Κρασί: Καταρρίπτεται το αφήγημα των ελληνικών εξαγωγών;

Ζήτημα για τον κλάδο η πολυδιάσπαση δυνάμεων, δεδομένου ότι δραστηριοποιούνται περί τις 1.600 οινοποιητικές επιχειρήσεις

Το διακύβευμα των ελληνικών εξαγωγών κρασιού και η δυναμική τους ©unsplash

Η δημόσια συζήτηση για το ελληνικό κρασί τα τελευταία χρόνια συνοδεύεται από ένα επαναλαμβανόμενο αφήγημα με τίτλους όπως: «οι εξαγωγές αυξάνονται», «οι διεθνείς αγορές ανοίγουν», «το ελληνικό brand κρασιού ενισχύεται». Όμως πίσω από τους αριθμούς κρύβεται μια πιο σύνθετη και λιγότερο αισιόδοξη πραγματικότητα.

Ζήτημα αποτελεί για τον κλάδο του κρασιού στην Ελλάδα η πολυδιάσπαση δυνάμεων που επικρατεί. Σύμφωνα με στελέχη της αγοράς, στα τέλη της δεκαετίας του ’80 στη χώρα μας λειτουργούσαν περίπου 120 οινοποιεία. Σήμερα, σε εθνικό επίπεδο, ο αριθμός φτάνει τα 1.600. Την ίδια στιγμή, η εγχώρια κατανάλωση κρασιού έχει κατακερματιστεί και -σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς- έχει μειωθεί σχεδόν στο ένα τρίτο σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες.

Οριακά πάνω από τα 80 εκατομμύρια ευρώ οι καθαρές εξαγωγές εμφιαλωμένου κρασιού

Οι εξαγωγές ελληνικού κρασιού κινήθηκαν περίπου στα επίπεδα των  98 εκατομμυρίων ευρώ το 2024. Σε αυτό το ποσό περιλαμβάνονται πωλήσεις αποθεμάτων κρασιού, μη κατάλληλου προς κατανάλωση, το οποίο προορίζεται για οξοποίηση. Η αξία του κρασιού πωλείται για την παραγωγή ξιδιού στο εξωτερικό υπολογίζεται σε περίπου 4 εκατομμύρια ευρώ. Επιπλέον, περίπου 10 εκατομμύρια ευρώ αντιστοιχούν σε εξαγωγές χύμα κρασιού. Με αποτέλεσμα η καθαρή αξία εξαγωγών κρασιού να κινείται λίγο πάνω από τα 80 εκατομμύρια ευρώ. Τη στιγμή που όπως προαναφέραμε, στην Ελλάδα δραστηριοποιούνται 1.600 οινοποιεία, αριθμός επιχειρήσεων που όπως φαίνεται στην πράξη δεν είναι ικανός να υποστηρίξει δραστικά την ανάπτυξη των εξαγωγών κρασιού.

Οι εξαγωγές, σε ποσότητα, παρουσίασαν σημαντική μείωση 12,8% το 2024 σε σχέση με το 2023, ενώ σε τζίρο, μειώθηκαν κατά 1,6% την ίδια περίοδο όπως προκύπτει από τα επίσημα στοιχεία του Κλαδικού Εθνικού Αγροτικού Συνεταιρισμού Αμπελοοινικών Προϊόντων (ΚΕΟΣΟΕ). Το μερίδιο των εξαγωγών επί της εγχώριας παραγωγής διαμορφώθηκε σε 18,2% το 2024 (2023: 21,1%). Το 38% των εξαγωγών, σε ποσότητα το 2024, είχε προορισμό τη Γερμανία, ενώ οι ΗΠΑ είναι η δεύτερη πιο σημαντική χώρα προορισμού των ελληνικών εξαγωγών, με 11% μερίδιο, σε ποσότητα.

Η σύγκριση με παραδοσιακές δυνάμεις της οινοποιίας, όπως η Γαλλία ή η Ιταλία, είναι δομικού χαρακτήρα, καθ’ ότι οι εξαγωγικές τους επιδόσεις μετρώνται σε δισεκατομμύρια ευρώ. Ωστόσο και εκεί υπάρχει κάμψη των εξαγωγών κρασιού. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι οι εξαγωγές γαλλικού κρασιού και αλκοολούχων ποτών σε όγκο κατέγραψαν ιστορικό χαμηλό εικοσιπενταετίας, καθώς οι αμερικανικοί δασμοί, τα κινεζικά μέτρα και η ισχυρή ισοτιμία του ευρώ επιβάρυναν σημαντικά τις διεθνείς πωλήσεις.

