Η επόμενη ημέρα των επενδύσεων σε φωτοβολταϊκά: Ευκαιρίες, εμπόδια και οφέλη για τους καταναλωτές

Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Εταιρειών Φωτοβολταϊκών, απαραίτητη η έμφαση στην αποθήκευση, την αυτοκατανάλωση και τον εξηλεκτρισμό της οικονομίας

Ηλιακή ενέργεια © Pexels, Pixabay

Στις πλέον ηχηρές επιτυχίες της χώρας μας συγκαταλέγεται η ανάπτυξη της αγοράς των φωτοβολταϊκών, καθώς έχει πετύχει τα τελευταία χρόνια μία από τις καλύτερες επιδόσεις παγκοσμίως. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε ο Σύνδεσμος Εταιρειών Φωτοβολταϊκών (ΣΕΦ) σε χθεσινή ενημερωτική συνάντηση για την παρουσίαση του Οδικού Χάρτη 2026-2030 που έχει συντάξει για την επόμενη φάση του εγχώριου κλάδου, η Ελλάδα φιγουράρει πλέον στη 2η θέση στην Ευρώπη και στην 3η παγκοσμίως, όσον αφορά τη συμμετοχή των φωτοβολταϊκών στην εγχώρια ηλεκτροπαραγωγή.

Παρά την εντυπωσιακή πορεία, όμως, ο κλάδος βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, με συνέπεια να μην αρκεί το μομέντουμ που έχει αποκτηθεί. Ο υφιστάμενος εθνικός στόχος του ΕΣΕΚ για 13,5 GW έως το 2030 θεωρείται ήδη ξεπερασμένος, καθώς αναμένεται να επιτευχθεί μέσα στο 2026. Εξάλλου, «φέτος μέχρι τον Μάιο έχουν εγκατασταθεί 1,43 GW νέων φωτοβολταϊκών, ανεβάζοντας την εγκατεστημένη ισχύ ήδη στα 13 GW, τη στιγμή που το αμέσως επόμενο διάστημα αναμένεται να ηλεκτριστούν μεγάλα εμπορικά έργα», όπως επισήμανε ο Στέλιος Ψωμάς, Ενεργειακός Σύμβουλος και Σύμβουλος Στρατηγικής του ΣΕΦ.

Με βάση τις προβλέψεις του ΣΕΦ για το τέλος της δεκαετίας, το συντηρητικό σενάριο «τοποθετεί» την εγκατεστημένη ισχύ στα 18 GW, το πιθανό σενάριο στα 20 GW, ενώ το αισιόδοξο «βλέπει» ακόμα και τα 22 GW. Αυτή η υπερκάλυψη των στόχων είναι που μπορεί να διασφαλίσει ότι η Ελλάδα θα πετύχει τις κλιματικές της δεσμεύσεις, παρά τις καθυστερήσεις που παρατηρούνται σε άλλες τεχνολογίες ΑΠΕ.

Η έως τώρα επιτυχία εδράζεται σε τέσσερις πυλώνες: τη δραστική μείωση του κόστους, την ευκολία εγκατάστασης, την ευελιξία των εφαρμογών και τη δυνατότητα συμμετοχής μικρών «παικτών» στην αγορά. Ωστόσο, η επόμενη πενταετία απαιτεί σημαντικές αλλαγές. «Η νέα φάση ανάπτυξης του κλάδου θα στηριχθεί σε τρεις πυλώνες: τα μεγάλα εμπορικά συστήματα, την αυτοκατανάλωση και την αποθήκευση ενέργειας», σημείωσε ο Παναγιώτης Μουρτοπάλλας, Πρόεδρος του ΣΕΦ.

Η αποθήκευση ως «αντίδοτο» στις περικοπές

Αξίζει να σημειωθεί ότι η «δεξαμενή» υποψήφιων πάρκων είναι αρκετή για να υποστηρίξει ακόμη και το αισιόδοξο σενάριο του Συνδέσμου, καθώς όπως σημείωσε ο κ. Ψωμάς, τα

ανεκτέλεστα και εν δυνάμει έργα είναι περίπου 14 GW. Επομένως, υπάρχει θεωρητικά η δυνατότητα για αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος ακόμη και μέχρι τα 27 GW.

