Καταλυτικό ρόλο όχι μόνο για το ενεργειακό κόστος νοικοκυριών και επιχειρήσεων, αλλά και για την πορεία συνολικά της εθνικής και ευρωπαϊκής οικονομίας, καλούνται να παίξουν και το 2027 οι τιμές των ενεργειακών προϊόντων. Αυτό τουλάχιστον καταδεικνύουν οι παραδοχές του Προσχεδίου του Κρατικού Προϋπολογισμού, οι οποίες «δένουν» την αναμενόμενη αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και την επιτάχυνση της ανάπτυξης, με μία αντίστοιχη υποχώρηση των διεθνών τιμών ενέργειας.
Την ίδια στιγμή, το 2026 δείχνει πόσο εύκολα μπορούν να ανατραπούν τέτοιες εκτιμήσεις, καθώς το νέο ενεργειακό ράλι ανέκοψε την προηγούμενη αποκλιμάκωση του πληθωρισμού. Είναι ενδεικτική η εικόνα που σκιαγραφεί το ίδιο το Προσχέδιο για τη φετινή χρονιά. Το Brent εκτινάχθηκε από τα 66,8 δολάρια το βαρέλι τον Ιανουάριο στα 120,4 δολάρια τον Απρίλιο, για να υποχωρήσει στα 83,4 δολάρια τον Ιούλιο και να επιστρέψει στα 90,9 δολάρια τον Αύγουστο, ενώ στις αρχές Σεπτεμβρίου βρέθηκε ξανά πάνω από τα 100 δολάρια.
Ανάλογη ήταν η τροχιά του ευρωπαϊκού φυσικού αερίου, με το TTF από 27,6 ευρώ/MWh τον Δεκέμβριο του 2025 να φτάνει στα 52,9 ευρώ τον Μάρτιο, στα 62,1 ευρώ τον Αύγουστο και στα 75,6 ευρώ στις αρχές Σεπτεμβρίου. Για το ρεύμα δεν παρατίθεται αντίστοιχη μέση τιμή, ωστόσο το κείμενο αποτυπώνει την πίεση από το συνολικό ενεργειακό κόστος, με τις τιμές ενέργειας στην Ευρωζώνη να αυξάνονται τον Αύγουστο κατά 14,3% σε ετήσια βάση.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική για το μέγεθος της απόκλισης είναι η σύγκριση με τις προηγούμενες προβλέψεις. Η τεχνική παραδοχή που χρησιμοποιείται πλέον για τη μέση τιμή του Brent το 2026 είναι 91,2 δολάρια το βαρέλι, περίπου 46% υψηλότερη από την αντίστοιχη φθινοπωρινή πρόβλεψη του 2025. Με άλλα λόγια, ένα μεγάλο μέρος του μακροοικονομικού «θορύβου» της φετινής χρονιάς προέκυψε ακριβώς από έναν εξωγενή παράγοντα, ο οποίος κινήθηκε πολύ διαφορετικά από ό,τι είχε αρχικά υποτεθεί.
Η υπόθεση της φθηνότερης ενέργειας
Σε αυτό το πλαίσιο, αποκτά ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι το βασικό μακροοικονομικό σενάριο για το 2027 έχει «χτιστεί» πάνω στην παραδοχή πως το ενεργειακό ράλι, το οποίο βρίσκεται σε εξέλιξη από τον περασμένο χειμώνα, θα αποκλιμακωθεί. Το ΥΠΕΘΟΟ υιοθετεί τις εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, από τις οποίες δανείζεται και τη βασική τεχνική παραδοχή για το πετρέλαιο: μέση τιμή Brent στα 78,2 δολάρια το βαρέλι το 2027, από 91,2 δολάρια φέτος. Πρόκειται για μείωση περίπου 14,3%.
Την ίδια κατεύθυνση θεωρείται ότι θα ακολουθήσουν και τα υπόλοιπα ενεργειακά προϊόντα, παρότι για το φυσικό αέριο ή τα καύσιμα δεν δίνεται συγκεκριμένη αριθμητική πρόβλεψη όπως για το Brent. Η παραδοχή αναφέρεται πάντως ρητά: ο Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή προβλέπεται να υποχωρήσει από 3,6% το 2026 σε 2,4% το 2027, ακριβώς υπό την υπόθεση «σταδιακής αποκλιμάκωσης των διεθνών τιμών της ενέργειας».
Και αυτή η αποκλιμάκωση δεν αποτελεί μία δευτερεύουσα παράμετρο του Προϋπολογισμού. Συνδέεται άμεσα με την εκτίμηση για αύξηση των πραγματικών αμοιβών ανά εργαζόμενο κατά 1,4%, για ενίσχυση της πραγματικής ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 1,5% και, τελικά, για επιτάχυνση της ανάπτυξης από 2% φέτος σε 2,3% το 2027. Η αλληλουχία είναι σαφής: χαμηλότερο ενεργειακό κόστος, χαμηλότερος πληθωρισμός, μεγαλύτερη πραγματική αγοραστική δύναμη και κατανάλωση, επομένως ισχυρότερη στήριξη του ΑΕΠ.
