Η Hermès αντιμετωπίζει αυξανόμενη πίεση μετά τα αποτελέσματα πρώτου τριμήνου του 2026, καθώς τα έσοδά της αποδείχθηκαν χαμηλότερα από τις εκτιμήσεις των αναλυτών, δημιουργώντας ανησυχίες για τη μελλοντική της αποτίμηση στον κλάδο των ειδών πολυτελείας.
Παρά τη γενική υποχώρηση του κλάδου, οι πωλήσεις στον τομέα δερμάτινων ειδών της εταιρείας αυξήθηκαν κατά 9,4% σε σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες στο πρώτο τρίμηνο.
Ωστόσο, ακόμη και τα πιο εμβληματικά προϊόντα της, όπως οι τσάντες Birkin και Kelly, δεν έχουν μείνει ανεπηρέαστα από τη γενικότερη επιβράδυνση της ζήτησης στην αγορά ειδών πολυτελείας.
Εμβληματικά προϊόντα εμφανίζουν πλέον μειωμένα περιθώρια υπερτίμησης στη δευτερογενή αγορά. Η premium τιμή στην οποία μεταπωλούνται έχει υποχωρήσει από τα υψηλά του 2022, καθώς αυξάνεται ο ανταγωνισμός από οίκους όπως η Chanel, αλλά και από τη Dior του ομίλου LVMH Moët Hennessy Louis Vuitton.
Περιθώριο κέρδους 40%
Τα έσοδα της Hermès έχουν σχεδόν διπλασιαστεί από το 2021 και εκτιμάται ότι θα φτάσουν τα 17 δισ. ευρώ το 2026, ενώ μόνο ο τομέας δερμάτινων ειδών αποδίδει περίπου 8 δισ. ευρώ. Το λειτουργικό περιθώριο κέρδους της εταιρείας παραμένει ιδιαίτερα υψηλό, γύρω στο 40%, γεγονός που την καθιστά μία από τις πιο κερδοφόρες εταιρείες στον κλάδο.
Ωστόσο, η συνεχής μεγέθυνση γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη, καθώς η παραγωγή των εμβληματικών προϊόντων παραμένει περιορισμένη από τη στρατηγική σπανιότητας.
Σύμφωνα με στοιχεία της UBS, η προσφορά μεταχειρισμένων τσαντών πολυτελείας στην αγορά των ΗΠΑ είναι πλέον τριπλάσια σε σχέση με το 2020, γεγονός που διευκολύνει την απόκτησή τους, αν και σε πολλές περιπτώσεις εξακολουθούν να πωλούνται πάνω από την τιμή καταστήματος.
Η άνοδος του ανταγωνισμού από τη Chanel, ιδιαίτερα με νέα σχέδια του δημιουργικού της διευθυντή Matthieu Blazy, έχει επίσης πιέσει τις τιμές μεταπώλησης. Σύμφωνα με αναλυτές της Bernstein, το premium των Hermès bags στη δευτερογενή αγορά έχει μειωθεί από τα ιστορικά υψηλά του 2022.
Αντίστοιχη πίεση και σε άλλα είδη
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται και με τη γενικότερη διόρθωση στην αγορά πολυτελείας, καθώς αντίστοιχη πίεση καταγράφεται σε προϊόντα όπως τα ρολόγια Rolex και ακόμη και στα entry-level μοντέλα της Ferrari. Οι μετοχές της Hermès έχουν υποχωρήσει περίπου κατά 25% την τελευταία χρονιά, υποαποδίδοντας σε σχέση με την MSCI Europe Textiles Apparel and Luxury Goods Index και άλλους μεγάλους παίκτες του κλάδου.
Παρά την πτώση, η μετοχή εξακολουθεί να διαπραγματεύεται περίπου στις 33 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη των επόμενων 12 μηνών, σημαντικά χαμηλότερα από τον μέσο όρο πενταετίας που ήταν περίπου 48 φορές, γεγονός που υποδηλώνει επανατιμολόγηση της αγοράς.
Η εταιρεία επιχειρεί να ενισχύσει τη θέση της επενδύοντας σε νέα παραγωγική δυναμικότητα, με το άνοιγμα του 25ου εργοστασίου δερμάτινων ειδών στη Γαλλία. Παράλληλα, εξετάζει την είσοδο σε νέες κατηγορίες προϊόντων υψηλής ραπτικής και ειδικών εκδόσεων τσαντών, ενώ παράλληλα δεν σκοπεύει να περιορίσει τεχνητά την παραγωγή των εμβληματικών της μοντέλων Birkin, Kelly και Constance.
Την ίδια στιγμή, η Hermès επιχειρεί να ενισχύσει τη δημιουργική της ταυτότητα με νέες συνεργασίες και είσοδο στην υψηλή ραπτική, ενώ επενδύει και στη διεύρυνση του ανδρικού της χαρτοφυλακίου μέσω νέας δημιουργικής καθοδήγησης.
Παρά τις στρατηγικές κινήσεις, η αγορά παραμένει επιφυλακτική, με τους αναλυτές να τονίζουν ότι η επιστροφή της μετοχής στα ιστορικά υψηλά αποτιμήσεών της παραμένει αβέβαιη.