Χιλιάδες φορολογικές υποθέσεις περνούν εκ νέου από το μικροσκόπιο της ΑΑΔΕ, καθώς οι ελεγκτικές υπηρεσίες ανεβάζουν ταχύτητα, προκειμένου να προλάβουν τις προθεσμίες παραγραφής που εκπνέουν στο τέλος του 2026.
Στο επίκεντρο των ελέγχων βρίσκονται οι τραπεζικές καταθέσεις, οι δηλώσεις εισοδήματος, οι υποθέσεις ΦΠΑ, καθώς και τα στοιχεία ακίνητης περιουσίας. Για τον εντοπισμό πιθανών παραβάσεων, η φορολογική διοίκηση αξιοποιεί τα ψηφιακά εργαλεία και τις βάσεις δεδομένων που έχει στη διάθεσή της.
Καθοριστικό ρόλο παίζει το Σύστημα Μητρώου Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών, μέσω του οποίου οι ελεγκτές μπορούν να συγκρίνουν τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών με τα εισοδήματα που έχουν δηλωθεί στην Εφορία.
Η επιτάχυνση των διαδικασιών συνδέεται άμεσα με την επικείμενη παραγραφή μεγάλου αριθμού φορολογικών φακέλων. Εάν ένας έλεγχος δεν ολοκληρωθεί εγκαίρως και δεν κοινοποιηθούν οι σχετικές πράξεις καταλογισμού, το Δημόσιο χάνει το δικαίωμα επιβολής πρόσθετων φόρων και προστίμων.
Για τον λόγο αυτό, οι ελεγκτικές υπηρεσίες δίνουν προτεραιότητα σε υποθέσεις με αυξημένο φορολογικό ενδιαφέρον και κυρίως σε περιπτώσεις όπου καταγράφονται σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των δηλωμένων εισοδημάτων και της πραγματικής οικονομικής εικόνας του φορολογουμένου.
Οι βασικές κατηγορίες που βρίσκονται στο στόχαστρο είναι:
- τραπεζικές καταθέσεις που δεν καλύπτονται από τα δηλωμένα εισοδήματα,
- αποκλίσεις μεταξύ φορολογικών δηλώσεων και περιουσιακών στοιχείων,
- υποθέσεις ΦΠΑ με ενδείξεις παραβάσεων,
- επιχειρήσεις και ελεύθεροι επαγγελματίες,
- περιπτώσεις έκδοσης ή χρήσης πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων.
Η ΑΑΔΕ εξετάζει διαφορετικές κατηγορίες φορολογικών υποθέσεων, ανάλογα με τον χρόνο παραγραφής που εφαρμόζεται σε καθεμία.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στις επιχειρήσεις και στους επαγγελματίες που είχαν ενταχθεί στην ηλεκτρονική τιμολόγηση μέσω πιστοποιημένου παρόχου. Για τις συγκεκριμένες περιπτώσεις ίσχυε μειωμένος χρόνος παραγραφής, με αποτέλεσμα οι υποθέσεις της χρήσης 2022 να παραμένουν ανοικτές έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026.
Η ηλεκτρονική καταγραφή των συναλλαγών επιτρέπει στις φορολογικές αρχές να πραγματοποιούν ταχύτερες και περισσότερο στοχευμένες διασταυρώσεις.
Την ίδια στιγμή, συνεχίζονται οι έλεγχοι για τη χρήση του 2020, η οποία καλύπτεται από τον γενικό κανόνα της πενταετούς παραγραφής. Οι ελεγκτές μπορούν να εξετάσουν τραπεζικές κινήσεις, δηλώσεις εισοδήματος, στοιχεία ΦΠΑ και συνολικά οικονομικά δεδομένα επιχειρήσεων. Ο βασικός κανόνας προβλέπει ότι η Φορολογική Διοίκηση μπορεί να κοινοποιήσει πράξη προσδιορισμού φόρου εντός πέντε ετών από τη λήξη του έτους κατά το οποίο έληξε η προθεσμία υποβολής της δήλωσης.
Ανοικτές μπορεί να παραμένουν και παλαιότερες υποθέσεις, όπως εκείνες που αφορούν τη χρήση του 2015, εφόσον έχουν προκύψει νέα ή συμπληρωματικά στοιχεία. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται, μεταξύ άλλων, υποθέσεις με εικονικά τιμολόγια, πλαστά φορολογικά παραστατικά ή πληροφορίες που δεν ήταν διαθέσιμες κατά τον αρχικό έλεγχο. Υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ο χρόνος παραγραφής μπορεί να φτάσει τα δέκα έτη.
Έλεγχοι ακόμη και για υποθέσεις του 2010
Σε ειδικές περιπτώσεις η φορολογική διοίκηση έχει τη δυνατότητα να ανατρέξει ακόμη περισσότερο στο παρελθόν. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν δεν έχει υποβληθεί φορολογική δήλωση, όταν η δήλωση κατατέθηκε εκπρόθεσμα ή όταν συντρέχουν άλλοι λόγοι που προβλέπονται από τη φορολογική νομοθεσία.
Στις περιπτώσεις αυτές, ο χρόνος μέσα στον οποίο μπορεί να πραγματοποιηθεί έλεγχος είναι δυνατόν να επεκταθεί έως και τα 15 χρόνια.
Βασικό εργαλείο των ελεγκτών παραμένει η αξιοποίηση των ηλεκτρονικών δεδομένων. Μέσω των τραπεζικών και φορολογικών συστημάτων, η ΑΑΔΕ μπορεί να εντοπίζει αναντιστοιχίες μεταξύ χρημάτων που εισέρχονται στους λογαριασμούς, δηλωμένων εισοδημάτων, ακίνητης περιουσίας και φορολογικών υποχρεώσεων.
Όταν διαπιστώνονται σημαντικές διαφορές, ο φορολογικός φάκελος ανοίγει εκ νέου και ακολουθεί αναλυτικός έλεγχος.
Οι φορολογούμενοι που θα βρεθούν στο επίκεντρο θα πρέπει να είναι σε θέση να δικαιολογήσουν την προέλευση των χρημάτων στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς, τυχόν μεγάλες αυξήσεις της περιουσίας τους, σημαντικές συναλλαγές και αποκλίσεις ανάμεσα στα δηλωμένα και τα πραγματικά οικονομικά στοιχεία.
Στόχος της ΑΑΔΕ είναι να ολοκληρωθεί ο μεγαλύτερος δυνατός αριθμός ελέγχων πριν από την εκπνοή των σχετικών προθεσμιών, ώστε να προστατευθούν τα δημόσια έσοδα και να εντοπιστούν περιπτώσεις φοροδιαφυγής.