Οι δύο γεωπολιτικοί άγνωστοι Χ
Η παραπάνω εικόνα, ωστόσο, συνοδεύεται από σημαντικά ερωτηματικά. Μιλώντας στο powergame, παράγοντες της ενεργειακής αγοράς επισημαίνουν ότι οι εκτιμήσεις για ουσιαστική αποκλιμάκωση προϋποθέτουν πως οι δύο μεγάλες ανοικτές γεωπολιτικές κρίσεις, στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή, είτε θα εκτονωθούν είτε τουλάχιστον θα αποκλιμακωθούν σε βαθμό που θα αποκατασταθούν οι διεθνείς ροές ενέργειας.
Κάτι τέτοιο κάθε άλλο παρά θεωρείται δεδομένο. Εξάλλου, ανάλογη επιφύλαξη ενσωματώνει και το ίδιο το Προσχέδιο, το οποίο συγκαταλέγει στους βασικούς καθοδικούς κινδύνους για το 2027 μία περαιτέρω κλιμάκωση στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή. Όπως επισημαίνει, «ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να προκαλέσει νέες διαταραχές στις ενεργειακές αγορές και στις μεταφορές, ενώ η παρατεταμένη διατήρηση υψηλών ενεργειακών τιμών θα ενίσχυε τον πληθωρισμό, θα περιόριζε το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα και θα επηρέαζε αρνητικά την οικονομική δραστηριότητα».
Ένας πρόσθετος παράγοντας αβεβαιότητας αφορά το πετρέλαιο και κυρίως τα προϊόντα διύλισης. Οι ίδιοι παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι μετά τη μείωση της ευρωπαϊκής διυλιστικής δυναμικότητας τα προηγούμενα χρόνια υπάρχει πλέον μία σαφής ασυμμετρία ανάμεσα στη διαθεσιμότητα αργού και στη διαθεσιμότητα προϊόντων, κυρίως ντίζελ και αεροπορικών καυσίμων. Έτσι, ακόμη και αν επιβεβαιωθεί η πρόβλεψη για χαμηλότερη μέση τιμή του Brent, αυτό δεν συνεπάγεται αυτόματα αντίστοιχη «βουτιά» στις τελικές τιμές των προϊόντων διύλισης.
Το 2027 χωρίς ρωσικό αέριο
Εξίσου κρίσιμος αστερίσκος αφορά το φυσικό αέριο. Το τελευταίο πλήρες επίσημο ευρωπαϊκό benchmark τοποθετεί το μερίδιο του ρωσικού αερίου στο 13% των εισαγωγών της ΕΕ το 2025, από περίπου 45% πριν από την ενεργειακή κρίση. Το 2027 όμως είναι το έτος κατά το οποίο ολοκληρώνεται η απαγόρευση: από 1ης Ιανουαρίου για τα μακροχρόνια συμβόλαια LNG και από 30 Σεπτεμβρίου για τα μακροχρόνια συμβόλαια αερίου μέσω αγωγών, με δυνατότητα μετάθεσης έως 1η Νοεμβρίου εφόσον δεν έχουν επιτευχθεί οι στόχοι αποθήκευσης.
Επομένως, η Ευρώπη θα πρέπει μέσα στην επόμενη χρονιά να υποκαταστήσει και τις ρωσικές ποσότητες που απομένουν, δηλαδή τις ροές μέσω TurkStream προς τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Το κρίσιμο ερώτημα, σύμφωνα με τα στελέχη της αγοράς, είναι όχι μόνο αν θα βρεθούν οι απαιτούμενες ποσότητες, αλλά και με ποια συμβατική φόρμουλα. Αν η υποκατάσταση γίνει καθυστερημένα ή με μεγάλη έκθεση στη spot αγορά LNG, το κόστος του φυσικού αερίου μπορεί να παραμείνει υψηλό ακόμη και σε ένα περιβάλλον χαμηλότερου πετρελαίου.
Σε μία τέτοια περίπτωση, οι πιέσεις θα μεταφερθούν και στο ηλεκτρικό ρεύμα. Παρά τη μεγάλη διείσδυση των ΑΠΕ, οι μονάδες φυσικού αερίου εξακολουθούν πολλές ώρες να καθορίζουν την οριακή τιμή στη χονδρεμπορική αγορά. Έτσι, υψηλό TTF σημαίνει αυξημένο μεταβλητό κόστος των θερμικών μονάδων που, μέσω του μηχανισμού διαμόρφωσης των τιμών, μπορεί να διατηρήσει σε υψηλά επίπεδα και τη χονδρική ηλεκτρισμού.
