Η πενταετής παραγραφή δεν κλείνει υποχρεωτικά την πόρτα στην Εφορία. Το Συμβούλιο της Επικρατείας ανοίγει εκ νέου τον δρόμο για τη δεκαετή παραγραφή σε φορολογικές υποθέσεις, όταν μεταγενέστερος έλεγχος αποκαλύπτει στοιχεία που οδηγούν για πρώτη φορά στη διαπίστωση της παράβασης.
Αυτό προκύπτει από την απόφαση 364/2026 του ΣτΕ, η οποία αφορά υπόθεση εικονικών και πλαστών τιμολογίων και έχει ιδιαίτερη σημασία για τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετωπίζονται παλιές φορολογικές υποθέσεις. Η υπόθεση αφορά ομόρρυθμη εταιρεία που δραστηριοποιούνταν στις υδραυλικές εγκαταστάσεις και φορολογική χρήση του 2005. Σε βάρος της είχαν καταλογιστεί φόροι, καθώς διαπιστώθηκε ότι είχε λάβει και καταχωρίσει εικονικά και πλαστά τιμολόγια.
Το στοιχείο που έκρινε την υπόθεση ήταν ο χρόνος κατά τον οποίο αποκαλύφθηκε η εικονικότητα. Η σχετική διαπίστωση έγινε για πρώτη φορά σε έκθεση ελέγχου του ΣΔΟΕ, η οποία συντάχθηκε στις 4 Ιουνίου 2014. Η πενταετία είχε ήδη παρέλθει.
Παρά το γεγονός αυτό, το ΣτΕ έκρινε ότι τα στοιχεία που προέκυψαν από τον μεταγενέστερο έλεγχο μπορούσαν να στηρίξουν τη δεκαετή παραγραφή και απέρριψε την αίτηση αναίρεσης της εταιρείας.
Η απόφαση δεν σημαίνει ότι κάθε φορολογικός έλεγχος που γίνεται μετά την πενταετία μπορεί αυτομάτως να υπαχθεί στη δεκαετή παραγραφή. Το ζήτημα είναι πιο συγκεκριμένο: αν ο μεταγενέστερος έλεγχος αποκάλυψε στοιχεία που δεν ήταν γνωστά στη φορολογική διοίκηση κατά την αρχική πενταετία και από τα οποία προέκυψε η φορολογική παράβαση. Αυτό είναι και το σημείο στο οποίο η νέα απόφαση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Γιατί στην πράξη επιβεβαιώνει ότι ένας έλεγχος του ΣΔΟΕ που πραγματοποιείται αργότερα μπορεί να οδηγήσει σε φορολογικό καταλογισμό ακόμη και όταν η αρχική πενταετία έχει παρέλθει, εφόσον τα ευρήματα του ελέγχου αποτελούν νέα στοιχεία.
Η νομολογία του ΣτΕ έχει κινηθεί τα τελευταία χρόνια και προς τις δύο κατευθύνσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις έχει δεχθεί ότι πραγματικά νέα δεδομένα δικαιολογούν τη δεκαετή παραγραφή, ενώ σε άλλες έχει αποκλείσει την παράταση όταν η φορολογική διοίκηση μπορούσε να είχε αξιοποιήσει τα συγκεκριμένα στοιχεία νωρίτερα.
Χαρακτηριστική είναι η ΣτΕ 1770/2024, με την οποία κρίθηκε ότι τραπεζικά δεδομένα που δεν ήταν διαθέσιμα στη ΔΟΥ κατά την αρχική πενταετία μπορούσαν να αποτελέσουν συμπληρωματικά στοιχεία. Αντίθετα, με τις αποφάσεις του ΣτΕ 1726/2024 και 1727/2024 τέθηκαν όρια στην επίκληση μεταγενέστερων ελέγχων όταν τα κρίσιμα στοιχεία μπορούσαν να είχαν αξιοποιηθεί εγκαίρως.
Το βασικό συμπέρασμα από τη νέα απόφαση είναι ότι η δεκαετία παραμένει ένα ενεργό εργαλείο φορολογικού ελέγχου και όχι μια διάταξη χωρίς πρακτική εφαρμογή. Ο νέος Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας, προβλέπει ως γενικό κανόνα την πενταετή παραγραφή, αλλά επιτρέπει τη δεκαετία όταν μετά την πενταετία περιέλθουν στη Φορολογική Διοίκηση νέα στοιχεία ή πληροφορίες που δεν θα μπορούσαν να είναι γνωστά νωρίτερα και από τα οποία προκύπτει μεγαλύτερη φορολογική οφειλή.
Η νέα απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δίνει έτσι νέο βάρος στη δυνατότητα των ελεγκτικών μηχανισμών να αξιοποιούν μεταγενέστερα ευρήματα. Για υποθέσεις εικονικών τιμολογίων, αλλά και για άλλες φορολογικές παραβάσεις που αποκαλύπτονται εκ των υστέρων, η παρέλευση της πενταετίας δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη και το τέλος του ελέγχου.
Το όριο παραμένει η ύπαρξη νέων στοιχείων. Όμως, όπως δείχνει η νέα απόφαση, η δεκαετής παραγραφή μπορεί πλέον να έχει πολύ πιο ουσιαστικό ρόλο στους φορολογικούς ελέγχους απ’ ό,τι θα άφηνε να εννοηθεί η μέχρι σήμερα συζήτηση γύρω από την πενταετία.
Για τις επιχειρήσεις, πάντως, η εξέλιξη επαναφέρει ένα διαχρονικό πρόβλημα και συγκεκριμένα την αβεβαιότητα γύρω από το πότε κλείνει οριστικά μια φορολογική υπόθεση. Όσο η δεκαετής παραγραφή μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να κρατά ανοικτούς φακέλους για χρόνια μετά την αρχική πενταετία, οι επιχειρήσεις παραμένουν ουσιαστικά όμηροι μιας φορολογικής εκκρεμότητας, χωρίς να γνωρίζουν με βεβαιότητα πότε ο κίνδυνος ενός νέου καταλογισμού παύει να υφίσταται. Το ζήτημα δεν αφορά μόνο το ύψος ενός ενδεχόμενου φόρου ή προστίμου, αλλά και την ανάγκη για προβλεψιμότητα, ώστε μια επιχείρηση να μπορεί να κλείνει οικονομικές χρήσεις και να λαμβάνει αποφάσεις χωρίς να παραμένει επί μακρόν εκτεθειμένη σε παλιές φορολογικές αξιώσεις.
