Η μάχη για τον προϋπολογισμό στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) περνά πλέον από την αντιπαράθεση Βερολίνου και Βρυξελλών: ο Φρίντριχ Μερτς απαιτεί βαθιές περικοπές, ενώ ο Αντόνιο Κόστα αναζητά νέους ευρωπαϊκούς φόρους, ώστε να χρηματοδοτηθούν οι κοινές προτεραιότητες χωρίς μεγαλύτερες εθνικές εισφορές.
Ο Αντόνιο Κόστα επιχειρεί να διασώσει τις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες σε ασφάλεια, άμυνα, ανταγωνστικότητα, απέναντι στη γερμανική απαίτηση για βαθιές μειώσεις δαπανών.
Το Βερολίνο ζητά μικρότερο προϋπολογισμό, ενώ ο Κόστα αναζητά νέους ευρωπαϊκούς πόρους για να μην αυξηθούν οι εισφορές στους εθνικούς προϋπολογισμούς σε μια κόντρα που καλά κρατεί και αναδυκνείει στρατηγικές διαφωνίες στο παζάρι για το ποιος θα πληρώσει τις δαπάνες στον νέο 7ετή προϋπολογισμό της ΕΕ και πώς θα κατανεμηθούν.
Η συνάντηση που αποκάλυψε το χάσμα
Η συνάντηση του Αντόνιο Κόστα με τον Φρίντριχ Μερτς στο Βερολίνο την Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου ανέδειξε το βασικό μέτωπο της διαπραγμάτευσης για τον επόμενο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι δύο άνδρες συμφωνούν ότι απαιτείται συμφωνία έως το τέλος του 2026, αλλά απέχουν σημαντικά ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα χρηματοδοτηθούν οι ευρωπαϊκές φιλοδοξίες.
Η Γερμανία, ο μεγαλύτερος καθαρός συνεισφέρων στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, ζητά περικοπές εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ από την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ύψους σχεδόν 2 τρισ. ευρώ για την περίοδο 2028-2034. Ο Μερτς θεωρεί ότι μια αύξηση περίπου 60% σε σχέση με τον υφιστάμενο επταετή προϋπολογισμό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή σε μια περίοδο κατά την οποία τα κράτη-μέλη περιορίζουν τις δικές τους δημόσιες δαπάνες.
Ο Κόστα, αντίθετα, επιχειρεί να διατηρήσει το επίπεδο των ευρωπαϊκών φιλοδοξιών, χωρίς όμως να μεταφέρει το κόστος απευθείας στους εθνικούς προϋπολογισμούς. Η δική του πρόταση είναι η δημιουργία νέων «ίδιων πόρων» της ΕΕ, δηλαδή νέων πηγών εσόδων που θα εισρέουν απευθείας στα ευρωπαϊκά ταμεία.
«Δεν μπορούμε να ζητήσουμε περισσότερα από τα κράτη-μέλη», ήταν το μήνυμα του Κόστα στο Βερολίνο. Για τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, η λύση βρίσκεται στη δημιουργία νέων ευρωπαϊκών εσόδων, ώστε να προστατευθούν οι εθνικοί προϋπολογισμοί.
Έτσι, η διαφωνία δεν αφορά απλώς το ύψος του προϋπολογισμού. Αφορά το ποιος θα πληρώσει για την Ευρώπη της επόμενης επταετίας.
Αντόνιο Κόστα: φόροι αντί για μεγαλύτερες εθνικές εισφορές
Η λογική του Κόστα αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς οι ανάγκες της ΕΕ έχουν αλλάξει. Η άμυνα, η ασφάλεια και η ανταγωνιστικότητα απαιτούν περισσότερες επενδύσεις, ενώ ταυτόχρονα οι κυβερνήσεις θέλουν να διατηρήσουν τη χρηματοδότηση της γεωργίας, της συνοχής και άλλων παραδοσιακών ευρωπαϊκών πολιτικών.
Το πρόβλημα είναι ότι οι χώρες που συνεισφέρουν περισσότερα στον προϋπολογισμό από όσα λαμβάνουν δεν θέλουν να αυξήσουν τις εθνικές τους εισφορές. Από την άλλη πλευρά, οι χώρες που εξαρτώνται περισσότερο από τα ευρωπαϊκά κονδύλια αντιδρούν στις περικοπές.