«Μαξιλάρι» 200 εκατ. για νέα στήριξη
Η ίδια η κυβέρνηση πάντως έχει ενσωματώσει στον Προϋπολογισμό ένα πρώτο δημοσιονομικό «μαξιλάρι» έναντι του κινδύνου να μην εξελιχθούν έτσι οι αγορές. Συγκεκριμένα, προβλέπονται 200 εκατ. ευρώ για την κάλυψη αναγκών που ενδέχεται να προκύψουν από τις επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης, χωρίς το ποσό να έχει εξαρχής δεσμευθεί σε συγκεκριμένο μέτρο.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο υπουργός ΠΕΝ, Σταύρος Παπασταύρου, έχει επίσης αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο νέων παρεμβάσεων στο ηλεκτρικό ρεύμα, εφόσον δεν αποδειχθούν αρκετές οι υφιστάμενες δικλίδες ασφαλείας. Ένα τέτοιο σενάρια θα ήταν ένα παρατεταμένο ανοδικό ράλι των χονδρεμπορικών τιμών, που θα είχε ως αποτέλεσμα την απόσυρση των πιο ανταγωνιστικών σταθερών τιμολογίων.
Το κόστος των μέτρων στήριξης είναι ήδη σημαντικό μέσα στο 2026. Στο Προσχέδιο αποτιμώνται σε 669 εκατ. ευρώ τα έκτακτα μέτρα που έχουν ληφθεί για την αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους, ποσό το οποίο αναμένεται να διευρυνθεί όσο συνεχίζονται οι παρεμβάσεις στα καύσιμα. Μόνο η επιδότηση του ντίζελ έχει δημοσιονομικό κόστος 216 εκατ. ευρώ, ενώ για το πρώτο δεκαπενθήμερο του Οκτωβρίου η κρατική στήριξη αυξήθηκε στα 15 λεπτά το λίτρο.
Στις 14 Οκτωβρίου αναμένονται οι επόμενες αποφάσεις τόσο για τα καύσιμα κίνησης όσο και για το πετρέλαιο θέρμανσης, με στόχο το τελευταίο να ξεκινήσει να διατίθεται κάτω από τα 1,75 ευρώ το λίτρο, έναντι επιπέδων κοντά στα 2 ευρώ χωρίς στήριξη. Σύμφωνα με πληροφορίες, σε αυτό το πλαίσιο συνεχίζονται οι επαφές της κυβέρνησης με τα δύο διυλιστήρια, ώστε αυτά να προχωρήσουν σε έκπτωση και στο πετρέλαιο θέρμανσης. Στην προοπτική αυτή, θα ληφθεί υπόψη η στήριξη της Helleniq Energy και της Motor Oil στα καύσιμα κίνησης, η οποία πιθανότατα θα αναπροσαρμοστεί.
Νέα «δίχτυα ασφαλείας» και επενδύσεις
Στα μέτρα στήριξης για το 2026 εντάσσεται και το νέο πακέτο στήριξης περίπου 100 εκατ. ευρώ για το βιομηχανικό ρεύμα, το οποίο αναμένεται να ανακοινωθεί σήμερα, στη Γενική Συνέλευση του ΣΕΒ, από τον Πρωθυπουργό. Όπως έχει γράψει το powergame.gr, η παρέμβαση θα έχει αναδρομική εφαρμογή, θα αξιοποιήσει τα πλαίσια CISAF και METSAF και θα καλύπτει τόσο επιχειρήσεις εκτός αντιστάθμισης CO2, όσο και τις μεγαλύτερες ενεργοβόρες βιομηχανίες που ήδη λαμβάνουν αντιστάθμιση. Για τις πρώτες προβλέπεται κάλυψη ολόκληρου του 2026, ενώ μέσω του METSAF η μέγιστη μείωση της τιμής μπορεί να φθάνει στο 70% για την επιλέξιμη κατανάλωση.
Πέρα από τα έκτακτα «δίχτυα ασφαλείας», το Προσχέδιο καταγράφει και το επενδυτικό σκέλος της στρατηγικής. Μέσω της ρήτρας διαφυγής για την ενέργεια προγραμματίζονται έως το 2028 επενδύσεις που προσεγγίζουν το 1 δισ. ευρώ, καλυπτόμενες από εθνικούς πόρους.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται νέο πρόγραμμα επιχορήγησης μπαταριών ύψους 200 εκατ. ευρώ, καθώς και νέο πανελλαδικό πρόγραμμα 200 εκατ. ευρώ για αντλίες θερμότητας και ηλιακούς θερμοσίφωνες, με 100.000 δικαιούχους. Προβλέπονται επίσης 50 εκατ. ευρώ για 10.000 δικαιούχους στη Δυτική Μακεδονία και τη Μεγαλόπολη, με παρεμβάσεις που περιλαμβάνουν και φωτοβολταϊκά στη στέγη με μπαταρία.
