Η σύγκρουση ΗΠΑ – Ιράν βαλτώνει χωρίς ορατό τέλος: “Έχουμε κολλήσει”

Το αδιέξοδο στον Ορμούζ, η οικονομική πίεση και ο κίνδυνος νέας κλιμάκωσης διαμορφώνουν ένα σκηνικό στο οποίο ο πόλεμος μπορεί να συνεχιστεί για μήνες ή και επ' αόριστον

Ιρανή μπροστά από αντιαμερικανική αφίσα στο κέντρο της Τεχεράνης © EPA/ABEDIN TAHERKENAREH

Η σύγκρουση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν παραμένει εγκλωβισμένη σε μια επικίνδυνη ενδιάμεση κατάσταση, ανάμεσα σε μια εύθραυστη εκεχειρία και την επιστροφή σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο.

Οι αμοιβαίες στρατιωτικές επιθέσεις έχουν ενταθεί τις τελευταίες ημέρες, χωρίς ωστόσο να διαφαίνεται κάποια άμεση διέξοδος προς μια διπλωματική συμφωνία, σύμφωνα με το Bloomberg.

Kαι όλα αυτά ενώ ο πρόεδρος Τραμπ σκέφτεται ήδη σοβαρά «να κηρύξει το τέλος του πολέμου στο Ιράν».

«Στρατιωτικά, είναι απολύτως ξεκάθαρο ότι έχουμε βαλτώσει», δήλωσε ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής Πατ Χάριγκαν, μέλος της Επιτροπής Ενόπλων Δυνάμεων της Βουλής των Αντιπροσώπων. Όπως ανέφερε, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν βρίσκονται σε ένα σημείο όπου καμία πλευρά δεν φαίνεται να μπορεί να επιτύχει τους στόχους της μέσω μιας περιορισμένης στρατιωτικής σύγκρουσης.

Εκατέρωθεν επιθέσεις σε πλοία και εγκαταστάσεις

Η τελευταία κλιμάκωση ξεκίνησε με επιθέσεις του Ιράν εναντίον εμπορικών πλοίων, γεγονός που προκάλεσε αμερικανικά πλήγματα σε εγκαταστάσεις των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης που χρησιμοποιούνταν για την επιχείρηση εναντίον πλοίων στα Στενά του Ορμούζ.

Σε απάντηση, το Ιράν εξαπέλυσε πυραύλους και drones εναντίον αμερικανικών βάσεων στην περιοχή, μεταξύ άλλων στην Ιορδανία, το Κουβέιτ και το Μπαχρέιν.

Η Τεχεράνη υποστήριξε ότι οι αμερικανικές επιθέσεις το βράδυ της Τρίτης προκάλεσαν τον θάνατο 18 ανθρώπων. Παράλληλα, προειδοποίησε ότι θα απαντήσει σε αμερικανικό πλήγμα σε γαμήλια τελετή στη νότια πόλη Σιρίκ. Σύμφωνα με την Ιρανική Ερυθρά Ημισέληνο, από την επίθεση σκοτώθηκαν τουλάχιστον τέσσερις άνθρωποι και τραυματίστηκαν 67.

Αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας

Η νέα ένταση προκαλεί παράλληλα αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας. Οι τιμές του πετρελαίου, οι οποίες είχαν υποχωρήσει κατά τη διάρκεια της σχετικής ηρεμίας τον Αύγουστο, αυξάνονται και πάλι.

Το Brent έχει ενισχυθεί περισσότερο από 6% αυτή την εβδομάδα, φτάνοντας περίπου στα 95 δολάρια το βαρέλι, ενώ οι τιμές του ντίζελ στις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ανέλθει σε υψηλό τετραετίας.

Η άνοδος του ενεργειακού κόστους εντείνει την πίεση στον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, καθώς ο πόλεμος γίνεται ολοένα και πιο αντιδημοφιλής μεταξύ των Αμερικανών ψηφοφόρων, μόλις δύο μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.

Στο επίκεντρο της σύγκρουσης παραμένουν τα Στενά του Ορμούζ, μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες αρτηρίες του πλανήτη.

Η δυνατότητα του Ιράν να απειλεί τη ναυσιπλοΐα στην περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα διαπραγματευτικά του όπλα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν φαίνεται να απέχουν σημαντικά από την επιστροφή σε επίσημες διαπραγματεύσεις. Το μνημόνιο κατανόησης που είχαν υπογράψει στα μέσα Ιουνίου έληξε χωρίς να έχει σημειωθεί ουσιαστική πρόοδος προς μια μόνιμη συμφωνία ειρήνης.

Κίνδυνος γενικευμένου πολέμου

Παρά το γεγονός ότι η ένταση των αεροπορικών επιδρομών και οι απώλειες παραμένουν πολύ χαμηλότερες από εκείνες των πρώτων εβδομάδων του πολέμου, η σύγκρουση εξακολουθεί να επιβαρύνει τις αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις. Παράλληλα, παραμένει υπαρκτός ο κίνδυνος μιας νέας γενικευμένης πολεμικής αναμέτρησης.

Αναλυτές εκτιμούν ότι το αδιέξοδο είναι πιθανό να διατηρηθεί. Και οι δύο πλευρές αυξάνουν σταδιακά τις απαιτήσεις και τους όρους που θέτουν για την επιστροφή στις συνομιλίες. Το αποτέλεσμα, όπως εκτιμούν, είναι μια «εύθραυστη στασιμότητα», η οποία μπορεί να συνεχιστεί παρά τις κατά διαστήματα εξάρσεις βίας.

