανικής επεκτατικής πολιτικής. Κατά την άποψή του, χρειάζεται μια αυτόνομη αραβική στρατηγική.
Ο Μαρκ Λιντς, καθηγητής πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Τζορτζ Ουάσιγκτον, μιλώντας στη FAZ, θεωρεί ότι η εποχή της «αμερικανικής Μέσης Ανατολής» έχει ουσιαστικά ολοκληρωθεί. Το αμερικανικό σχέδιο για μια σταθερή περιφερειακή τάξη ασφαλείας υπό την ηγεσία της Ουάσιγκτον δεν απέδωσε τα αναμενόμενα: το ιρανικό καθεστώς δεν ανατράπηκε, οι αραβικοί σύμμαχοι δεν προστατεύθηκαν πλήρως από τις ιρανικές επιθέσεις και η ασφάλεια των Στενών του Ορμούζ παρέμεινε προβληματική.

Στενά του Ορμούζ, © EPA/IRANIAN ARMY OFFICE HANDOUT
Μέση Ανατολή: Από το Σουέζ στην αποδυνάμωση της αμερικανικής ηγεμονίας
Οι εξελίξεις προκαλούν συγκρίσεις με την Κρίση του Σουέζ το 1956. Τότε, η αποτυχημένη βρετανική και γαλλική προσπάθεια ανάκτησης του ελέγχου της διώρυγας από τον Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ αποκάλυψε την υποχώρηση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και την ανάδειξη των ΗΠΑ σε κυρίαρχη εξωτερική δύναμη στην περιοχή.
Σήμερα, αντίστοιχα ερωτήματα τίθενται για τον ρόλο της Ουάσιγκτον. Η Ρωσία έχει περιορίσει την παρουσία της στη Μέση Ανατολή εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία, ενώ η Κίνα, παρά τη στήριξή της προς το Ιράν, αποφεύγει να αναλάβει τον ρόλο εγγυητή της περιφερειακής ασφάλειας. Το Πεκίνο ενδιαφέρεται πρωτίστως για το εμπόριο και τις οικονομικές του σχέσεις.
Το κενό επιχειρούν έτσι να αξιοποιήσουν δυνάμεις από την ίδια την περιοχή: το Ιράν, το Ισραήλ και η Τουρκία. Οι τρεις χώρες δεν αποτελούν ενιαίο μπλοκ. Αντίθετα, συνδυάζουν ευκαιριακές συνεργασίες, ανταγωνισμούς και, σε ορισμένες περιπτώσεις, άμεσες στρατιωτικές συγκρούσεις.
Η Συρία στο επίκεντρο της νέας Μέσης Ανατολής
Η Συρία βρίσκεται στην καρδιά αυτών των ανακατατάξεων. Η χώρα παραμένει πολιτικά και θεσμικά εύθραυστη, ενώ η στρατηγική της θέση την καθιστά πολύτιμο πεδίο επιρροής. Με πρόσβαση στη Μεσόγειο και θέση ανάμεσα σε τρεις ηπείρους, μπορεί να αποτελέσει σημαντικό κόμβο για το εμπόριο, την ενέργεια και την περιφερειακή ασφάλεια.
Η πτώση του καθεστώτος Άσαντ ακολούθησε μια δεκαετία πολέμου στον οποίο ενεπλάκησαν πολλές εξωτερικές δυνάμεις. Η αποδυνάμωση της Χεζμπολάχ και του ιρανικού δικτύου επιρροής συνέβαλε καθοριστικά στην αλλαγή των συσχετισμών, επιτρέποντας στις δυνάμεις του αλ-Σάραα να επικρατήσουν.
Ωστόσο, η νέα ηγεσία δεν έχει κατορθώσει να μετατρέψει τη στρατηγική σημασία της χώρας σε σταθερότητα. Όπως επισημαίνει στη FAZ ο Εμίλ Χοκάγιεμ του IISS, η περιοχή δεν βρίσκεται ακόμη μπροστά σε μια νέα τάξη πραγμάτων, αλλά σε έναν ανταγωνισμό «όλων εναντίον όλων».
Η Δαμασκός προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε αντιμαχόμενες δυνάμεις. Το Ιράν παραμένει πηγή ανησυχίας, καθώς ιρανικές ή φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές εξακολουθούν να βρίσκονται κοντά στα σύνορα της Συρίας, κυρίως μέσω του Ιράκ και του Λιβάνου. Παράλληλα, η νέα κυβέρνηση χρειάζεται οικονομική στήριξη από τα αραβικά κράτη και επιδιώκει την άρση των αμερικανικών κυρώσεων, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη διατήρηση διαύλων με τον Ντόναλντ Τραμπ.

Αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ στη βόρεια Συρία © wikimedia commons
Μέση Ανατολή: Τα αραβικά κράτη αναζητούν νέα ισορροπία
Η αβεβαιότητα αφορά ιδιαίτερα τις μοναρχίες του Κόλπου. Η παραδοσιακή περιφερειακή επιρροή της Σαουδικής Αραβίας έχει περιοριστεί, ενώ το Ριάντ δίνει προτεραιότητα στη σταθερότητα και στην προστασία των συνόρων του. «Οι χώρες του Κόλπου βρίσκονται σε άμυνα», εκτιμά ο Χοκάγιεμ, επισημαίνοντας ότι εξακολουθούν να αντιδρούν στις κρίσεις αντί να καθορίζουν τις εξελίξεις.
Η στάση της κυβέρνησης Τραμπ ενισχύει την αβεβαιότητα. Η Ουάσιγκτον δεν εμφανίζεται πλέον διατεθειμένη να προσφέρει την ίδια εγγύηση προστασίας απέναντι στο Ιράν, ενώ δεν αποκλείεται μια συμφωνία με την Τεχεράνη για το πυρηνικό της πρόγραμμα και την άρση των κυρώσεων.
Για τα κράτη του Κόλπου, μια αμερικανοϊρανική προσέγγιση δημιουργεί νέο στρατηγικό ρίσκο. Γι’ αυτό επιδιώκουν παράλληλα τη βελτίωση των σχέσεών τους με την Τεχεράνη και τη διαφοροποίηση των διεθνών συνεργασιών τους. Η Σαουδική Αραβία έχει ενισχύσει τις σχέσεις της με την Τουρκία και το Πακιστάν, υπογράφοντας μαζί τους συμφωνία ασφαλείας στη Μέκκα.
Ωστόσο, η διαδικασία αυτή δεν σημαίνει οριστική απομάκρυνση από την Ουάσιγκτον. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, όπως και άλλες χώρες του Κόλπου, εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την αμερικανική στρατιωτική τεχνολογία και υποστήριξη. Η πλήρης στρατηγική απεξάρτηση από τις ΗΠΑ θα απαιτούσε, σύμφωνα με τον Χοκάγιεμ, δεκαετίες.

Ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μιλά κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ το 2026, στην Άγκυρα της Τουρκίας, στις 8 Ιουλίου 2026 ©
EPA
Τουρκία και Ισραήλ συγκρούονται για την επόμενη ημέρα στη Μέση Ανατολή
Στο νέο περιφερειακό σκηνικό, η Τουρκία διεκδικεί επίσης κεντρικό ρόλο. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επιδιώκει εδώ και χρόνια να ενισχύσει την επιρροή της Άγκυρας στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο και έχει στηρίξει τους ισλαμιστές συμμάχους της στη Συρία.
Η Άγκυρα θέλει να διατηρήσει ισχυρή επιρροή στη βόρεια Συρία, ενώ η τουρκική στρατιωτική παρουσία δημιουργεί νέα δεδομένα για τη Δαμασκό. Η πολιτική αυτή έχει χαρακτηριστεί από επικριτές «νεοοθωμανική», όρος που ο Ερντογάν δεν φαίνεται να απορρίπτει, υποστηρίζοντας ότι η Τουρκία έχει γεωπολιτικές ευθύνες που ξεπερνούν τα σημερινά σύνορά της.
Οι τουρκικές επιδιώξεις, όμως, προσκρούουν στις στρατηγικές επιλογές του Ισραήλ. Η ισραηλινή κυβέρνηση έχει καταστήσει σαφές ότι δεν θα ανεχθεί την εγκατάσταση τουρκικών στρατιωτικών υποδομών κοντά στα σύνορά της. Τον Ιούλιο, η ισραηλινή πολεμική αεροπορία έπληξε στρατιωτική βάση στη βόρεια Συρία, την οποία, σύμφωνα με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, χρησιμοποιούσε η Τουρκία.
Την ίδια στιγμή, ο αλ-Σάραα επιχειρεί να ανοίξει δίαυλο με το Ισραήλ. Οι δύο πλευρές, που παραμένουν τυπικά σε εμπόλεμη κατάσταση από το 1948, έχουν πραγματοποιήσει επαφές υψηλού επιπέδου και εξετάζουν συμφωνία ασφαλείας. Ο Σύρος ηγέτης έχει αφήσει ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο ενός οδικού χάρτη προς ειρηνευτική συμφωνία, εφόσον υπάρξουν αντίστοιχα βήματα από το Ισραήλ.
Κεντρικό αγκάθι παραμένουν τα Υψίπεδα του Γκολάν, που το Ισραήλ κατέλαβε το 1967 και προσάρτησε το 1981. Ο αλ-Σάραα επιμένει στην επιστροφή τους, ενώ η ισραηλινή κυβέρνηση έχει καταστήσει σαφές ότι δεν προτίθεται να εγκαταλείψει ούτε τις περιοχές που κατέλαβε μετά την πτώση του Άσαντ.

Ο πρόεδρος της Συρίας, Αχμέντ αλ Σαράα, γνωστός και ως Αμπού Μοχάμεντ αλ Τζολάνι © EPA
Η ισραηλινή στρατηγική και οι αντιδράσεις
Η ισραηλινή στρατηγική προκαλεί αντιδράσεις ακόμη και στο εσωτερικό της χώρας. Ο επικεφαλής της υπηρεσίας στρατιωτικών πληροφοριών Μάικλ Μίλσταϊν έχει διερωτηθεί κατά πόσο είναι δυνατόν να επιδιώκεται στρατιωτική υπεροχή σε όλα τα μέτωπα, ενώ ταυτόχρονα η περιοχή παραμένει αντιμέτωπη με κρίσεις στο Ιράν, στον Λίβανο, στη Γάζα και στη Δυτική Όχθη.
Στις αραβικές πρωτεύουσες, το Ισραήλ αντιμετωπίζεται ολοένα περισσότερο ως δύναμη που συμβάλλει στην αποσταθεροποίηση, ιδιαίτερα καθώς θεωρείται ότι η Ουάσιγκτον δεν επιθυμεί ή δεν μπορεί να περιορίσει τις επιλογές του. Η ελπίδα ότι ένας Αμερικανός πρόεδρος θα μπορούσε να επιβάλει μια πολιτική λύση στο Παλαιστινιακό έχει επίσης υποχωρήσει.

Ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου © EPA/ABIR SULTAN
Η σχέση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου παραμένει σημαντικός παράγοντας, αλλά ο Αμερικανός πρόεδρος διατηρεί ταυτόχρονα καλές σχέσεις με τον Ερντογάν και τον αλ-Σάραα. Αυτό αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων ανατροπών.
Η Μέση Ανατολή εισέρχεται έτσι σε μια περίοδο κατά την οποία η παλιά αμερικανική αρχιτεκτονική ασφαλείας αποδυναμώνεται χωρίς να έχει εμφανιστεί ένας σαφής διάδοχος. Η Ρωσία και η Κίνα δεν δείχνουν πρόθυμες να καλύψουν το κενό, ενώ οι περιφερειακές δυνάμεις ανταγωνίζονται για επιρροή.
Για τα αραβικά κράτη, αλλά και για τη Συρία που βρίσκεται στο επίκεντρο αυτών των συγκρούσεων, η μετάβαση προμηνύεται μακρά και γεμάτη αβεβαιότητα.
