Την αύξηση του ημερήσιου ορίου για τις διατακτικές σίτισης από τα 6 στα 10 ευρώ εξετάζει η κυβέρνηση μετά από κοινό αίτημα των κοινωνικών εταίρων. Το όριο των 6 ευρώ παραμένει αμετάβλητο από το 2004, ενώ το αίτημα για αναπροσαρμογή συνδέεται τόσο με την αύξηση του κόστους διατροφής όσο και με την ανάγκη των επιχειρήσεων να προσφέρουν πιο ανταγωνιστικές παροχές στους εργαζομένους.
Με τα σημερινά δεδομένα, οι διατακτικές σίτισης που χορηγούνται από τον εργοδότη απαλλάσσονται από τον φόρο εισοδήματος και, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, από ασφαλιστικές εισφορές έως το ποσό των 6 ευρώ ανά εργάσιμη ημέρα. Πρέπει να χορηγούνται σε μηνιαία βάση για την κάλυψη αναγκών διατροφής κατά την εργασία και να χρησιμοποιούνται για γεύματα, έτοιμα φαγητά, τρόφιμα προς κατανάλωση και ροφήματα σε συμβεβλημένο δίκτυο.
Έτσι, μια ενδεχόμενη αύξηση του αφορολόγητου ορίου των διατακτικών σίτισης στα 10 ευρώ ημερησίως θα αποτελούσε σημαντική αλλαγή στο σημερινό καθεστώς, καθώς θα αύξανε την αξία της συγκεκριμένης παροχής που μπορεί να λαμβάνει ο εργαζόμενος χωρίς την υφιστάμενη φορολογική και ασφαλιστική επιβάρυνση.
Για τις υπόλοιπες παροχές, όπως δωροεπιταγές και κουπόνια αγορών, ισχύει το γενικό καθεστώς των παροχών σε είδος. Η συνολική αξία των σχετικών παροχών δεν συνυπολογίζεται στο φορολογητέο εισόδημα μέχρι τα 300 ευρώ ανά φορολογικό έτος και, όταν το όριο ξεπερνιέται, φορολογείται μόνο το υπερβάλλον ποσό. Στις παροχές αυτές περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, δωροεπιταγές για αγορές αγαθών και κουπόνια για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών.
Διαφορετική είναι η αντιμετώπιση των κουπονιών από πλευράς ΦΠΑ. Τα κουπόνια συγκεκριμένου σκοπού, στα οποία είναι εξαρχής γνωστός ο τόπος φορολόγησης και ο ΦΠΑ της συναλλαγής, αντιμετωπίζονται φορολογικά ήδη κατά τη μεταβίβαση. Αντίθετα, στα κουπόνια πολλαπλών σκοπών, όπου δεν είναι γνωστά εξαρχής τα στοιχεία της τελικής φορολόγησης, ο ΦΠΑ επιβάλλεται όταν πραγματοποιείται η πραγματική παράδοση του αγαθού ή η παροχή της υπηρεσίας κατά την εξαργύρωση.
Ένας στους τέσσερις με κουπόνια
Σήμερα περίπου ένας στους τέσσερις εργαζόμενους στη χώρα λαμβάνει παροχή σίτισης από τον εργοδότη του, είτε σε τακτική είτε σε περιστασιακή βάση, ενώ για τους περισσότερους αποτελεί μια σταθερή παροχή που διαρκεί τουλάχιστον τρία χρόνια. Παρά τη σταδιακή διεύρυνσή της, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται χαμηλά σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου οι παροχές σίτισης αποτελούν πλέον αναπόσπαστο μέρος του συστήματος αμοιβών.
Όπως επισημαίνουν οι κοινωνικοί εταίροι, το ισχύον όριο παραμένει αμετάβλητο από το 2004, όταν θεσπίστηκε με τον νόμο 3296/2004, παρά τις ριζικές μεταβολές που έχουν μεσολαβήσει στην οικονομία. Η πολυετής οικονομική κρίση, η ενεργειακή κρίση και οι ανατιμήσεις των τελευταίων ετών έχουν μειώσει σημαντικά την αγοραστική δύναμη των μισθωτών, με αποτέλεσμα το σημερινό όριο να μην ανταποκρίνεται πλέον ούτε στο πραγματικό κόστος ενός γεύματος κατά τη διάρκεια της εργασίας.
Οι κοινωνικοί εταίροι υποστηρίζουν ότι η αύξηση της παροχής δεν αφορά μόνο την ενίσχυση των εργαζομένων, αλλά και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, οι οποίες καλούνται να προσφέρουν πιο ελκυστικά πακέτα αποδοχών προκειμένου να προσελκύσουν και να διατηρήσουν εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό.
Στην κοινή επιστολή γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στις πρακτικές που εφαρμόζονται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Εκεί η αξία της παροχής σίτισης μπορεί να αντιστοιχεί ακόμη και στο 25% του κατώτατου μισθού, ενώ στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 13,6%.
Η σύγκριση αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι περίπου ένας στους τρεις εργαζόμενους στη χώρα αμείβεται με τον κατώτατο μισθό, γεγονός που καθιστά κάθε πρόσθετη παροχή ιδιαίτερα σημαντική για την κάλυψη βασικών αναγκών.
