Γαλλία: Στην έξοδο σπεύδουν οι επενδυτές, στις 145 μ.β. η διαφορά με το γερμανικό bund

Χρέος, δημοσιονομικά ελλείμματα και πολιτική αβεβαιότητα οδηγούν σε μαζική έξοδο κεφαλαίων από τη Γαλλία, φόβοι για μετάδοση της κρίσης στην Ευρώπη

Διαδηλωτές με τη σημαία της Γαλλίας στην Place de Bercy στο Παρίσι © EPA/MOHAMMED BADRA

Κατά το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του ευρώ, οι επενδυτές αντιμετώπιζαν τη Γαλλία ως μια οικονομία που, παρά τις πολιτικές και δημοσιονομικές δυσκολίες της, κατάφερνε πάντα να ξεπεράσει τις κρίσεις της. Αυτή η πίστη, όμως, αρχίζει να κλονίζεται καθώς το sell off στα γαλλικά κρατικά ομόλογα εξελίσσεται με μεγαλύτερη ένταση και ταχύτητα από ό,τι περίμεναν οι αγορές.

Οι ανησυχίες για την αδυναμία επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων, το πολιτικό αδιέξοδο και το φάσμα των προεδρικών εκλογές του 2027 οδηγούν ολοένα και περισσότερους επενδυτές στην έξοδο. Το δημοσιονομικό έλλειμμα, που υποτίθεται ότι θα μειώνονταν στο 5% του ΑΕΠ φέτος, κινείται ανοδικά επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο το ήδη βαρύ οικονομικό τοπίο.

Σύμφωνα με το Bloomberg, η απόδοση του 10τούς κρατικού γαλλικού ομολόγου έχει εκτιναχθεί τους τελευταίους μήνες, καταγράφοντας τη χειρότερη τριμηνιαία επίδοση από τη δημιουργία του ευρώ. Σήμερα Παρασκευή, το spread έναντι του αντίστοιχου γερμανικού τίτλου bund έφτασε στις 152 μονάδες βάσης, φθάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από το 2011.

Η απόδοση του γαλλικού 1οετούς έχει πλέον φτάσει στο 4,9%, δηλαδή περίπου στα υψηλότερα επίπεδα από το 2002.

Οι πιέσεις δεν περιορίζονται στα ομόλογα. Οι γαλλικές μετοχές υποαποδίδουν έναντι άλλων ευρωπαϊκών αγορών, ενώ η τελευταία έρευνα της Bank of America μεταξύ Ευρωπαίων διαχειριστών κεφαλαίων ανέδειξε τη Γαλλία ως τη λιγότερο προτιμώμενη αγορά για τους επόμενους δώδεκα μήνες.

Το Παρίσι αναζητεί δημοσιονομική αξιοπιστία

Σε αυτό το πλαίσιο η κυβέρνηση παρουσίασε έναν προϋπολογισμό που προβλέπει ασυνήθιστα υψηλές περικοπές προκειμένου να επαναφέρει το έλλειμμα στον στόχο του 5% που έχασε φέτος. Η εφαρμογή των μέτρων, ωστόσο, αναμένεται να προσκρούσει σε σοβαρά εμπόδια σε ένα κατακερματισμένο κοινοβούλιο, που τα τελευταία χρόνια έχει προκαλέσει επανειλημμένα αναταράξεις στις αγορές ανατρέποντας κυβερνήσεις και πρωθυπουργούς.

Η αντίληψη των επενδυτών για τον κίνδυνο του γαλλικού χρέους επιδεινώνεται, σημείωσε η διευθύνουσα σύμβουλος της Edmond de Rothschild Asset Management France, Μαρί Ζακό. Οι αγορές έχουν αρχίσει πλέον να «τιμωρούν» τη Γαλλία για το επίπεδο του χρέους της, εξήγησε, κάτι που δεν συνέβαινε στον ίδιο βαθμό κατά το παρελθόν.

Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης προϋποθέτει, σύμφωνα με τους αναλυτές, ένα αξιόπιστο και εφαρμόσιμο σχέδιο δημοσιονομικής εξυγίανσης. Το πρόβλημα είναι ότι η τελική λύση θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το πολιτικό τοπίο που θα διαμορφωθεί μετά τις εκλογές του 2027 και από το εάν η επόμενη κυβέρνηση θα διαθέτει την κοινοβουλευτική δύναμη να λάβει δύσκολες αποφάσεις.

«Για να μειωθεί το spread μεταξύ της Γαλλίας και των βασικών Ευρωπαίων εταίρων της, χρειάζονται αξιοπιστία και εμπιστοσύνη», δήλωσε ο υπουργός Οικονομικών Ρολάν Λεσκίρ, επιμένοντας ότι η χώρα είναι ικανή να πετύχει τον στόχο.

Χρέος κοντά στο 120% του ΑΕΠ

Η δημοσιονομική εικόνα της Γαλλίας προκαλεί πλέον έντονο προβληματισμό. Ο λόγος του δημόσιου χρέους έκλεισε στο β’ εξάμηνο φέτος στο 119% του ΑΕΠ και είναι σχεδόν διπλάσιος από τον αντίστοιχο της Γερμανίας. Ορισμένοι επενδυτές φθάνουν στο σημείο πλέον να παραλληλίζουν τη σημερινή κατάσταση της Γαλλίας με εκείνη της Ελλάδας κατά την ευρωπαϊκή κρίση χρέους, αν και οι δύο περιπτώσεις παρουσιάζουν σημαντικές οικονομικές και θεσμικές διαφορές.

Η ανησυχία αντανακλάται στις κινήσεις μεγάλων διαχειριστών κεφαλαίων. Ο Σίντζι Κουνίμπε της Sumitomo Mitsui DS Asset Management ανέφερε ότι τα διεθνή ομολογιακά χαρτοφυλάκια της εταιρείας πούλησαν το σύνολο των γαλλικών κρατικών τίτλων που κατείχαν.

Άλλοι μεγάλοι θεσμικοί επενδυτές μπορεί να μην εγκαταλείπουν πλήρως τη γαλλική αγορά, αλλά περιορίζουν την έκθεσή τους. Η Credit Agricole Assurances, η οποία διατηρούσε περίπου 61 δισ. ευρώ σε γαλλικό κρατικό χρέος κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους, εξακολουθεί να θεωρεί τη Γαλλία βασική επενδυτική αγορά, αλλά λαμβάνει μέτρα για να διαχειριστεί την αυξημένη αβεβαιότητα.

Κατά τη Φλοράνς Μπαρζού, επικεφαλής επενδύσεων της ασφαλιστικής, η ασθενής ανάπτυξη και η πολιτική αστάθεια δεν αποτελούν νέα φαινόμενα. Έχουν όμως φθάσει σε σημείο ώστε η γαλλική αγορά ομολόγων να θεωρείται από ορισμένους επενδυτές η πλέον προβληματική στην ευρωζώνη.

Πολιτική αβεβαιότητα ενόψει των εκλογών

Στην επιδείνωση του κλίματος συμβάλλουν ο φόβος σχετικά με το τι θα βγάλουν οι κάλπες των προεδρικών εκλογών που θα γίνουν τον Μάιο 2027. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι στον δεύτερο γύρο ενδέχεται να αναμετρηθούν η επικεφαλής της γαλλικής Ακροδεξιάς Μαρίν Λεπέν και ο ηγέτης της ριζοσπαστικής Αριστεράς Ζαν-Λικ Μελανσόν, ο οποίος έχει ταχθεί υπέρ της διαγραφής του γαλλικού χρέους που κατέχουν κεντρικές τράπεζες.