Σε αυτό το αδιέξοδο, οι νέοι ίδιοι πόροι αποτελούν για τον Κόστα πιθανή γέφυρα. Η Επιτροπή είχε υπολογίσει ότι οι νέες πηγές εσόδων θα μπορούσαν να αποφέρουν περίπου 66 δισ. ευρώ ετησίως. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, οι κυβερνήσεις έχουν καταφέρει να συγκλίνουν μόνο σε μέτρα που συνδέονται με τις εισαγωγές υψηλής ανθρακικής έντασης και τα μη συλλεγόμενα ηλεκτρονικά απόβλητα, με συνολικά αναμενόμενα έσοδα περίπου 20 δισ. ευρώ ετησίως.
Οι υπόλοιπες προτάσεις παραμένουν πολιτικά δύσκολες. Το ζητούμενο για τον Κόστα είναι να περιορίσει τις επιλογές έως τον Οκτώβριο και να διαμορφώσει ένα πακέτο που θα μπορεί να συγκεντρώσει την απαιτούμενη ομοφωνία.
Το Βερολίνο επιμένει στις περικοπές
Ο Μερτς, πάντως, δεν δείχνει διατεθειμένος να καλύψει το δημοσιονομικό κενό μέσω ενός μεγαλύτερου προϋπολογισμού ή νέου κοινού δανεισμού. Η Γερμανία υποστηρίζει ότι όλες οι κατηγορίες δαπανών πρέπει να συμβάλουν στις περικοπές, ενώ ζητά παράλληλα αλλαγή των προτεραιοτήτων προς την άμυνα και την ανταγωνιστικότητα.
Στην ίδια γραμμή βρίσκονται η Δανία, η Ολλανδία, η Αυστρία, η Φινλανδία και η Σουηδία. Οι χώρες αυτές υποστηρίζουν μικρότερο συνολικό δημοσιονομικό πακέτο και χαμηλότερες εθνικές επιβαρύνσεις.
Η γερμανική στάση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή το Βερολίνο χρηματοδοτεί περίπου το ένα τέταρτο του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού. Παράλληλα, η γερμανική οικονομία βρίσκεται υπό πίεση, γεγονός που περιορίζει την πολιτική δυνατότητα της κυβέρνησης να δικαιολογήσει στο εσωτερικό μεγαλύτερες μεταβιβάσεις προς τις Βρυξέλλες.
Η πρόσφατη εκλογική άνοδος της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα πίεσης. Ο Μερτς βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα πολιτικό περιβάλλον στο οποίο οι ευρωπαϊκές δαπάνες μπορούν εύκολα να μετατραπούν σε αντικείμενο εσωτερικής αντιπαράθεσης.
Η δύσκολη «ζώνη προσγείωσης»
Το άλλο μεγάλο μέτωπο αφορά την κατανομή των περικοπών. Ισπανία και Πολωνία θέλουν να προστατεύσουν τη χρηματοδότηση της συνοχής, της γεωργίας και της αλιείας, ενώ ταυτόχρονα συμφωνούν ότι η ΕΕ χρειάζεται περισσότερους πόρους για άμυνα, ασφάλεια και ανταγωνιστικότητα.
Η αντίφαση είναι εμφανής: όλοι συμφωνούν στις νέες ανάγκες, αλλά ελάχιστοι είναι διατεθειμένοι να αποδεχθούν το κόστος τους.
Η συνάντηση του Κόστα με τον Πολωνό Πρωθυπουργό Ντόναλντ Τουσκ έγινε επίσης την Τετάρτη. Ο Τουσκ τάχθηκε υπέρ ενός μεγαλύτερου προϋπολογισμού, σε αντίθεση με τη Γερμανία, ενώ η συνάντηση στη Μαδρίτη θα γίνει τις επόμενες ημέρες.
Η Ισπανία υποστηρίζει ότι η πρόταση της Επιτροπής αποτελεί ήδη έναν δύσκολο συμβιβασμό και αντιτίθεται σε νέες περικοπές. Η Πολωνία κινείται σε παρόμοια κατεύθυνση, υποστηρίζοντας ότι οι επενδύσεις στη συνοχή και τη γεωργία δεν είναι αντίθετες προς την ανταγωνιστικότητα, αλλά μπορούν να λειτουργήσουν ως μοχλός της.
