Δύο χρόνια μετά την προειδοποίηση του Μάριο Ντράγκι ότι η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν «υπαρξιακό» κίνδυνο οικονομικής παρακμής, η ατζέντα που πρότεινε για την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας έχει μετατραπεί σε μεγάλο βαθμό σε επίσημη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εφαρμογή της, ωστόσο, απέχει αισθητά από τις αρχικές φιλοδοξίες.
Όπως επισημαίνει το Politico, η Κομισιόν έχει προωθήσει σειρά μέτρων εμπνευσμένων από την έκθεση Ντράγκι, από την αναμόρφωση της βιομηχανικής πολιτικής έως νέα χρηματοδοτικά εργαλεία για την ανταγωνιστικότητα και την άμυνα. Όμως μεγάλο μέρος των προτάσεων έχει εγκλωβιστεί στις διαπραγματεύσεις, καθώς τα κράτη μέλη εξακολουθούν να υπερασπίζονται τις δικές τους δημοσιονομικές προτεραιότητες και τις εθνικές τους αρμοδιότητες.
Η εικόνα που παρουσιάζει η Le Figaro είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική. Σύμφωνα με τον δείκτη της ανεξάρτητης ευρωπαϊκής πρωτοβουλίας JEDI, έως τις 9 Σεπτεμβρίου είχε εφαρμοστεί μόλις το 26% των 30 πλέον δομικών συστάσεων της έκθεσης, έναντι 14% έναν χρόνο νωρίτερα.
Άλλες αξιολογήσεις καταλήγουν σε παρόμοια συμπεράσματα. Το Institut Montaigne υπολογίζει ότι περίπου το 30% των μεταρρυθμίσεων έχει εφαρμοστεί, ενώ το European Policy Innovation Council εκτιμούσε τον Ιούλιο ότι από τις συνολικά 383 συστάσεις του Ντράγκι μόλις το 15,7% είχε μετατραπεί πλήρως σε δεσμευτικό δίκαιο. Συνολικά, 158 προτάσεις, ή 41,3%, είχαν τουλάχιστον περάσει σε κάποιο αρχικό στάδιο εφαρμογής.
Η απόσταση Ευρώπης – ΗΠΑ μεγαλώνει
Η έκθεση Ντράγκι είχε επιχειρήσει να απαντήσει σε μια μακροχρόνια απώλεια δυναμικής της ευρωπαϊκής οικονομίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η Le Figaro, μεταξύ 1995 και 2022 οι ΗΠΑ κατέγραφαν κατά μέσο όρο ετήσια πραγματική ανάπτυξη υψηλότερη κατά 0,4 ποσοστιαίες μονάδες από την Ευρώπη. Από το 2000, το πραγματικό ΑΕΠ των ΗΠΑ έχει αυξηθεί περίπου 60%, έναντι περίπου 30% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Για να αντιστραφεί αυτή η τάση, ο Ντράγκι είχε εισηγηθεί ένα ευρύ πακέτο παρεμβάσεων που εστιάζει στην κάλυψη του κενού καινοτομίας, στη σύνδεση της πράσινης μετάβασης με την ανταγωνιστικότητα και στη μείωση των στρατηγικών εξαρτήσεων της Ευρώπης.
Η πολιτική αποδοχή αυτών των στόχων είναι ευρεία. Η διαφωνία αρχίζει όταν τίθεται το ερώτημα ποιος θα πληρώσει και ποιες υφιστάμενες δαπάνες θα πρέπει να περιοριστούν.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο νέος ευρωπαϊκός προϋπολογισμός για την περίοδο 2028-2034. Ο Ντράγκι είχε ζητήσει μεγαλύτερο μέρος των ευρωπαϊκών πόρων να μετακινηθεί από τις παραδοσιακές δαπάνες για τη γεωργία και την περιφερειακή πολιτική προς την καινοτομία και την ανταγωνιστικότητα.
Η Κομισιόν κινήθηκε προς αυτή την κατεύθυνση, προτείνοντας τη δημιουργία ενός νέου Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανταγωνιστικότητας ύψους 410 δισ. ευρώ.
Ωστόσο, όπως αναφέρει το Politico, οι κυβερνήσεις άρχισαν στη συνέχεια να απομακρύνονται από τη λογική του Ντράγκι. Σχέδιο διαπραγματευτικής θέσης που καταρτίστηκε από την Κύπρο περιόριζε το μέγεθος του Ταμείου Ανταγωνιστικότητας, ενισχύοντας αντίθετα τα κονδύλια για γεωργία και περιφερειακή πολιτική.
Παράλληλα, προβλέφθηκε η δυνατότητα μεταφοράς 45 δισ. ευρώ από αποθεματικό έκτακτης ανάγκης προς τους αγρότες, μειώνοντας περαιτέρω την ευελιξία του προϋπολογισμού.
