Ο Μάριο Ντράγκι προειδοποιεί ότι η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια δύσκολη εξίσωση γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη: χρειάζεται ταχύτερη ανάπτυξη για να χρηματοδοτήσει το κοινωνικό της μοντέλο, την άμυνα και την ενεργειακή μετάβαση, χωρίς όμως να θυσιάσει την οικονομική της κυριαρχία ή να ενισχύσει τις κοινωνικές ανισότητες. Σε άρθρο του στους Financial Times, ο πρώην πρόεδρος της ΕΚΤ και πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας υποστηρίζει ότι η AI βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο και των τριών αυτών προκλήσεων.
Ο Ντράγκι θεωρεί ότι η ευρεία υιοθέτηση της AI αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη διαθέσιμη πηγή ενίσχυσης της ευρωπαϊκής παραγωγικότητας. Το πρόβλημα, όπως επισημαίνει, είναι ότι η Ευρώπη ελέγχει ελάχιστα τμήματα της αλυσίδας αξίας της νέας τεχνολογίας.
Η απόσταση από τις ΗΠΑ έχει ήδη μεγαλώσει. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, το χάσμα παραγωγικότητας μεταξύ Ευρωζώνης και Ηνωμένων Πολιτειών αυξήθηκε από περίπου 9 δολάρια ανά ώρα εργασίας το 2018 σε 21 δολάρια το 2025. Παρά τις διαφορετικές μεθοδολογίες μέτρησης της παραγωγικότητας, ο Ντράγκι σημειώνει ότι η διαφορά στους ρυθμούς ανάπτυξης είναι σαφής.
Η AI ως μοχλός παραγωγικότητας
Η Ευρώπη έχει και άλλους τρόπους να επιταχύνει την ανάπτυξη, όπως η άρση των εμποδίων που εξακολουθούν να κατακερματίζουν την ενιαία αγορά. Ωστόσο, κατά τον Ντράγκι, η γρήγορη διάδοση της τεχνητής νοημοσύνης αποτελεί σήμερα μία από τις μεγαλύτερες ευκαιρίες.
Σενάρια της ΕΚΤ που επικαλείται δείχνουν ότι η ταχεία υιοθέτηση της AI θα μπορούσε να προσθέσει 0,3 έως 0,4 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως στην αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών, έναν δείκτη που βρίσκεται ουσιαστικά κοντά στο μηδέν από το 2022.
Εδώ όμως εμφανίζεται το πρώτο μεγάλο δίλημμα. Όσο περισσότερο η ευρωπαϊκή οικονομία εξαρτάται από την τεχνητή νοημοσύνη, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η εξάρτησή της από τεχνολογίες και υποδομές που βρίσκονται κυρίως στις ΗΠΑ και την Κίνα.
Ο Ντράγκι προειδοποιεί ότι, όταν η AI ενσωματωθεί πλήρως στην οικονομία, στην υγεία, στην εκπαίδευση, στην ενέργεια και στην άμυνα, μια ενδεχόμενη διακοπή πρόσβασης σε προηγμένα μοντέλα δεν θα αποτελεί μια συνηθισμένη εμπορική διαμάχη. Θα μπορούσε, όπως γράφει, να έχει συνέπειες αντίστοιχες με τον αποκλεισμό μιας οικονομίας από το αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Δεν αποκλείει, μάλιστα, μια μελλοντική κυβέρνηση των ΗΠΑ να συνδέσει την πρόσβαση της Ευρώπης στα πιο προηγμένα μοντέλα AI με αλλαγές στην ευρωπαϊκή ψηφιακή νομοθεσία ή στη φορολογία των τεχνολογικών εταιρειών. Αντίστοιχα, η Κίνα θα μπορούσε να αξιοποιήσει τις άδειες χρήσης των δικών της μοντέλων ως μοχλό πίεσης σε μια εμπορική σύγκρουση.