Από την άλλη πλευρά, το Βερολίνο επιμένει ότι ο προϋπολογισμός πρέπει να γίνει μικρότερος και ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να επιλέξουν ποιες πολιτικές θεωρούν πραγματικά στρατηγικές.
Αυτό αφήνει τον Κόστα να αναζητά μια εξαιρετικά δύσκολη ισορροπία. Χρειάζεται να πείσει τους δημοσιονομικά αυστηρούς εταίρους ότι οι νέοι ευρωπαϊκοί πόροι δεν θα εξελιχθούν σε ανεξέλεγκτη αύξηση της χρηματοδοτικής επιβάρυνσης, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να καθησυχάσει τις χώρες που φοβούνται ότι οι περικοπές θα πλήξουν τις παραδοσιακές πολιτικές της ΕΕ.
Η λύση μπορεί να περιλαμβάνει συνδυασμό νέων ίδιων πόρων, διαφορετικής κατανομής των δαπανών και άλλων χρηματοδοτικών εργαλείων. Αυτό είναι και το πεδίο στο οποίο ο Κόστα επιχειρεί να βρει τη «ζώνη προσγείωσης» για τον προϋπολογισμό.
επενδύσεις σε άμυνα και ανταγωνιστικότητα
Οι κυβερνήσεις συμφωνούν ότι χρειάζονται περισσότερες επενδύσεις σε άμυνα και ανταγωνιστικότητα, αλλά διαφωνούν για το ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό και ποιες υφιστάμενες πολιτικές θα υποστούν το κόστος.
Ο επίτροπος Προϋπολογισμού της ΕΕ Πιοτρ Σεραφίν προειδοποιεί ότι, εάν οι μεγάλες περικοπές επικεντρωθούν στους τομείς που η Επιτροπή θεωρεί κρίσιμους για την ανταγωνιστικότητα και την ασφάλεια, θα υπονομευθούν ακριβώς οι στόχοι που οι κυβερνήσεις δηλώνουν ότι θέλουν να υπηρετήσουν.
Η διαπραγμάτευση, επομένως, δεν είναι απλώς λογιστική. Είναι μια σύγκρουση για το ποια Ευρώπη θα χρηματοδοτηθεί την επόμενη επταετία και με ποιον τρόπο. Ο Κόστα θέλει να δημιουργήσει νέα ευρωπαϊκά έσοδα ώστε να περιορίσει την πίεση στους εθνικούς προϋπολογισμούς. Το Βερολίνο ζητά μικρότερο συνολικό λογαριασμό και βαθιές περικοπές.
Το βέβαιο είναι ότι η σύγκρουση που αποκαλύφθηκε στο Βερολίνο θέτει πλέον το κεντρικό ερώτημα της διαπραγμάτευσης: θα χρηματοδοτήσει η Ευρώπη τις νέες της προτεραιότητες με νέους ευρωπαϊκούς πόρους ή θα περιορίσει τις φιλοδοξίες της για να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις των εθνικών προϋπολογισμών;
Ο χρόνος πιέζει. Η συμφωνία πρέπει να επιτευχθεί έως το τέλος του 2026 και το πλαίσιο να είναι έτοιμο πριν από την έναρξη του νέου δημοσιονομικού κύκλου την 1η Ιανουαρίου 2028. Οι εθνικές εκλογές του 2027 σε μεγάλες χώρες της ΕΕ καθιστούν ακόμη πιο δύσκολη την επίτευξη συμβιβασμού αργότερα.
Για τον Κόστα, επομένως, η περιοδεία στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες δεν είναι απλώς μια καταγραφή θέσεων. Είναι προσπάθεια να βρεθεί το ελάχιστο κοινό έδαφος πριν οι εθνικές πολιτικές σκοπιμότητες κάνουν τη συμφωνία ακόμη δυσκολότερη. Και η συνάντηση στο Βερολίνο έδειξε ότι το μεγαλύτερο εμπόδιο βρίσκεται αυτή τη στιγμή ακριβώς εκεί: στη διαφορά ανάμεσα σε μια Ευρώπη που θέλει περισσότερα και σε μια Γερμανία και άλλες χώρες του λεγόμενου Βορρά που ζητά να πληρώσουν λιγότερα.