Ακόμη κι αν επικρατήσει όμως ένας κεντρώος υποψήφιος, είναι αμφίβολο εάν θα μπορέσει να εξασφαλίσει την αναγκαία κοινοβουλευτική πλειοψηφία για την ουσιαστική αντιμετώπιση του  προβλήματος του χρέους. Η πολιτική δυσλειτουργία κινδυνεύει έτσι να παραταθεί, αφήνοντας τις αγορές χωρίς σαφή εικόνα για τη δημοσιονομική πορεία της χώρας.

Η Λεπέν έχει αφήσει να εννοηθεί ότι μπορεί να μην επιχειρήσει αυτήν τη φορά να ανατρέψει την κυβέρνηση, αναγνωρίζοντας τη σοβαρότητα της κρίσης. Έχει επίσης προαναγγείλει δημοψήφισμα για την καθιέρωση ενός «χρυσού κανόνα» σχετικά με τα ελλείμματα και σχεδιάζει να παρουσιάσει εναλλακτικό δημοσιονομικό πρόγραμμα. Μέχρι στιγμής, όμως, δεν έχει εξηγήσει αναλυτικά πώς θα πετύχει περικοπές ύψους 125 δισ. ευρώ, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί δαπανηρές υποσχέσεις, όπως η μεγάλη μείωση της φορολογίας στα καύσιμα.

Γιατί η γαλλική κρίση αφορά ολόκληρη την Ευρώπη

Οι δημοσιονομικές πιέσεις συμπίπτουν με την άνοδο των τιμών της ενέργειας και τις προσδοκίες για νέες αυξήσεις επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες. Στο εσωτερικό της Γαλλίας, το δημόσιο χρέος έχει ανέβει σημαντικά στην κατάταξη των θεμάτων που ανησυχούν τους πολίτες, ενώ οι εξελίξεις στην αγορά ομολόγων βρίσκονται πλέον στα πρωτοσέλιδα.

Κυβερνητικά στελέχη προειδοποιούν ότι οι τόκοι που πληρώνει το γαλλικό Δημόσιο ξεπερνούν πλέον τις δαπάνες είτε για την άμυνα είτε για την εκπαίδευση. Παράλληλα, εντείνονται οι κοινωνικές εντάσεις, καθώς τα εργατικά σωματεία απεργούν κατά του προϋπολογισμού και οι φοιτητές διαδηλώνουν για τις υποβαθμισμένες σχολικές υποδομές και τον συνωστισμό στις αίθουσες.

Η αδυναμία της Γαλλίας να σταθεροποιήσει τα δημόσια οικονομικά του δεν αποτελεί ωστόσο μόνο γαλλικό πρόβλημα. Η αναταραχή από τη Γαλλία μπορεί να μεταδοθεί στις υπόλοιπες αγορές ευρωπαϊκών ομολόγων και να περιορίσει την ικανότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να λάβει κρίσιμες αποφάσεις. Τα hedge funds αυξάνουν μάλιστα τα στοιχήματά τους υπέρ της πτώσης του ευρώ.

Το μέγεθος της γαλλικής οικονομίας και ο πολιτικός της ρόλος σημαίνουν ότι οι δυσκολίες της χώρας μετατρέπονται αυτομάτως σε ευρωπαϊκό πρόβλημα. Και αυτό συμβαίνει σε μια περίοδο κατά την οποία η Γερμανία αντιμετωπίζει τις δικές της πολιτικές πιέσεις, ενώ η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μεγάλα ενεργειακά προβλήματα και έναν πόλεμο στα σύνορά της.

Η κρίση εμπιστοσύνης στα γαλλικά ομόλογα εξελίσσεται εδώ και καιρό, αλλά πλέον επιταχύνεται. Το κρίσιμο ερώτημα για τις αγορές δεν είναι μόνο εάν η Γαλλία θα καταφέρει να περάσει τον νέο προϋπολογισμό, αλλά εάν το πολιτικό σύστημα που θα προκύψει από τις εκλογές του 2027, θα βάλει φρένο η δημοσιονομική διολίσθηση.