Βρετανία: Ο γολγοθάς του Μπέρναμ στη σκιά έξι πρωθυπουργών που κατάπιε το Brexit

Αποκέντρωση, κοινωνική κατοικία και δημόσιες επενδύσεις. Νέα αρχιτεκτονική εξουσίας & οικονομικής πολιτικής από τον Μπέρναμ στη Βρετανία

Άντι Μπέρναμ © EPA/JAIMI JOY

Ο Άντι Μπέρναμ έβγαλε χαρτί και μολύβι για το 10ετές πλάνο της νέας διακυβέρνησης στη Βρετανία. Γνωστός ως ο «Βασιλιάς του Βορρά», βρίσκεται πλέον μία ανάσα από την ανάληψη της ηγεσίας του Εργατικού Κόμματος και, κατ’ επέκταση, της πρωθυπουργίας του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς εξασφάλισε τη στήριξη της συντριπτικής πλειονότητας των βουλευτών των Εργατικών για τη διαδοχή του Κιρ Στάρμερ.

Συγκεκριμένα, 322 από τους 402 βουλευτές του κόμματος υπέγραψαν την υποψηφιότητά του, μόλις μία λιγότερη από τις 323 που απαιτούνται ώστε να καταστεί μαθηματικά αδύνατη η εμφάνιση αντίπαλου υποψηφίου. Ορισμένοι βουλευτές που δεν συμμετείχαν στη διαδικασία δήλωσαν ότι θα προσθέσουν την υποστήριξή τους μόλις επιστρέψουν στο Κοινοβούλιο.

Εφόσον δεν κατατεθεί άλλη υποψηφιότητα, όπως εκτιμάται, ο Μπέρναμ θα ανακηρυχθεί αρχηγός των Εργατικών την επόμενη εβδομάδα και θα αναλάβει επίσημα τα καθήκοντα του πρωθυπουργού στις 20 Ιουλίου.

Σε δήλωσή του, ο πρώην δήμαρχος του Μάντσεστερ εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του προς τους βουλευτές που τον στήριξαν, υπογραμμίζοντας ότι η υποστήριξη προέρχεται από όλο το φάσμα του κόμματος και αντανακλά την κοινή πεποίθηση πως η χώρα χρειάζεται μια νέα πολιτική κατεύθυνση. Όπως ανέφερε, στόχος του είναι η αποκέντρωση της εξουσίας, η αναδιάρθρωση της οικονομίας προς όφελος των πολιτών και η ισόρροπη ανάπτυξη σε κάθε περιοχή της Βρετανίας.

Ο Μπέρναμ σχολίασε επίσης με χιούμορ την απόφαση του ηγέτη του Reform UK, Νάιτζελ Φάρατζ, να προκαλέσει επαναληπτική εκλογή στην περιφέρειά του, εκφράζοντας δημόσια τη στήριξή του στον σατιρικό υποψήφιο Count Binface, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Κουβαλάς τις ελπίδες του έθνους. Μην μας απογοητεύσεις».

Ο Μπέρναμ και η πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών

Η οικονομία της Βρετανίας αναπτύσσεται, αλλά το βιοτικό επίπεδο υποχωρεί, αναδεικνύοντας τις προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει ο Μπέρναμ. Τα νέα στοιχεία δείχνουν πίεση στα νοικοκυριά, ενώ η πολιτική ατζέντα του εστιάζει σε ριζική αναδιάρθρωση του κράτους, με περισσότερες εξουσίες στους δήμους καθώς υπόσχεται να «ανυψώσει ξανά τη χώρα».

Σύμφωνα με νέα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (ONS), το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών ανά κάτοικο μειώθηκε κατά 0,8% το πρώτο τρίμηνο του 2026, γεγονός που δείχνει ότι τα νοικοκυριά έμειναν με λιγότερα χρήματα μετά τους φόρους. Η υπηρεσία αναφέρει ότι, παρότι οι μισθοί και τα εισοδήματα από περιουσιακά στοιχεία αυξήθηκαν, η άνοδος αυτή εξανεμίστηκε από την αύξηση των φόρων εισοδήματος και περιουσίας, καθώς και από τη μείωση των «καθαρών κοινωνικών εισφορών».

