Από τα τέλη Σεπτεμβρίου, μαθητές κα μαθήτριες σε ολόκληρη τη Γαλλία πραγματοποιούν κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας για την υποχρηματοδότηση της εκπαίδευσης, αποκλείοντας την πρόσβαση σε πολλά λύκεια της χώρας.
Σε αρκετές περιπτώσεις, οι κινητοποιήσεις έχουν εξελιχθεί σε βίαια επεισόδια, με εκατοντάδες τραυματίες μεταξύ μαθητών, εκπαιδευτικών και αστυνομικών. Χιλιάδες άνθρωποι έχουν συλληφθεί, ανάμεσά τους και άγνωστος αριθμός εξωσχολικών ατόμων που συμμετείχαν στα επεισόδια.
Οι διαδηλωτές καταγγέλλουν κυρίως τις ελλείψεις προσωπικού και την κακή κατάσταση των σχολικών εγκαταστάσεων στα γαλλικά λύκεια, όπου φοιτούν μαθητές και μαθήτριες ηλικίας 15 έως 18 ετών.
Η σπίθα άναψε στα μέσα Σεπτεμβρίου 2026 στο Κρετέιγ του Παρισιού, μετά από τοπική διαμαρτυρία συμπαράστασης προς τους απεργούς εκπαιδευτικούς. Ωστόσο, το κύμα οργής εξαπλώθηκε αστραπιαία σε όλη τη χώρα λόγω της συσσώρευσης βαθύτερων προβλημάτων και περιστατικών αστυνομικής βίας.
«Πολλές φορές οι καθηγητές μας απουσιάζουν για αρκετές εβδομάδες χωρίς να αντικαθίστανται», δήλωσε στο BBC η Μανταλένα, μαθήτρια από το Παρίσι, την ώρα που εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι συμμετείχαν σε διαδηλώσεις σε ολόκληρη τη χώρα. Όπως πρόσθεσε, τα σχολικά κτίρια μετατρέπονται σε «καμίνια» κατά τη διάρκεια των πρόσφατων κυμάτων καύσωνα.
Ωστόσο, τα παράπονα των μαθητών δεν περιορίζονται σε τέτοια ζητήματα. Ορισμένοι αντιδρούν στην απαγόρευση των κινητών τηλεφώνων ή στο εξαντλητικό ημερήσιο σχολικό πρόγραμμα, που σε αρκετές περιπτώσεις ολοκληρώνεται στις 18:00.
«Επιστρέφεις στο σπίτι στις 19:00 και δεν σου μένει χρόνος ούτε για ύπνο ούτε για να κάνεις τα μαθήματά σου», ανέφερε ένας μαθητής στο France 2.
Ανταγωνισμός και άγχος για εισαγωγή στα πανεπιστήμια
Ακόμη ένα σημείο έντονης δυσαρέσκειας είναι το Parcoursup, η διαδικτυακή πλατφόρμα μέσω της οποίας κατανέμονται οι θέσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Η απογοήτευση έχει βαθιές ρίζες. Σήμερα, περίπου το 80% των μαθητών κάθε γενιάς αποκτά το γαλλικό απολυτήριο, το γνωστό baccalauréat, το οποίο τους δίνει τη δυνατότητα πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση, χωρίς όμως να εξασφαλίζει την εισαγωγή τους στη σχολή που επιθυμούν.
Το αποτέλεσμα είναι ένας έντονος ανταγωνισμός για τις πιο περιζήτητες πανεπιστημιακές σχολές και ένα διαρκές άγχος γύρω από το Parcoursup, το οποίο πολλοί μαθητές θεωρούν αδιαφανές.
Τα προβλήματα που καταγγέλλουν οι μαθητές είναι υπαρκτά. Αρκούν, όμως, για να εξηγήσουν την ένταση και τη μορφή που έχουν λάβει οι κινητοποιήσεις; Και πώς συγκρίνεται η κατάσταση στη Γαλλία με εκείνη άλλων ευρωπαϊκών χωρών;
Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), η γαλλική κυβέρνηση δαπανά ανά μαθητή λυκείου περισσότερα χρήματα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αντίστοιχη βαθμίδα εκπαίδευσης.
Γιατί παίρνουν διαστάσεις οι διαδηλώσεις στη Γαλλία
Οι ελλείψεις εκπαιδευτικών είναι πράγματι σοβαρές, αλλά δεν είναι μεγαλύτερες από εκείνες που καταγράφονται σε άλλες χώρες. Μάλιστα, με βάση τους δείκτες του ΟΟΣΑ, το πρόβλημα εμφανίζεται σχετικά ηπιότερο στη Γαλλία, καθώς οι κενές θέσεις εκπαιδευτικών είναι λιγότερες. Παράλληλα, όμως, οι Γάλλοι εκπαιδευτικοί αμείβονται σχετικά χαμηλά.
