Σχέδιο για 8 GW ΑΠΕ στα Δυτικά Βαλκάνια, το πρόβλημα των δικτύων

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προειδοποιεί ότι η ενεργειακή μετάβαση στα Δυτικά Βαλκάνια «σκοντάφτει» πάνω στα δίκτυα και τις θεσμικές αδυναμίες

Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας © unsplash

Μπροστά σε μια κρίσιμη καμπή βρίσκεται η ενεργειακή μετάβαση στα Δυτικά Βαλκάνια, καθώς η περιοχή περνά από τη φάση των σχεδίων στη φάση της δοκιμασίας στην πράξη. Την ώρα που οι έξι οικονομίες της περιοχής ετοιμάζουν ένα πρωτοφανές κύμα επενδύσεων σε αιολικά και φωτοβολταϊκά έργα, με χαρτοφυλάκια που ξεπερνούν συνολικά τα 8 GW, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προειδοποιεί ότι το πραγματικό εμπόδιο δεν βρίσκεται πλέον στην έλλειψη επενδυτικού ενδιαφέροντος ή διαθέσιμων πόρων, αλλά στην αδυναμία των ηλεκτρικών δικτύων, των θεσμών και των κρατικών μηχανισμών να υποστηρίξουν την ανάπτυξη αυτή.

Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της νέας μελέτης του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Joint Research Centre – JRC), η οποία εξετάζει την πορεία της ενεργειακής μετάβασης σε Αλβανία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Κόσοβο, Μαυροβούνιο, Βόρεια Μακεδονία και Σερβία. Η χρονική συγκυρία έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η περιοχή καλείται να επιταχύνει την απανθρακοποίηση υπό την πίεση της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής, της ενοποίησης των αγορών ενέργειας και της πλήρους εφαρμογής του Μηχανισμού Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM) από το 2026.

Σύμφωνα με τη μελέτη, τα Δυτικά Βαλκάνια λειτουργούν σήμερα μόλις περίπου 1,7 GW συνδυασμένης ηλιακής και αιολικής ισχύος, εκ των οποίων περίπου 610 MW αφορούν φωτοβολταϊκά και λίγο πάνω από 1 GW αιολικά πάρκα. Ωστόσο, τα έργα που βρίσκονται είτε υπό κατασκευή είτε σε στάδιο προ-κατασκευής ξεπερνούν πλέον τα 8 GW. Αν υλοποιηθούν, θα μπορούσαν να πολλαπλασιάσουν σχεδόν κατά πέντε φορές τη σημερινή εγκατεστημένη ισχύ της περιοχής στις δύο βασικές τεχνολογίες ΑΠΕ.

Τα συμπεράσματα της έκθεσης αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα σήμερα, καθώς οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Δυτικών Βαλκανίων συναντώνται στο Τίβατ του Μαυροβουνίου για τη Σύνοδο Κορυφής ΕΕ – Δυτικών Βαλκανίων. Στο τραπέζι των συζητήσεων βρίσκονται η πορεία διεύρυνσης της Ένωσης, η σταδιακή ενσωμάτωση της περιοχής στην ενιαία αγορά και η υλοποίηση του Σχεδίου Ανάπτυξης των Δυτικών Βαλκανίων, μέσω του οποίου προβλέπεται η κινητοποίηση έως και 6 δισ. ευρώ για μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις. Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, η μελέτη του JRC φωτίζει τις προκλήσεις που καλούνται ακόμη να αντιμετωπίσουν οι χώρες της περιοχής, υπενθυμίζοντας ότι η σύγκλιση με την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα κριθεί μόνο από τη διαθεσιμότητα χρηματοδοτικών πόρων, αλλά και από την ικανότητα εκσυγχρονισμού των ενεργειακών υποδομών, ενίσχυσης των θεσμών και επιτάχυνσης της πράσινης μετάβασης.

Δυτικά Βαλκάνια: Η δύσκολη αφετηρία 

Η εικόνα αυτή σηματοδοτεί μια θεαματική μεταβολή σε σχέση με το ενεργειακό μοντέλο που κυριάρχησε τις προηγούμενες δεκαετίες. Παρά τις πρώτες ενδείξεις στροφής προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τα Δυτικά Βαλκάνια παραμένουν μία από τις πλέον ανθρακικά εξαρτημένες περιοχές της Ευρώπης. Σύμφωνα με τα στοιχεία του JRC, ο άνθρακας εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει το 58,6% της συνολικής ενεργειακής προσφοράς στο Κόσοβο, το 51,4% στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και το 42,9% στη Σερβία. Αντίστοιχα, η Αλβανία και η Βόρεια Μακεδονία εξακολουθούν να στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στο πετρέλαιο, με μερίδια 48,5% και 44,5% αντίστοιχα.

Η περιοχή πραγματοποιεί την «πράσινη στροφή» της, αλλά από μία πολύ πιο δύσκολη αφετηρία σε σχέση με τα περισσότερα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι γερασμένες ενεργειακές υποδομές και η μακροχρόνια εξάρτηση από τον άνθρακα και την υδροηλεκτρική ενέργεια δημιουργούν ένα σύνθετο περιβάλλον, στο οποίο η πράσινη μετάβαση δεν σημαίνει απλώς προσθήκη νέων έργων ΑΠΕ, αλλά βαθύ μετασχηματισμό ολόκληρου του ενεργειακού συστήματος.

