Φουντώνει η μάχη για τον αφρό της μπύρας, ανακατατάξεις στα μερίδια των μεγάλων παικτών

Στο 54% το μερίδιο της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας, στο 27% της Ολυμπιακής Ζυθοποιίας, σύμφωνα με έρευνα του ΙΟΒΕ

Μπύρα στα ράφια σούπερ μάρκετ ©Pixabay

Σε μία περίοδο βαθιών ανακατατάξεων, αλλά και έντονων πιέσεων, βρίσκεται η εγχώρια αγορά μπύρας. Η εικόνα του κλάδου τα τελευταία χρόνια είναι πολύ διαφορετική από εκείνη των αρχών της δεκαετίας του 2000, καθώς η αγορά έχει γίνει λιγότερο συγκεντρωμένη, περισσότερο ανταγωνιστική και σαφώς πιο πολυδιάσπαρτη σε επίπεδο εμπορικών σημάτων. Ωστόσο, η ωρίμανση αυτή συνοδεύεται πλέον από ένα δύσκολο οικονομικό περιβάλλον, το οποίο δοκιμάζει ιδιαίτερα τις μικροζυθοποιίες και τα πιο εξειδικευμένα σχήματα παραγωγής.

Η βασική αλλαγή στη δομή της αγοράς αποτυπώνεται στη σταδιακή υποχώρηση του μεριδίου της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας (Heineken, Alfa, Amstel, Μάμος). Από το 80% που κατείχε το 2000, το μερίδιό της Αθηναϊκής μειώθηκε στο 54% το 2024, όπως προκύπτει και από πρόσφατα στοιχεία έρευνας του ΙΟΒΕ για την Ελληνική Ένωση Ζυθοποιών. Παρά το γεγονός ότι εξακολουθεί να παραμένει ο μεγαλύτερος παίκτης της ελληνικής αγοράς μπύρας, η μεταβολή αυτή δείχνει ότι η κυριαρχία της δεν έχει πλέον τα χαρακτηριστικά του παρελθόντος. Η αγορά άνοιξε, ο ανταγωνισμός ενισχύθηκε και οι καταναλωτές έχουν πλέον σαφώς περισσότερες επιλογές.

Στον αντίποδα, η Ολυμπιακή Ζυθοποιία αναδείχθηκε σε ισχυρή δεύτερη δύναμη, κυρίως μετά τη συγχώνευσή της με τη Ζυθοποιία Μύθος. Το 2024 το μερίδιό της διαμορφώθηκε στο 27%, καθιστώντας την τον βασικό ανταγωνιστικό πόλο απέναντι στην Αθηναϊκή Ζυθοποιία. Η παρουσία δύο μεγάλων εταιρειών που συγκεντρώνουν σημαντικό μέρος της αγοράς εξακολουθεί να χαρακτηρίζει τον κλάδο, ωστόσο η συνολική εικόνα είναι πλέον λιγότερο συγκεντρωτική.

Την ίδια περίοδο, εταιρείες όπως η Ελληνική Ζυθοποιία Αταλάντης (ΕΖΑ) που έχει συμφωνήσει για την πώλησή της στην ισραηλινή οικογένεια Shamshoum και η Ζυθοποιία Μακεδονίας Θράκης (Βεργίνα) ενίσχυσαν την παρουσία τους. Οι εταιρείες που ακολουθούν τους δύο μεγάλους παίκτες κατέγραψαν αύξηση μεριδίου κατά 8 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ 2000 και 2024, στοιχείο που δείχνει ότι ένα μέρος της αγοράς μετακινήθηκε προς σχήματα με πιο έντονη ελληνική ταυτότητα, διαφορετική εμπορική τοποθέτηση και μεγαλύτερη ευελιξία στη διαμόρφωση χαρτοφυλακίου.