Το παρατεταμένο σχολικό ωράριο αποτελεί επίσης πραγματικό πρόβλημα. Οφείλεται, ωστόσο, κυρίως στα μεγάλα μεσημεριανά διαλείμματα και στα περίπλοκα προγράμματα μαθημάτων, παρά στην ανάγκη αναπλήρωσης των σχολικών διακοπών, οι οποίες δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλες σε σύγκριση με άλλες χώρες της ΕΕ.
Άλλωστε, η πολύωρη παραμονή των μαθητών στο σχολείο αποτελεί διαχρονικό χαρακτηριστικό του γαλλικού εκπαιδευτικού συστήματος και δύσκολα μπορεί από μόνη της να εξηγήσει τη σημερινή έκρηξη διαμαρτυρίας.
Το ίδιο ισχύει και για την πίεση που προκαλεί ένα δυσλειτουργικό σύστημα πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση.
Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, το 80%-90% των νέων ολοκληρώνει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ενώ ο ανταγωνισμός για την εισαγωγή στα καλύτερα πανεπιστήμια προκαλεί έντονο άγχος και εκτός Γαλλίας.
Επομένως, παρότι η υποχρηματοδότηση, οι φθαρμένες σχολικές εγκαταστάσεις και η αβεβαιότητα για το μέλλον τροφοδοτούν τη δυσαρέσκεια, δεν αρκούν για να εξηγήσουν γιατί το σημερινό κίνημα έχει λάβει, σύμφωνα με τον υπουργό Εσωτερικών Λοράν Νουνιές, «πρωτοφανείς» διαστάσεις ως προς τον αριθμό των σχολείων και των μαθητών που συμμετέχουν, αλλά και ως προς την ένταση της βίας.
Η έκταση των κινητοποιήσεων είναι ακόμη πιο αξιοσημείωτη αν ληφθούν υπόψη οι σημαντικοί κίνδυνοι που αντιμετωπίζουν όσοι συμμετέχουν.
Ο αποκλεισμός σχολείων ή πανεπιστημίων με απειλές ή χρήση βίας είναι παράνομος και προκαλεί την επέμβαση της αστυνομίας, ενώ συχνά προσελκύει και ομάδες ταραξιών, τους λεγόμενους casseurs.
Πολλοί μαθητές έχουν βρεθεί στη μέση αστυνομικών επιχειρήσεων για τη διάλυση συγκεντρώσεων, οι οποίες αρκετές φορές χαρακτηρίζονται από υπερβολική χρήση βίας.
Ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί, στο τελευταίο του μήνυμα, επέμεινε ότι οι δυνάμεις ασφαλείας δεν έχουν εντολή να «συγκρουστούν με μαθητές λυκείου», αλλά αποκλειστικά να εφαρμόσουν τον νόμο.
Η παράδοση του Μάη του ’68 και η ιστορική δύναμη των μαθητικών κινητοποιήσεων
Για να κατανοήσει κανείς την τακτική που ακολουθούν οι μαθητές, πρέπει να κοιτάξει πέρα από τις αποκλεισμένες εισόδους των σχολείων και να ανατρέξει στη γαλλική πολιτική παράδοση.
Στη Γαλλία, η πολιτική ισχύς συχνά ασκείται στον δρόμο εξίσου αποτελεσματικά με τους εκλεγμένους θεσμούς. Και οι μαθητές το γνωρίζουν πολύ καλά.
Τον Οκτώβριο του 1990, ένας βιασμός σε σχολείο του Σεν-Σεν-Ντενί, περιοχής βόρεια του Παρισιού που βρίσκεται και σήμερα στο επίκεντρο των κινητοποιήσεων, αποτέλεσε την αφορμή για μαζικές διαδηλώσεις κατά της υποχρηματοδότησης και των ελλείψεων προσωπικού.
Οι κινητοποιήσεις ανάγκασαν τότε την κυβέρνηση να διαθέσει στα λύκεια πρόσθετους πόρους που αντιστοιχούν σε περίπου 1,2 δισ. ευρώ με σημερινές τιμές.
Τον Οκτώβριο του 1998, περίπου 500.000 μαθητές διαδήλωσαν σε ολόκληρη τη Γαλλία, προβάλλοντας παρόμοια αιτήματα. Το αποτέλεσμα ήταν να διατεθεί σχεδόν 1 δισ. ευρώ για την ανακαίνιση σχολικών εγκαταστάσεων και να ενισχυθεί το εκπαιδευτικό σύστημα με 14.000 επιπλέον εργαζομένους.
Σε αρκετές περιπτώσεις, οι μαθητικές κινητοποιήσεις κατάφεραν να ανατρέψουν κυβερνητικές μεταρρυθμίσεις. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η μεταρρύθμιση των πανεπιστημίων το 1986 και η προσπάθεια καθιέρωσης χαμηλότερου κατώτατου μισθού για τους νέους το 1994.
Ίσως η πιο εντυπωσιακή επίδειξη δύναμης των μαθητών και των φοιτητών σημειώθηκε το 2006, όταν η κυβέρνηση αναγκάστηκε να αποσύρει νόμο που αποσκοπούσε στη χαλάρωση των κανόνων πρόσληψης και απόλυσης για εργαζομένους κάτω των 26 ετών, με στόχο την αντιμετώπιση της ανεργίας των νέων.
