Μεγάλο πλήγμα ενδέχεται να δεχθούν οι δαπάνες των νοικοκυριών στην Ελλάδα φέτος, ως συνέπεια του ενεργειακού σοκ που έχει φέρει ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, σύμφωνα με μελέτη κορυφαίων εμπειρογνωμόνων της Κομισιόν.
Συγκεκριμένα, σε σχετική έρευνα (σ.σ. «το ενεργειακό σοκ στη Μέση Ανατολή: ανάπτυξη, απασχόληση και κοινωνικές επιπτώσεις στην ΕΕ», Ιούλιος 2026), η οποία διεξήχθη στο πλαίσιο της κοινοτικής επιτροπής απασχόλησης-κοινωνικών υποθέσεων και την υπογράφουν βαρυσήμαντοι τεχνοκράτες των Βρυξελλών, καταγράφονται αναλυτικές προβλέψεις σε σχέση με τις επιπτώσεις της εν εξελίξει σύρραξης πάνω σε όλες τις χώρες-μέλη της ΕΕ, ιδίως σε σχέση με το εισόδημα και την απασχόληση.
Για την Ελλάδα ειδικότερα καταγράφεται ότι η αύξηση της δαπάνης των νοικοκυριών για να διατηρήσουν το ίδιο επίπεδο κατανάλωσης θα είναι ως ποσοστό του εισοδήματός τους η τέταρτη μεγαλύτερη σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση, αν και η απώλεια νέων θέσεων εργασίας είναι αναλόγως μικρή σε σχέση με άλλες χώρες-μέλη της ΕΕ.
Σκληρό πλήγμα στο διαθέσιμο εισόδημα
Συγκεκριμένα, η αύξηση των μηνιαίων δαπανών των νοικοκυριών ως ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματός τους εκτιμάται πως -λόγω του πολέμου- θα αυξηθεί φέτος στην Ελλάδα κατά σχεδόν 5% έναντι 3%, κατά το οποίο θα αυξηθεί σε όλη την ΕΕ κατά μέσο όρο.
Χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν οι επιπτώσεις του πολέμου, αναμενόταν οι εν λόγω δαπάνες να αυξηθούν στην Ελλάδα κατά 2,3%. Με άλλα λόγια, ο πόλεμος αναμένεται, σύμφωνα με τη σχετική μελέτη, να διπλασιάσει περίπου τον ρυθμό αύξησης των δαπανών των νοικοκυριών.
Όπως αναφέρουν οι συντάκτες της έρευνας, «το 2026 η αύξηση της δαπάνης των νοικοκυριών οφείλεται κυρίως στο υψηλότερο κόστος καυσίμων μεταφορών και θέρμανσης κατοικιών, που αντανακλά τον άμεσο αντίκτυπο των υψηλότερων τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου».

Καμπανάκι και για το 2027
Επίσης, τονίζεται πως «το συνδυασμένο σοκ έχει σημαντικές διανεμητικές επιπτώσεις σε ολόκληρη την ΕΕ, με δυσανάλογο αντίκτυπο στα νοικοκυριά με χαμηλότερο εισόδημα και ένα μοτίβο που γίνεται πιο οπισθοδρομικό με την πάροδο του χρόνου. Το 2026 τα νοικοκυριά στο χαμηλότερο δεκατημόριο εισοδήματος θα χρειαστεί να αυξήσουν τις δαπάνες τους κατά το 2,5% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για να διατηρήσουν τα επίπεδα κατανάλωσης που είχαν προ κρίσης, σε σύγκριση με 0,9% για τα νοικοκυριά στο υψηλότερο δεκατημόριο. Τα τρία κανάλια μετάδοσης έχουν διαφορετικές διανεμητικές επιπτώσεις. Οι αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων μεταφοράς αντιπροσωπεύουν ένα μεγαλύτερο μερίδιο των πρόσθετων δαπανών μεταξύ των νοικοκυριών με υψηλότερο εισόδημα, αντανακλώντας την υψηλότερη ιδιοκτησία και χρήση αυτοκινήτου».