Ακόμη πιο έντονες ήταν οι ανακατατάξεις σε επίπεδο εμπορικών σημάτων. Το πλήθος των εμπορικών σημάτων που διατίθενται στην ελληνική αγορά αυξήθηκε σε 99 το 2024, από 39 το 2000. Η αύξηση αυτή αντανακλά την είσοδο νέων προϊόντων, την ανάπτυξη μικρότερων παραγωγών, την ενίσχυση της μικροζυθοποιίας και τη διεύρυνση των επιλογών για τον καταναλωτή. Η αγορά δεν περιστρέφεται πλέον αποκλειστικά γύρω από λίγες μαζικές ετικέτες, αλλά περιλαμβάνει ελληνικά σήματα, premium επιλογές, μπύρες χωρίς αλκοόλ, craft προϊόντα και ιδιωτικές ετικέτες.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η στροφή των καταναλωτών σε εμπορικά σήματα με ελληνική επωνυμία. Η τάση αυτή συνδέεται με τη γενικότερη αναζήτηση προϊόντων εγχώριας ταυτότητας, αλλά και με την προσπάθεια διαφοροποίησης απέναντι στα διεθνή σήματα. Παράλληλα, τα προϊόντα μικροζυθοποιίας κέρδισαν έδαφος, αξιοποιώντας την τάση για ιδιαίτερες γεύσεις, τοπικότητα και μικρότερες παραγωγές. Την ίδια ώρα, ενισχύθηκε και η κατηγορία της μπύρας χωρίς αλκοόλ, η οποία ευνοείται από τις αλλαγές στον τρόπο ζωής και τη μεγαλύτερη έμφαση στην υγεία και στη λελογισμένη κατανάλωση.

Ωστόσο, η διεύρυνση της αγοράς δεν σημαίνει ότι όλοι οι παίκτες κινούνται σε ευνοϊκό περιβάλλον. Αντιθέτως, ο κλάδος εισέρχεται σε μία από τις δυσκολότερες χρονιές των τελευταίων ετών, με τις μικροζυθοποιίες να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της πίεσης. Το μοντέλο της craft μπύρας, το οποίο τα προηγούμενα χρόνια στηρίχθηκε στη δυναμική ανάπτυξη μικρών παραγωγών και στην επιρροή της αμερικανικής αγοράς, δοκιμάζεται πλέον από το αυξημένο κόστος, τη μειωμένη αγοραστική δύναμη και τον έντονο ανταγωνισμό των μεγάλων ομίλων.

Η εικόνα της κατανάλωσης είναι ενδεικτική. Το 2024 η συνολική κατανάλωση μπύρας στην Ελλάδα ανήλθε σε 4.207 χιλιάδες εκατόλιτρα, προσεγγίζοντας επίπεδα που καταγράφονταν πριν από την οικονομική κρίση. Την ίδια χρονιά, ο κύκλος εργασιών της ζυθοποιίας εκτιμάται ότι ανήλθε σε 626 εκατ. ευρώ, έχοντας ενισχυθεί σημαντικά μετά την υγειονομική κρίση, σε μεγάλο βαθμό και λόγω των πληθωριστικών πιέσεων που επηρέασαν την ελληνική οικονομία. Η αύξηση της αξίας της αγοράς, όμως, δεν σημαίνει απαραίτητα αντίστοιχη βελτίωση σε όγκους ή περιθώρια.

Το 2025 η τάση αυτή φαίνεται ότι ανακόπηκε. Η εγχώρια κατανάλωση μπύρας εκτιμάται ότι μειώθηκε κατά περίπου 5%, εξέλιξη που αποδίδεται στις ευρύτερες οικονομικές συνθήκες, στην ακρίβεια και στην πίεση που δέχεται η εκτός σπιτιού κατανάλωση. Για έναν κλάδο που συνδέεται άμεσα με την εστίαση, τον τουρισμό και την κοινωνική κατανάλωση, η υποχώρηση των όγκων δημιουργεί πρόσθετη πίεση, ιδίως για τους μικρότερους παραγωγούς.

Σύμφωνα με ανθρώπους της αγοράς, το ενεργειακό κόστος έχει αυξηθεί κατά 30% έως 40%, επιβαρύνοντας δυσανάλογα τις μικρές ζυθοποιίες. Σε αντίθεση με τους μεγάλους παίκτες, οι μικροζυθοποιοί δεν διαθέτουν τις ίδιες οικονομίες κλίμακας, ούτε την ίδια διαπραγματευτική ισχύ σε πρώτες ύλες, συσκευασία και δίκτυα διανομής. Την ίδια στιγμή, η αβεβαιότητα για την πορεία του τουρισμού και η περιορισμένη αγοραστική δύναμη των καταναλωτών ενισχύουν τη σημασία της τιμής, καθιστώντας δυσκολότερη την τοποθέτηση ακριβότερων craft προϊόντων.

Διαβάστε περισσότερa στην  iapogevmatini.gr