Την ίδια στιγμή, η συχνά θετική εικόνα που παρουσιάζουν οι στατιστικές για τη συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών στην περιοχή είναι εν μέρει παραπλανητική. Στην Αλβανία το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών στην τελική κατανάλωση ενέργειας φτάνει το 47%, στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη το 40% και στο Μαυροβούνιο το 41%. Ωστόσο, τα ποσοστά αυτά στηρίζονται κυρίως στην υδροηλεκτρική παραγωγή και στην παραδοσιακή χρήση βιομάζας και όχι σε ένα διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο νέων τεχνολογιών, όπως συμβαίνει στα περισσότερα κράτη-μέλη της ΕΕ.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2022 η ανανεώσιμη ηλεκτροπαραγωγή βασιζόταν κατά 98% στην υδροηλεκτρική ενέργεια στην Αλβανία, κατά 90% στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, κατά 82% στο Μαυροβούνιο και κατά 84% στη Βόρεια Μακεδονία. Το Κόσοβο αποτελεί τη βασική εξαίρεση, καθώς το ανανεώσιμο μείγμα του οδηγείται κυρίως από την αιολική ενέργεια, με ποσοστό 57%. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αντιθέτως, η ανανεώσιμη ηλεκτροπαραγωγή κατανέμεται πολύ πιο ισορροπημένα μεταξύ αιολικής, υδροηλεκτρικής, ηλιακής ενέργειας και βιοκαυσίμων.

Το επενδυτικό κύμα των 8 GW

Στο μέτωπο των νέων έργων, η Σερβία αναδεικνύεται στον μεγαλύτερο παίκτη της περιοχής. Η χώρα διαθέτει περισσότερα από 2,5 GW αιολικών έργων και 587 MW φωτοβολταϊκών σε στάδιο προ-κατασκευής, ενώ επιπλέον 168 MW αιολικών βρίσκονται ήδη υπό κατασκευή. Αντίστοιχα, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη προωθεί περίπου 2,2 GW αιολικών και 412 MW φωτοβολταϊκών, ενώ παράλληλα κατασκευάζονται έργα ισχύος 312 MW.

Η Αλβανία έχει ήδη σε φάση υλοποίησης 125 MW φωτοβολταϊκών και 234 MW αιολικών, ενώ η Βόρεια Μακεδονία διαθέτει σχεδόν 550 MW έργων σε ώριμο στάδιο ανάπτυξης. Ακόμη και το Κόσοβο και το Μαυροβούνιο, που σήμερα εμφανίζουν χαμηλή λειτουργούσα ισχύ, έχουν δημιουργήσει χαρτοφυλάκια έργων άνω των 250 MW το καθένα.

Το JRC επισημαίνει ότι οι διαφορές στην απορρόφηση των ανανεώσιμων πηγών δεν εξηγούνται τόσο από τη διαθεσιμότητα φυσικών πόρων όσο από τον σχεδιασμό και την εφαρμογή των πολιτικών. Η Σερβία αναφέρεται ως χαρακτηριστικό παράδειγμα χώρας που από το 2021 και μετά κατέγραψε ουσιαστική κανονιστική πρόοδο, με ανταγωνιστικές δημοπρασίες για ηλιακή και αιολική ισχύ, πλαίσιο για ενεργούς καταναλωτές και χρονικά οριοθετημένες αδειοδοτικές διαδικασίες. Αντίθετα, στη Βόρεια Μακεδονία, το όριο των 70 kW για εγκαταστάσεις ενεργών καταναλωτών και οι σύνθετες διαδικασίες για μεγαλύτερα έργα περιορίζουν τη διαφοροποίηση της αγοράς.

Στοίχημα οι επενδύσεις σε δίκτυα

Η έκθεση του JRC υποστηρίζει ότι η πραγματική δοκιμασία για τα Δυτικά Βαλκάνια ξεκινά τώρα. Τα 8 GW έργων που βρίσκονται υπό ανάπτυξη δείχνουν ότι το επενδυτικό ενδιαφέρον υπάρχει και μάλιστα σε μεγάλη κλίμακα. Το ερώτημα, όμως, είναι αν τα ηλεκτρικά συστήματα της περιοχής μπορούν να ακολουθήσουν με τον ίδιο ρυθμό. Για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το βασικό σημείο συμφόρησης δεν βρίσκεται πλέον στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας αλλά στις υποδομές που καλούνται να τη μεταφέρουν και να τη διαχειριστούν.

Τα δίκτυα μεταφοράς και διανομής της περιοχής δεν έχουν σχεδιαστεί για να διαχειριστούν μεγάλες ποσότητες μεταβλητής παραγωγής από ΑΠΕ. Πρόκειται για υποδομές που αναπτύχθηκαν γύρω από ένα παλαιότερο μοντέλο, με λίγες μεγάλες μονάδες ηλεκτροπαραγωγής και μονοκατευθυντικές ροές ενέργειας. Η μετάβαση σε ένα αποκεντρωμένο μοντέλο, με χιλιάδες νέες εγκαταστάσεις ηλιακής και αιολικής παραγωγής, απαιτεί δίκτυα με δυνατότητα αμφίδρομων ροών, τοπικούς μηχανισμούς εξισορρόπησης, τεχνική ευελιξία και εξειδικευμένο προσωπικό.

Τα προβλήματα αυτά είναι ήδη ορατά. Η Βόρεια Μακεδονία έχει φτάσει σε συνθήκες συμφόρησης του δικτύου, ενώ η Σερβία πλησιάζει αντίστοιχα όρια. Την ίδια στιγμή, οι απώλειες μεταφοράς και διανομής παραμένουν σημαντικά υψηλότερες από τα ευρωπαϊκά επίπεδα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Αλβανία, αφού οι απώλειες ξεπερνούσαν το 25% το 2016 και το 2017, ενώ ακόμη και το 2023 διαμορφώνονταν στο 12,3%.

Διαβάστε περισσότερα στο energygame.gr