Σύμφωνα με την επαγγελματική ένωση εξαγωγέων οίνου και αλκοολούχων της Γαλλίας, Fédération des Exportateurs de Vins & Spiritueux de France (FEVS), οι συνολικές εξαγωγές διαμορφώθηκαν στα 168 εκατ. κιβώτια, καταγράφοντας πτώση 3% σε ετήσια βάση. Πρόκειται για το χαμηλότερο επίπεδο τουλάχιστον από τις αρχές του αιώνα, σύμφωνα με εκπρόσωπο της οργάνωσης. Ακόμη εντονότερη ήταν η μείωση σε τζίρο, καθ’ ότι οι εξαγωγές υποχώρησαν κατά 8%, στα 14,3 δισ. ευρώ (περίπου 17 δισ. δολάρια), αγγίζοντας χαμηλό πενταετίας.

Πωλήσεις κρασιού από ελληνικές επιχειρήσεις στα μονοπώλια

Επιστρέφοντας στις ελληνικές εξαγωγές, υπάρχουν επιχειρήσεις που έχουν τοποθετηθεί σε αγορές όπως ο Καναδάς, με μονοπωλιακό καθεστώς, αλλά και το Ηνωμένο Βασίλειο. Ωστόσο, παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι πολλές τέτοιες συνεργασίες έχουν περιστασιακό χαρακτήρα.

Η τοποθέτηση σε μεγάλες αλυσίδες ή μονοπώλια (όπως στον Καναδά) συχνά λειτουργεί με λογική κυκλικότητας. Έτσι, ένα ελληνικό κρασί εισέρχεται για δύο ή τρία χρόνια στην καναδική αλυσίδα, για να αντικατασταθεί στη συνέχεια από κάποιο ιταλικό ή αυστριακό προϊόν. Χωρίς σταθερή στρατηγική επώνυμου προϊόντος και επένδυση σε διαρκείς σχέσεις, η εξαγωγική επιτυχία αποδεικνύεται εύθραυστη.

Πλειστηριασμοί και συγκέντρωση, έρχονται νέες αποεπενδύσεις και εξαγορές

Ο κύκλος συγκέντρωσης και αποκέντρωσης του κλάδου φαίνεται να έχει ολοκληρωθεί. Και πλέον, μια νέα περίοδος αναδιάταξης βρίσκεται σε εξέλιξη, όπου διαφαίνεται νέος κύκλος συγκέντρωσης να λαμβάνει χώρα τα επόμενα χρόνια. Διόλου αμελητέος δεν είναι ο αριθμός των οινοποιητικών επιχειρήσεων που αυτήν τη στιγμή κινούνται στα όρια της βιωσιμότητας, κάτι που αιτιολογεί την πεποίθηση ανθρώπων του κλάδου ότι η επόμενη μέρα, αυτή της συγκέντρωσης δυνάμεων στα χέρια λιγότερων παικτών, έχει ήδη ξεκινήσει. Παραδείγματα προς αυτήν την κατεύθυνση αποτελούν η Cavino, η οποία εξαγόρασε την οινοποιία Κουρτάκη, αλλά και το Κτήμα Βασιλείου στη Νεμέα. Ένα ακόμα παράδειγμα αποτελεί η Ελληνικά Οινοποιεία, που έχει αποκτήσει τον Μπουτάρη, τη Σεμέλη και το 50% της Navarino Vineyards σε σύμπραξη με τον όμιλο ΤΕΜΕΣ.

Ταυτόχρονα, η αγορά τελεί υπό μερικό αναβρασμό, καθώς πραγματοποιούνται πλειστηριασμοί ακινήτων και οινοποιείων, όπως αυτοί  της οικογένειας Σπυρόπουλου. Αρχικά το οινοποιείο στη Μαντινεία, το οποίο περιήλθε στην κατοχή της εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων Sunrise II, ενώ είναι προγραμματισμένη η διενέργεια και δεύτερου πλειστηριασμού στις 4 Μαρτίου για το οινοποιείο στη Νεμέα. Ενώ και για άλλες επιχειρήσεις διακυβεύεται, σύμφωνα με πληροφορίες, η συνέχιση της πορείας τους. Ήδη υπάρχουν οινοποιοί που συζητούν ενδεχόμενη πώληση της δραστηριότητάς τους σε επενδυτές, με το αποτέλεσμα αυτών των κινήσεων να αποκρυσταλλώνεται το προσεχές χρονικό διάστημα.

Στη Σαντορίνη, όπου η γη έχει τεράστια αξία λόγω του τουρισμού, τα ακίνητα θεωρούνται «φιλέτα». Το οινοποιητικό κομμάτι, ωστόσο, απαιτεί κεφάλαιο, τεχνογνωσία και μακροπρόθεσμη δέσμευση, με στοχευμένες κινήσεις και αναμπελώσεις, στοιχεία που δεν συμβαδίζουν πάντα με τη λογική της γρήγορης απόδοσης. Την ίδια ώρα, η οινοποιία της Σαντορίνης διάγει περίοδο βαθιάς κρίσης, καθώς το 2025 η παραγωγή κινήθηκε σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, προβληματίζοντας τόσο εκείνους που δραστηριοποιούνται στο νησί όσο και την ευρύτερη οινική κοινότητα.