Ωστόσο, ελέω των περικοπών, η περαιτέρω ανάπτυξη του κλάδους είναι αδύνατη χωρίς την ταυτόχρονη ενίσχυση της αποθήκευσης. Παρόλο που το ΕΣΕΚ στοχεύει σε 4,33 GW μπαταριών έως το 2030, στον Οδικό Χάρτη εκτιμάται ότι απαιτούνται τουλάχιστον 8 GW για να διασφαλιστεί η οικονομική βιωσιμότητα των επενδύσεων σε φωτοβολταϊκά. Σε αυτό τον τομέα η Ελλάδα υπολείπεται σημαντικά έναντι γειτονικών χωρών όπως η Βουλγαρία, καθώς μόλις πρόσφατα προστέθηκαν οι πρώτες μπαταρίες στο σύστημα.

Σύμφωνα με τον ΣΕΦ, η ραγδαία πτώση του κόστους των συστημάτων αποθήκευσης καθιστά την προσθήκη μπαταριών «πίσω από τον μετρητή» των φωτοβολταϊκών όχι μόνο συμφέρουσα αλλά και επιβεβλημένη για την προστασία από τις περικοπές. Σε αυτό το πλαίσιο, ο ΣΕΦ προτείνει τον επανασχεδιασμό προγραμμάτων που θα συνδυάζουν φωτοβολταϊκά αυτοπαραγωγής με μικρής κλίμακας μπαταρίες στον οικιακό και εμπορικό τομέα.

Στο πεδίο των εμπορικών έργων (δηλαδή των πάρκων που αξιοποιούν εμπορικά την παραγωγή τους), σημαντικό δεδομένο είναι ο περιορισμένος ηλεκτρικός «χώρος». Ο ΑΔΜΗΕ έχει ουσιαστικά εξαντλήσει τα περιθώρια για νέους όρους σύνδεσης σε μεγάλα έργα έως το 2030, με εξαίρεση όσα συνδυάζονται με αποθήκευση. Ως απάντηση, έχει ξεκινήσει η προετοιμασία για τους λεγόμενους «ευέλικτους όρους σύνδεσης», όπως προβλέπει και η ευρωπαϊκή νομοθεσία, που επιτρέπουν στους Διαχειριστές να προσφέρουν πρόσβαση στο δίκτυο με περιορισμούς στην απορρόφηση ισχύος. Αυτό το μοντέλο είναι απαραίτητο για να μην «παγώσουν» οι επενδύσεις.

Παράλληλα, το ΥΠΕΝ έχει ήδη καταθέσει προς έγκριση ένα νέο σχήμα στήριξης για έργα 4,5 GW, το οποίο θα βασίζεται σε μειοδοτικούς διαγωνισμούς και θα προωθεί τη σύνδεση των φωτοβολταϊκών με συστήματα αποθήκευσης. «Είναι πάντως άγνωστο αν θα υπάρχουν ειδικές προβλέψεις για τα μικρά φωτοβολταϊκά», σημείωσε ο κ. Ψωμάς.

Αυτοκατανάλωση: Το στοίχημα της αποκεντρωμένης παραγωγής

Όσον αφορά την αυτοκατανάλωση, αυτή τη στιγμή η χώρα μας «μετρά» περίπου 37.000 συστήματα συνολικής ισχύος 1,1 GW. Όπως επισημάνθηκε στη χθεσινή συνάντηση, πρόκειται για μία «επίδοση» που υπολείπεται σημαντικά άλλων ευρωπαϊκών κρατών, αν ληφθεί υπόψη πως σε χώρες με παρόμοια χαρακτηριστικά (Αυστρία, Ελβετία, Ολλανδία) υπάρχουν εγκατεστημένα από 200.000 έως 5000.000 συστήματα.

Σημαντικός λόγος η μετάβαση από το net-metering στο net-billing το 2023, η οποία συνοδεύτηκε από σημαντικά εμπόδια, με συνέπεια έως τώρα να έχει σχεδόν «παγώσει» η εγκατάσταση νέων συστημάτων. Αν και η τροποποιητική Υπουργική Απόφαση κινείται στη σωστή κατεύθυνση, ακόμη κι όταν «ενεργοποιηθεί» θα συνεχίσουν να υπάρχουν εμπόδια, όπως η κατάργηση των εγγυητικών επιστολών για συστήματα σε κτίρια και η διευκόλυνση του διαμοιρασμού ενέργειας.

