Οι πετρελαϊκές υποδομές της Saudi Aramco στη βιομηχανική πόλη Τζιζάν αποτέλεσαν εκ νέου στόχο επίθεσης τη Δευτέρα, μόλις ένα μήνα αφότου το προηγούμενο χτύπημα έθεσε προσωρινά εκτός λειτουργίας τμήμα της παραγωγής του διυλιστηρίου, σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times.
Η συγκεκριμένη εγκατάσταση, η οποία συγκαταλέγεται στις μεγαλύτερες της Σαουδικής Αραβίας με δυναμικότητα 400.000 βαρελιών ημερησίως, βρίσκεται πολύ κοντά στα σύνορα με την Υεμένη. Σύμφωνα με δύο πηγές που διαθέτουν γνώση του θέματος, τα στελέχη της εταιρείας αξιολογούν ήδη το μέγεθος των ζημιών στις συνδεδεμένες εγκαταστάσεις και τις ενεργειακές υποδομές.
Οι υποστηριζόμενοι από το Ιράν αντάρτες Χούθι δεν ανέλαβαν επισήμως την ευθύνη για τη νέα επίθεση στο βασίλειο. Ωστόσο, η οργάνωση αναζωπύρωσε τη σύγκρουση επιβάλλοντας αποκλεισμό στα λιμάνια της Ερυθράς Θάλασσας τον Ιούλιο. Έκτοτε, εξαπολύει συχνά επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πυραύλους, στοχεύοντας άμεσα τις σαουδαραβικές πετρελαϊκές υποδομές.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Saudi Aramco, Αμίν Νάσερ, ξεκαθάρισε τον περασμένο μήνα ότι η πρώτη επίθεση προκάλεσε μεν κάποιες διακοπές παραγωγής, χωρίς ωστόσο να υπάρξει κανένας ουσιαστικός λειτουργικός ή οικονομικός αντίκτυπος.
Mικρή άνοδος στις τιμές πετρελαίου
Η νέα επίθεση αξιολογείται ως παρόμοιας κλίμακας με εκείνη του προηγούμενου μήνα, ενώ η εταιρεία δεν ανταποκρίθηκε άμεσα σε αίτημα για σχολιασμό. Η γεωπολιτική ένταση αποτυπώθηκε άμεσα στις αγορές, με το αργό τύπου Brent να καταγράφει άνοδο 1,2%, αγγίζοντας τα 97,40 δολάρια ανά βαρέλι τη Δευτέρα.
Σε επίπεδο εφοδιαστικής αλυσίδας, το διυλιστήριο της Τζιζάν εξήγαγε περισσότερα διυλισμένα προϊόντα τους πρώτους μήνες της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, αναπληρώνοντας τον περιορισμό των σαουδαραβικών εξαγωγών από τον Κόλπο. Αντιθέτως, η αναζωπύρωση των επιθέσεων από τους Χούθι μείωσε δραματικά αυτούς τους όγκους. Σύμφωνα με δεδομένα της Kpler, τον Αύγουστο δεν πραγματοποιήθηκε καμία αποστολή πετρελαϊκών προϊόντων από τη συγκεκριμένη πόλη.
Το Ριάντ ενεπλάκη στρατιωτικά στον εμφύλιο της Υεμένης το 2015, ηγούμενο ενός αραβικού συνασπισμού κατά των Χούθι, όταν οι αντάρτες κατέλαβαν την πρωτεύουσα Σαναά και ανέτρεψαν τη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση.
Παρά την εκεχειρία του Απριλίου 2022, οι σημαντικές συγκρούσεις επανήλθαν τον Ιούλιο. Οι αντάρτες, που το Ριάντ θεωρεί ότι κατευθύνονται από την Τεχεράνη, απειλούν πλέον ανοιχτά να κλείσουν το στενό Μπαμπ ελ Μαντέμπ. Η συγκεκριμένη θαλάσσια οδός έχει καταστεί ζωτικής σημασίας για τις σαουδαραβικές εξαγωγές, ειδικά μετά τους περιορισμούς ναυσιπλοΐας που επέβαλε το Ιράν στο Στενό του Ορμούζ, σύμφωνα με τους Financial Times.
Πολλαπλές και συνεχείς επιθέσεις των Χούθι
Το περασμένο Σαββατοκύριακο, οι Χούθι -οι οποίοι ελέγχουν τον πυκνοκατοικημένο βορρά της Υεμένης- εξαπέλυσαν ευρεία χερσαία επίθεση στις ακτές της Ερυθράς Θάλασσας, επιδιώκοντας προέλαση προς το Μπαμπ ελ Μαντέμπ.
Σφοδρές συγκρούσεις ξέσπασαν γύρω από το ιστορικό λιμάνι της Μόκα και την πόλη Ταΐζ, αναγκάζοντας χιλιάδες ανθρώπους να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Οι μάχες αυτές χαρακτηρίζονται ως οι σφοδρότερες των τελευταίων έξι ετών, καθώς οι φιλοκυβερνητικές δυνάμεις της Υεμένης, με τη στήριξη της Σαουδικής Αραβίας, απάντησαν με ισχυρές αντεπιθέσεις.
Πριν από την εκεχειρία του 2022, οι Χούθι στόχευαν τακτικά τη Σαουδική Αραβία, με την αεράμυνα του βασιλείου να αναχαιτίζει την πλειονότητα των πληγμάτων. Όσα περνούσαν, προκαλούσαν ζημιές σε ενεργειακές και μη στρατιωτικές υποδομές.
«Επιστρέψαμε σε κανονικό πόλεμο στην Υεμένη», επισημαίνει χαρακτηριστικά ο Φαρέα αλ-Μουσλίμι, ερευνητής στο Chatham House. «Γίνεται στην ξηρά, στον αέρα και στη θάλασσα. Οι Σαουδάραβες κάνουν ό,τι είναι δυνατόν για να αποφύγουν μια άμεση σύγκρουση, αλλά προετοιμάζονται για αυτήν».