Ο Ντράγκι χάνει την υπομονή του
Ο ίδιος ο Μάριο Ντράγκι έχει καταστήσει σαφή τη δυσαρέσκειά του για τον ρυθμό υλοποίησης των προτάσεών του. Τον Ιούνιο του 2025 είχε απευθυνθεί στους Ευρωπαίους ηγέτες λέγοντας χαρακτηριστικά: «Δεν μπορείτε να λέτε όχι σε όλα. Κάντε κάτι», όπως υπενθυμίζει η Le Figaro.
Πλέον έχει προχωρήσει και ένα βήμα παραπέρα. Μαζί με τον επικεφαλής της Stripe, Patrick Collison, δημιούργησε το Rhine Group, μια ομάδα επιχειρηματιών, οικονομολόγων και πρώην αξιωματούχων που επιδιώκει να μεταφέρει τη συζήτηση από τη διάγνωση στην πράξη.
Η ομάδα εκτιμά ότι η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα σε «δυσκολότερη θέση» από ό,τι τον Σεπτέμβριο του 2024 και προειδοποιεί ότι χωρίς ταχεία δράση η οικονομική υποχώρηση θα γίνει αναπόφευκτη.
Η εφαρμογή δεν κινείται με τον ίδιο ρυθμό σε όλους τους τομείς.
Σύμφωνα με την JEDI, τη μεγαλύτερη πρόοδο εμφανίζουν η ενέργεια και οι κρίσιμες πρώτες ύλες, μεταξύ άλλων μέσω πρωτοβουλιών για μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία και τον εκσυγχρονισμό των ηλεκτρικών δικτύων.
Στον αντίποδα βρίσκεται ο τομέας της υγείας και των βιοεπιστημών. Μόλις 13% των σχετικών μέτρων της έκθεσης Ντράγκι έχει υλοποιηθεί. Η πρότασή του, για παράδειγμα, για μεγαλύτερο συντονισμό στην τιμολόγηση και αποζημίωση φαρμάκων δεν έχει προχωρήσει σε ουσιαστική συζήτηση.
Παρίσι και Βερολίνο τραβούν διαφορετικούς δρόμους
Ένα από τα βασικά εμπόδια είναι και η αδυναμία Γαλλίας και Γερμανίας να συμφωνήσουν σε κοινές προτεραιότητες. Η Le Figaro σημειώνει ότι το Βερολίνο εμφανίζεται επιφυλακτικό απέναντι στην ένωση αποταμιεύσεων και επενδύσεων, ενώ το Παρίσι συγκρούεται με την κοινή εμπορική πολιτική, μεταξύ άλλων μέσω της αντίθεσής του στη συμφωνία Mercosur.
Αντίστοιχες αντιστάσεις εμφανίζονται και στην πρόταση για το λεγόμενο «28ο καθεστώς», ένα ενιαίο ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο που θα μπορούσαν να επιλέγουν οι επιχειρήσεις αντί να λειτουργούν υπό 27 διαφορετικά εθνικά συστήματα.
Η νέα μάχη για το «Made in Europe»
Η προσπάθεια ενίσχυσης της ευρωπαϊκής βιομηχανίας ανοίγει παράλληλα ένα νέο μέτωπο γύρω από την «ευρωπαϊκή προτίμηση».
Στο πλαίσιο της Πράξης για τη Βιομηχανική Επιτάχυνση, ευρωβουλευτές προτείνουν αυστηρότερα κριτήρια για το τι θα θεωρείται «Made in Europe». Μεταξύ άλλων, προτείνεται το 75% των εξαρτημάτων ενός ηλεκτρικού αυτοκινήτου, εξαιρουμένης προσωρινά της μπαταρίας, να έχει κατασκευαστεί σε κράτος μέλος της ΕΕ προκειμένου το όχημα να είναι επιλέξιμο για δημόσια ενίσχυση ή δημόσιες προμήθειες.
Η πρόταση προκαλεί ήδη αντιδράσεις, κυρίως από χώρες και βιομηχανίες που εξαρτώνται από εφοδιαστικές αλυσίδες εκτός ΕΕ. Στο ίδιο πακέτο περιλαμβάνονται προτάσεις για αυστηρότερο έλεγχο ξένων επενδύσεων, με στόχο να περιοριστεί ο έλεγχος ευρωπαϊκών επιχειρήσεων από μη ευρωπαϊκά κεφάλαια.
Δύο χρόνια μετά, επομένως, η έκθεση Ντράγκι έχει κερδίσει σε πολιτική επιρροή αλλά όχι ακόμη σε ταχύτητα εφαρμογής. Η Κομισιόν έχει υιοθετήσει μεγάλο μέρος της διάγνωσης και αρκετές από τις προτάσεις του πρώην επικεφαλής της ΕΚΤ, όμως οι εθνικές αντιστάσεις, οι διαφορετικές οικονομικές προτεραιότητες και η αργή ευρωπαϊκή νομοθετική διαδικασία εξακολουθούν να κρατούν μεγάλο μέρος της ατζέντας σε εκκρεμότητα.