Στην ίδια μελέτη, επισημαίνεται πως «το υψηλότερο κόστος θέρμανσης και τροφίμων επηρεάζει δυσανάλογα τα νοικοκυριά με χαμηλότερο εισόδημα, δεδομένου του μεγαλύτερου μεριδίου της βασικής κατανάλωσης στους προϋπολογισμούς τους. Καθώς οι τιμές των τροφίμων συνεχίζουν να αυξάνονται το 2027, το συνολικό βάρος γίνεται πιο oπισθοδρομικό, επειδή τα τρόφιμα αποτελούν μεγαλύτερο μερίδιο των δαπανών για τα νοικοκυριά με χαμηλότερο εισόδημα και οδηγούν όλο και περισσότερο στην οπισθοδρομική επίδραση».
Πλήγμα στην απασχόληση: Θα χαθούν έως 50.000 νέες θέσεις εργασίας στην Ελλάδα και έως 1,8 εκατ. στην Ευρώπη
Πιο ήπια αναμένεται να είναι η επίπτωση της πολεμικής-ενεργειακής κρίσης στη Μέση Ανατολή πάνω στην απασχόληση στην Ελλάδα.
Οι χαμένες νέες θέσεις εργασίας εκτιμώνται γύρω στις 40.000-50.000, αντί για περίπου 10.000, όπως αρχικά προβλεπόταν προ του πολέμου.
Με κριτήριο το πλήθος των χαμένων θέσεων εργασίας, η Ελλάδα, βρίσκεται στη 14η θέση μεταξύ των 27 χωρών-μελών της ΕΕ. Ωστόσο, η εν λόγω μελέτη δεν εξετάζει τις απώλειες αυτές σε σχέση με το πλήθος του εργατικού δυναμικού καθεμιάς χώρας-μέλους, προκειμένου να εξάγει ο αναγνώστης ένα πιο εμπεριστατωμένο, ποιοτικό συμπέρασμα. Μία ματιά, όμως, στις χώρες που προηγούνται της Ελλάδας στην απώλεια θέσεων εργασίας αποκαλύπτει πως περίπου οι μισές εξ αυτών είναι πληθυσμιακά πολύ μεγαλύτερές της (π.χ. Γερμανία, Πολωνία, Γαλλία, Ιταλία, Ρουμανία, Ουγγαρία, Ισπανία).
Σε σχέση με τις γενικές τάσεις, η μελέτη των τεχνοκρατών της Κομισιόν αναφέρει πως:
- «Το υψηλότερο κόστος ενέργειας και η χαμηλότερη παραγωγή είναι πιθανό να οδηγήσουν σε χαμηλότερη δημιουργία θέσεων εργασίας, ιδίως στη μεταποίηση, τις μεταφορές, τις κατασκευές, καθώς και στο χονδρικό ή λιανικό εμπόριο. Σύμφωνα με την εαρινή πρόβλεψη, 241.000 λιγότερες θέσεις εργασίας θα δημιουργηθούν σε αυτούς τους τομείς το 2026 (από τις 440.000 συνολικά χαμένες θέσεις εργασίας)».