Τα δεδομένα το μεγάλο ευρωπαϊκό πλεονέκτημα – Το τεράστιο έλλειμμα στα data centers
Το περιθώριο της Ευρώπης για πλήρη τεχνολογική κυριαρχία είναι περιορισμένο. Οι ευρωπαϊκές εταιρείες ανάπτυξης προηγμένων μοντέλων δεν διαθέτουν την οικονομική ισχύ των αμερικανικών και κινεζικών ανταγωνιστών τους, ενώ η ήπειρος βρίσκεται πολύ πίσω στην παραγωγή προηγμένων ημιαγωγών.
Υπάρχει όμως ένας τομέας στον οποίο, σύμφωνα με τον Ντράγκι, η Ευρώπη μπορεί ακόμη να αποκτήσει στρατηγικό πλεονέκτημα: τα δεδομένα.
Οι ευρωπαϊκές χώρες διαθέτουν τεράστιες βάσεις δημόσιων δεδομένων, από δεκαετίες ιατρικών αρχείων έως τις βάσεις των εθνικών στατιστικών υπηρεσιών. Παράλληλα, η ιδιαίτερα αυτοματοποιημένη ευρωπαϊκή βιομηχανία παράγει μεγάλους όγκους δεδομένων από μηχανές και παραγωγικές διαδικασίες.
Οι εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που επικαλείται ο Ντράγκι τοποθετούν την ευρωπαϊκή οικονομία δεδομένων πάνω από τα 800 δισ. ευρώ έως το 2030, ποσό που θα αντιστοιχεί σε περισσότερο από 5% του ΑΕΠ.
Για να αξιοποιηθεί όμως αυτό το πλεονέκτημα, η Ευρώπη πρέπει να μπορεί να αποθηκεύει και να επεξεργάζεται τα δεδομένα της στο δικό της έδαφος.
Εδώ βρίσκεται το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα. Η ΕΕ φιλοξενεί σήμερα λιγότερο από 5% της παγκόσμιας υπολογιστικής ισχύος για AI, έναντι περίπου 75% στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ακόμη και στα συμβατικά data centers, η διαφορά μεταξύ ζήτησης και εγκατεστημένης δυναμικότητας στην Ευρώπη υπολογίζεται σήμερα σε περίπου 3 GW, δηλαδή περίπου στο ένα τέταρτο της υφιστάμενης ευρωπαϊκής δυναμικότητας. Μέχρι το 2030, το κενό εκτιμάται ότι μπορεί να διευρυνθεί στα 14 GW.
Οι αμερικανικές εταιρείες μπορούν να καλύψουν μέρος της ζήτησης μέσω υπηρεσιών «sovereign cloud», με εγκαταστάσεις στην Ευρώπη αλλά υπό αμερικανική ιδιοκτησία. Ωστόσο, ο Ντράγκι θεωρεί ότι οι πλέον ευαίσθητες εφαρμογές θα πρέπει να λειτουργούν σε υποδομές υπό ευρωπαϊκό έλεγχο.
Εάν αυτό δεν συμβεί, βλέπει δύο κινδύνους. Είτε οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις θα καθυστερήσουν την υιοθέτηση AI επειδή δεν μπορούν να κρατήσουν τα δεδομένα τους στην Ευρώπη είτε η υπολογιστική ισχύς θα παραμείνει ακριβή, περιορίζοντας τη χρήση της τεχνολογίας. Χαρακτηριστικά αναφέρει ότι η Amazon χρεώνει στη Γερμανία περίπου 15% περισσότερο για την υπηρεσία sovereign cloud από ό,τι για τη συμβατική της υπηρεσία.
Ο Ντράγκι αναγνωρίζει τις περιβαλλοντικές και ενεργειακές ενστάσεις γύρω από τα data centers, αλλά θεωρεί ότι μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσω καθαρής ενέργειας, επαναχρησιμοποίησης της παραγόμενης θερμότητας και δίκαιης συμμετοχής των εγκαταστάσεων στο κόστος των ηλεκτρικών δικτύων.