Επίσης, με την ευκαιρία της αλλαγής του Κώδικα Ιδιοκτησίας, που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση πως θα γίνει στα τέλη του 2026, θα πρέπει να απλοποιηθεί η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών στις ταράτσες των πολυκατοικιών. «Οι ρυθμίσεις που ισχύουν αυτή τη στιγμή χρονολογούνται από το 1929 και αναφέρουν πως επιτρέπουν στις ταράτσες τα πλυσταριά και το τίναγμα των χαλιών. Αν μειωθεί στο 50%+1 το ποσοστό συναίνεσης των ιδιοκτητών (όπως ισχύει τώρα για τη συλλογική κατανάλωση που δεν περπάτησε όμως για άλλους λόγους) θα ανοίξει ο δρόμος για χιλιάδες συστήματα», σημείωσε ο κ. Ψωμάς.

Εξίσου σημαντικό είναι πως οι χρόνοι ενεργοποίησης των συστημάτων είναι αποθαρρυντικοί για τυος καταναλωτές. Για ένα οικιακό φωτοβολταϊκό, ο μέσος χρόνος από την υποβολή της αίτησης έως την ενεργοποίηση φτάνει τις 280 ημέρες, ενώ για εμπορικά συστήματα κάτω των 100 kW ο χρόνος αυτός εκτοξεύεται στις 326 ημέρες. Παρά το γεγονός ότι ο νέος νόμος (ν.5299/2026) ορίζει ότι η σύναψη σύμβασης σύνδεσης δεν πρέπει να ξεπερνά τις 30 ημέρες, η πραγματικότητα απέχει πολύ από τις θεσμοθετημένες προθεσμίες.

Την ίδια ίδια στιγμή, μέσω της πρωτοβουλίας AccelerateEU, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει μειώσεις ΦΠΑ για τα μικρά φωτοβολταϊκά και τις μπαταρίες, εκτός από το ότι ωθεί τα κράτη-μέλη να άρουν τα διοικητικά εμπόδια.

«Κλειδί» ο εξηλεκτρισμός

Μια από τις πιο σημαντικές αλλαγές που φέρνει η επόμενη πενταετία είναι η υποχρεωτική εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σε κτίρια. Ο Εθνικός Κλιματικός Νόμος ήδη προβλέπει την υποχρέωση αυτή για νέα ειδικά κτίρια άνω των 500 τ.μ.. Ωστόσο, η νέα ευρωπαϊκή Οδηγία (2024/1275) διευρύνει κατά πολύ αυτό το πεδίο, καθώς για παράδειγμα προβλέπει πως έως το τέλος του 2026, θα γίνουν υποχρεωτικά σε όλα τα νέα δημόσια και μη οικιακά κτίρια άνω των 250 τ.μ. Αξίζει να σημειωθεί πως η Οδηγία δεν έχει μεταφερθεί στην εθνική νομοθεσία, παρόλο που η διορία έληξε στα τέλη Μαΐου.

Την ίδια στιγμή, ο εξηλεκτρισμός της οικονομίας παραμένει ο μεγάλος «ασθενής». Η ΕΕ θέτει ως στόχο το 32% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας να προέρχεται από ηλεκτρισμό έως το 2030. Ωστόσο, ο ρυθμός στη χώρα μας παραμένει χαμηλός, καθώς η διείσδυση των αντλιών θερμότητας υπολείπεται των στόχων που έχουν τεθεί στο ΕΣΕΚ. Επίσης, και η ηλεκτροκίνηση δεν ενισχύεται με τους απαιτούμενους ρυθμούς, με κύριο πρόβλημα την αργή εξάπλωση των δικτύων φορτιστών.

«Η αίσθηση ότι έχει φρακάρει ο κλάδος των φωτοβολταϊκών προέρχεται κυρίως από το ότι η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει καθηλωμένη. Αν αυτό δεν αλλάξει, θα είναι δύσκολη η εγκατάσταση νέων ηλιακών πάρκων», σημείωσε ο κ. Ψωμάς. Πρόσθεσε πως από το ΕΣΕΚ απουσιάζουν στόχοι από επιμέρους τομείς, ενώ δεν υπάρχει και συνολικός στόχος για τον εξηλεκτρισμό. Αξίζει να σημειωθεί πως την Παρασκευή πρόκειται να παρουσιάσει η Κομισιόν το νέο σχέδιο για την επιτάχυνση της διείσδυσης της ηλεκτρικής ενέργειας σε μεταφορές, καύσιμα και βιομηχανία στην ΕΕ.