- «Στο αρνητικό σενάριο, ο αριθμός αυτός αυξάνεται περαιτέρω σε 494.000 θέσεις εργασίας για το ίδιο έτος (από τις περίπου 900.000 λιγότερες θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν). Οι μεταφορές, οι κατασκευές και η μεταποίηση είναι οι τομείς που επηρεάζονται περισσότερο σε σχετικούς όρους, όταν λαμβάνονται υπ’ όψιν οι χαμένες θέσεις εργασίας επί της συνολικής απασχόλησης στον τομέα. Αυτό οφείλεται στην υψηλή ενεργειακή ένταση των τομέων. Για τις μεταφορές και τη μεταποίηση, αυτό συμβαδίζει με τις απώλειες προστιθέμενης αξίας. Όσον αφορά τον κατασκευαστικό τομέα, η ικανότητά του να δημιουργεί πρόσθετες θέσεις εργασίας θα σταματήσει ύστερα από μεγάλες αυξήσεις στην απασχόληση τα τελευταία χρόνια. Επιπλέον, η γεωργία (με 35.000 λιγότερες θέσεις εργασίας το 2026 σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις και 72.000 σύμφωνα με το «αρνητικό» σενάριο) θα επηρεαστεί επίσης σημαντικά, δεδομένων όχι μόνο των υψηλότερων τιμών της ενέργειας, αλλά και των λιπασμάτων».
- «Σχεδόν όλοι οι τομείς της μεταποίησης θα επηρεαστούν, έπειτα από κάποια ήδη δύσκολα χρόνια. Εκτός από την παραγωγή φαρμακευτικών προϊόντων και οπτάνθρακα και προϊόντων διύλισης πετρελαίου, όλοι οι μεταποιητικοί τομείς θα είχαν χειρότερη απασχόληση από την αναμενόμενη. Τομείς έντασης ενέργειας (όπως χημικά, μέταλλα, καουτσούκ και πλαστικό και μη μεταλλικά ορυκτά προϊόντα) θα επηρεαστούν περισσότερο. Αυτό έρχεται πέρα από τις οικονομικές προκλήσεις στη μεταποίηση τα τελευταία χρόνια. Η απασχόληση στη μεταποίηση μειώθηκε κατά 0,4% ετησίως μεταξύ 2019 και 2025, εν μέσω σημείων συμφόρησης της εφοδιαστικής αλυσίδας κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, της ενεργειακής κρίσης του 2022 και των αυξανόμενων εμπορικών εντάσεων. Οι απώλειες θέσεων εργασίας κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου επικεντρώθηκαν στην αυτοκινητοβιομηχανία και την κλωστοϋφαντουργία, ενώ οι ενεργοβόρες βιομηχανίες και τα μηχανήματα παρέμειναν λιγότερο επηρεασμένες προς το παρόν παρά τις πρόσφατες ενεργειακές κρίσεις».
- «Σε ολόκληρη την ΕΕ, περισσότερες από τις μισές επιπτώσεις στην απασχόληση θα συγκεντρωθούν στη Γερμανία, την Πολωνία, Γαλλία και Ιταλία. Μεταξύ των περίπου 440.000 λιγότερων θέσεων εργασίας το 2026 και το 2027 (αντίστοιχα 1,8 εκατομμύρια για το «καθοδικό σενάριο»), 222.000 (αντίστοιχα 980.000) θα αφορούν αυτά τα τέσσερα κράτη-μέλη. Σημαντικό πρόβλημα λιγότερων θέσεων εργασίας θα αντιμετωπίσουν επίσης η Κροατία, η Τσεχία και η Ισπανία. Για πολλά από αυτά τα κράτη-μέλη αυτό έρχεται να προστεθεί στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι μεταποιητικοί τομείς, ιδίως λόγω του αυξημένου ανταγωνισμού από την Κίνα. Η Γερμανία και η Πολωνία έχουν επηρεαστεί έντονα (καθώς και η Τσεχία και η Ρουμανία) από τη μείωση της απασχόλησης στον μεταποιητικό τομέα τα τελευταία δύο χρόνια. Αντίθετα, οι μειώσεις στη δημιουργία θέσεων εργασίας θα είναι ηπιότερες, τόσο σε απόλυτους όσο και σε σχετικούς όρους, σε χώρες όπως το Βέλγιο, η Βουλγαρία, η Ιρλανδία, η Φινλανδία, η Ελλάδα, το Λουξεμβούργο ή η Ολλανδία».