Μεγαλύτερο εμπόδιο αποτελούν οι καθυστερήσεις και το κόστος. Ένα data center χρειάζεται περίπου 24 μήνες για να κατασκευαστεί στις ΗΠΑ, έναντι 42 μηνών στη Γερμανία, κυρίως εξαιτίας των αδειοδοτήσεων και των καθυστερήσεων στις συνδέσεις με το δίκτυο.
Σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, η ακριβή ηλεκτρική ενέργεια μπορεί να κάνει μια εγκατάσταση έως και δύο φορές ακριβότερη από την Κίνα. Η εικόνα δεν είναι ενιαία, πάντως: στη Σουηδία, σύμφωνα με τον Ντράγκι, το κόστος ενός AI data center είναι μόλις περίπου 10% υψηλότερο από το αντίστοιχο στην Κίνα.
Η πρόταση Ντράγκι: Οι ευρωπαϊκές εταιρείες να ενώσουν τη ζήτησή τους
Το μεγαλύτερο εμπόδιο, κατά τον ίδιο, δεν είναι μόνο η προσφορά αλλά και ο κατακερματισμός της ζήτησης. Στις ΗΠΑ, οι τεχνολογικοί κολοσσοί και οι κορυφαίες εταιρείες AI μπορούν να δεσμευθούν σε τεράστια πολυετή συμβόλαια υπολογιστικής ισχύος, πάνω στα οποία χρηματοδοτούνται νέα data centers.
Στην Ευρώπη, αντίθετα, η ζήτηση μοιράζεται μεταξύ εκατομμυρίων επιχειρήσεων, ενώ ακόμη και οι μεγαλύτεροι όμιλοι αγοράζουν συχνά υπολογιστική ισχύ με συμβόλαια μόλις ενός έτους.
Η λύση που προτείνει είναι η δημιουργία μεγάλων κοινοπραξιών ευρωπαϊκών εταιρειών, οι οποίες θα συγκεντρώνουν τις επιμέρους ανάγκες τους σε πολυετή συμβόλαια αρκετά μεγάλα ώστε να χρηματοδοτούν επενδύσεις.
Ως παράδειγμα αναφέρει συμφωνία εταιρειών όπως οι ASML, Capgemini και Amadeus για πολυετείς αγορές των European Compute Units της Mistral, με στόχο να στηριχθεί η ανάπτυξη υπολογιστικής δυναμικότητας 1 GW έως το 2030.
Ο τελικός στόχος είναι, σύμφωνα με τον Ντράγκι, ένας ενάρετος κύκλος: περισσότερη εταιρική ζήτηση να χρηματοδοτεί περισσότερες ευρωπαϊκές υποδομές, οι υποδομές αυτές να μειώνουν το κόστος της AI και η ταχύτερη υιοθέτησή της να αυξάνει την παραγωγικότητα.
Παράλληλα, θεωρεί ότι η ύπαρξη πολλών παρόχων και κοινοπραξιών, σε συνδυασμό με προοδευτική φορολογία, μπορεί να εμποδίσει τη συγκέντρωση πλούτου και ισχύος σε μια νέα τεχνολογική ολιγαρχία.
Το μήνυμα του Νράγκι είναι τελικά ότι η Ευρώπη δεν είναι αναγκασμένη να επιλέξει ανάμεσα σε ανάπτυξη, κυριαρχία και τις κοινωνικές της αξίες. Κατά τον Ντράγκι, μπορεί να αξιοποιήσει την τεχνητή νοημοσύνη χωρίς να παραδώσει τον έλεγχο των δεδομένων και των κρίσιμων υποδομών της — και, όπως χαρακτηριστικά καταλήγει, να αποκτήσει «AI χωρίς ολιγάρχες».