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει δηλώσει ότι δεν πιστεύει πως ο τελευταίος γύρος αμερικανικών επιθέσεων θα διαρκέσει «για πολύ».

Την ίδια ώρα, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ ανακοίνωσε σχέδιο για την ενίσχυση της οικονομικής πίεσης προς την Τεχεράνη, σε συνδυασμό με τον αμερικανικό ναυτικό αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών.

Οικονομική ασφυξία του Ιράν

Σύμφωνα με τον Μπέσεντ, η προσπάθεια οικονομικής ασφυξίας του Ιράν καθιστά λιγότερο πιθανή μια νέα μεγάλης κλίμακας στρατιωτική αναμέτρηση. Ο αποκλεισμός, ωστόσο, έχει ήδη σοβαρές συνέπειες για την ιρανική οικονομία, περιορίζοντας τις εξαγωγές πετρελαίου και τις εισαγωγές βασικών αγαθών. Ο πληθωρισμός έχει εκτοξευθεί περίπου στο 80%.

Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να πιέσει και τις χώρες που εξακολουθούν να διατηρούν εμπορικούς δεσμούς με την Τεχεράνη. Ωστόσο, χώρες όπως η Κίνα, το Πακιστάν και η Τουρκία δεν φαίνεται να υιοθετούν την αμερικανική απαίτηση για πλήρη διακοπή των σχέσεων με το Ιράν.

Για την αμερικανική κυβέρνηση, η βασική επιδίωξη που έχει διατυπωθεί επανειλημμένα είναι να εμποδιστεί η Τεχεράνη να αποκτήσει πυρηνικό όπλο. Στην πράξη, όμως, η πίεση για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ έχει αποκτήσει ολοένα μεγαλύτερη σημασία, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ αντιμετωπίζει αυξανόμενες εσωτερικές πιέσεις για τον τερματισμό ενός πολέμου που χάνει σταδιακά τη λαϊκή του στήριξη.

Υπαρξιακή αναμέτρηση για την Τεχεράνη

Για την Τεχεράνη, αντίθετα, η σύγκρουση έχει χαρακτήρα υπαρξιακής αναμέτρησης. Το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει τη δυνατότητα να αυξήσει σημαντικά το κόστος του πολέμου για τις Ηνωμένες Πολιτείες, απειλώντας την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στον Ορμούζ.

Παράλληλα, έχει πραγματοποιήσει επιθέσεις με drones και πυραύλους εναντίον ενεργειακών υποδομών σε πλούσιες αραβικές χώρες του Κόλπου, μεταξύ των οποίων η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

«Δεν πιστεύω ότι καμία από τις δύο πλευρές έχει μια καλά διαμορφωμένη στρατηγική νίκης», εκτίμησε ο Τζον Άλτερμαν, επικεφαλής του προγράμματος παγκόσμιας στρατηγικής και ασφάλειας στο Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών. Για το Ιράν, όπως εξήγησε, η απλή επιβίωση μπορεί να θεωρηθεί νίκη. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, όμως, δεν είναι αποδεκτό να επιτρέψουν στο Ιράν να ελέγχει τα Στενά του Ορμούζ.

Ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός θεωρείται από ορισμένους αναλυτές η πιο αποτελεσματική διαθέσιμη επιλογή για την Ουάσιγκτον, καθώς συνδυάζει στρατιωτική παρουσία με την οικονομική εκστρατεία πίεσης.

Ο Μάικλ Ο’Χάνλον του Ινστιτούτου Brookings υποστήριξε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να διατηρήσουν σημαντική ναυτική δύναμη στον Περσικό Κόλπο για όσο διάστημα χρειαστεί.

Αναζητείται στρατηγική εξόδου

Ωστόσο, ακόμη και στους κόλπους του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος αυξάνονται οι φωνές που ζητούν μια ξεκάθαρη στρατηγική εξόδου.

Ο Πατ Χάριγκαν υποστηρίζει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επιτύχει ορισμένους από τους στόχους που είχαν θέσει στην αρχή του πολέμου, αλλά πλέον βρίσκονται σε αδιέξοδο.

«Πρέπει να σταματήσουμε να διεξάγουμε επ’ αόριστον έναν περιορισμένο πόλεμο, πιστεύοντας ότι θα χρησιμοποιήσουμε μια περιορισμένη σύγκρουση για να πετύχουμε απεριόριστα αποτελέσματα», ανέφερε. «Αυτό που κάνουμε τώρα είναι ανεύθυνο και πρέπει να πάρουμε μια απόφαση».

Έξι μήνες μετά την έναρξη της σύγκρουσης, η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη εξακολουθούν να ανταλλάσσουν πλήγματα χωρίς να μπορούν να επιβάλουν μια αποφασιστική λύση. Το αδιέξοδο στον Ορμούζ, η οικονομική πίεση και ο κίνδυνος νέας κλιμάκωσης διαμορφώνουν ένα σκηνικό στο οποίο ο πόλεμος μπορεί να συνεχιστεί για μήνες, χωρίς καμία από τις δύο πλευρές να διαθέτει έναν σαφή δρόμο προς τη νίκη ή την ειρήνη.