Το μέτρο είχε εγκριθεί από το Κοινοβούλιο και είχε υπογραφεί από τον τότε πρόεδρο Ζακ Σιράκ. Ωστόσο, καταργήθηκε έπειτα από εβδομάδες αποκλεισμών πανεπιστημίων και λυκείων, που συχνά συνοδεύονταν από βίαια επεισόδια.
Αλλά και οι ενήλικοι Γάλλοι έχουν αποδείξει ότι οι αποκλεισμοί δρόμων μπορούν να υποχρεώσουν τις εκλεγμένες κυβερνήσεις σε υποχωρήσεις.
Η εξέγερση των «Κίτρινων Γιλέκων» την περίοδο 2018-2019, κατά την οποία σημειώθηκαν λεηλασίες καταστημάτων και επιθέσεις σε κυβερνητικά κτίρια σε ολόκληρη τη χώρα, οδήγησε την κυβέρνηση στην ακύρωση της αύξησης των φόρων στα καύσιμα και στην έγκριση πρόσθετων δαπανών ύψους 10 δισ. ευρώ.
Βεβαίως, ο δρόμος δεν κερδίζει πάντοτε.
Το 1968, που εξακολουθεί να αποτελεί ιστορικό σημείο αναφοράς για κάθε γαλλικό κίνημα διαμαρτυρίας, η φοιτητική εξέγερση τερματίστηκε τελικά μέσα από την εκλογική διαδικασία.
Ωστόσο, οι σημερινοί μαθητές αποτελούν κληρονόμους μιας πολιτικής κουλτούρας στην οποία οι διαδηλωτές ανταγωνίζονται τους εκλεγμένους εκπροσώπους για το ποιος εκφράζει πραγματικά τη βούληση του λαού.
Η αδυναμία Μακρόν και το δημοσιονομικό αδιέξοδο
Εκ πρώτης όψεως, ο σημερινός συσχετισμός δυνάμεων φαίνεται να ευνοεί τους μαθητές. Δημοσκόπηση για το BFMTV δείχνει ότι το 72% των Γάλλων θεωρεί δίκαια τα αιτήματά τους, ενώ το 55% δηλώνει ότι υποστηρίζει το κίνημα.
Με τη στήριξη πολλών εκπαιδευτικών, εργατικών συνδικάτων και πολιτικών της Αριστεράς, οι διαδηλωτές έχουν αποκτήσει δυναμική. Μάλιστα, νέα συγκέντρωση έχει προγραμματιστεί για το απόγευμα της Πέμπτης.
Στον αντίποδα, η γαλλική κυβέρνηση εμφανίζεται πιο αδύναμη από ποτέ. Έπειτα από εννέα χρόνια στην εξουσία, ο Εμανουέλ Μακρόν βρίσκεται αντιμέτωπος με εξαιρετικά χαμηλή δημοτικότητα και διανύει το τελευταίο διάστημα της προεδρίας του, χωρίς δικαίωμα νέας υποψηφιότητας στις προεδρικές εκλογές που θα διεξαχθούν σε έξι μήνες.
Η απόφασή του να προκηρύξει πρόωρες βουλευτικές εκλογές τον Ιούνιο του 2024 οδήγησε σ’ ένα βαθιά κατακερματισμένο Κοινοβούλιο, όπου η επίτευξη πολιτικών συμφωνιών αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολη.
Ο ίδιος ο Λεκορνί έχει χαρακτηρίσει τον εαυτό του ως τον «πιο αδύναμο πρωθυπουργό» των τελευταίων δεκαετιών και θεωρείται δύσκολο να καταφέρει να περάσει τον προϋπολογισμό από το Κοινοβούλιο.
Ωστόσο, αυτή ακριβώς η αδυναμία ενδέχεται να αποδειχθεί πλεονέκτημα στη σύγκρουσή του με τους μαθητές.
Καθώς αυξάνεται το κόστος δανεισμού της Γαλλίας, το δημοσιονομικό έλλειμμα διαμορφώνεται στο 5,4% του ΑΕΠ και το δημόσιο χρέος βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο από τη δεκαετία του 1940, ο Λεκορνί έχει εξαιρετικά περιορισμένα περιθώρια κινήσεων, τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά.
Σε αντίθεση με προκατόχους του που βρέθηκαν αντιμέτωποι με ισχυρή πίεση από τις κινητοποιήσεις στους δρόμους, ο σημερινός Γάλλος πρωθυπουργός δεν διαθέτει τα οικονομικά περιθώρια για να προσφέρει σημαντικές παραχωρήσεις.
Και αυτό ενδέχεται να αποτελέσει το μεγαλύτερο εμπόδιο για τους μαθητές που διεκδικούν περισσότερη χρηματοδότηση για την εκπαίδευση, σημειώνει το BBC.