Το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών —που μετρά το ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος που δεν δαπανάται— μειώθηκε κατά 0,7 ποσοστιαίες μονάδες, στο 8,9%. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται κυρίως στη μείωση των μη συνταξιοδοτικών αποταμιεύσεων, καθώς η άνοδος των τιμών αύξησε το κόστος ζωής. Σε θετικότερο κλίμα, η ONS επιβεβαίωσε ότι η βρετανική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 0,6%, σημειώνοντας τον ταχύτερο ρυθμό ανάπτυξης μεταξύ των χωρών της G7 για τον Ιανουάριο.

Το στοιχείο αυτό αποτελεί πολιτικό «πάτημα» για τη Ρέιτσελ Ριβς, ενόψει των συζητήσεων για το ποιος θα αναλάβει το υπουργείο Οικονομικών σε περίπτωση που ο Μπέρναμ διαδεχθεί τον Σερ Κιρ Στάρμερ. Ωστόσο, η υποχώρηση του διαθέσιμου εισοδήματος δείχνει ότι η αύξηση του ΑΕΠ από μόνη της δεν επαρκεί για μια οικονομία που λειτουργεί ισόρροπα για όλα τα κοινωνικά στρώματα.

Ο διευθυντής Στατιστικής Οικονομίας, Λιζ ΜακΚιόουν, σημείωσε ότι οι υπηρεσίες αποτέλεσαν τον βασικό μοχλό ανάπτυξης στο τρίμηνο, με ισχυρές επιδόσεις στον προγραμματισμό υπολογιστών, το χονδρικό εμπόριο και τη διαφήμιση, οι οποίες αντισταθμίστηκαν εν μέρει από πτώση στις εταιρείες ενοικίασης και τα γραφεία εύρεσης εργασίας.

Παράλληλα, η παραγωγή και οι κατασκευές κατέγραψαν συνολική ανάπτυξη, αν και ο κλάδος των κατασκευών απλώς ανέκαμψε μερικώς από προηγούμενη αδυναμία.
Η ίδια ανέφερε ότι το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών συνεχίζει να μειώνεται στις αρχές του 2026, αλλά παραμένει πάνω από τα προ πανδημίας επίπεδα.

Ο Μπέρναμ και η μεταφορά εξουσιών στις περιφέρειες

Το πολιτικό και οικονομικό σχέδιο του Μπέρναμ βασίζεται σε μια ριζική αναθεώρηση του τρόπου λειτουργίας του κράτους. Κεντρικός άξονας είναι η μεταφορά εξουσιών από το Γουεστμίνστερ προς τις περιφέρειες, με στόχο μια πιο ισορροπημένη ανάπτυξη.

Η Βρετανία παραμένει από τις πιο συγκεντρωτικές οικονομίες του G7, με έντονες ανισότητες. Ο Μπέρναμ προτείνει ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης, στο οποίο η λήψη αποφάσεων για φορολογία, δεξιότητες και βιομηχανική πολιτική θα μεταφερθεί τοπικά.
Στο πλαίσιο αυτό, προτείνεται η δημιουργία ενός νέου κέντρου εξουσίας, γνωστού ως «No 10 Βορρά», με έδρα το Μάντσεστερ, που θα συντονίζει την περιφερειακή ανάπτυξη.

Η προσέγγιση του Μπέρναμ περιλαμβάνει επίσης νομικές και θεσμικές αλλαγές, με αναφορές σε ένα μοντέλο αντίστοιχο του γερμανικού «βασικού νόμου», που θα κατοχυρώνει δικαιώματα ίσης πρόσβασης σε υπηρεσίες και επίπεδο ζωής.

Παράλληλα, προτείνεται αναδιάρθρωση του Γουεστμίνστερ και του κρατικού μηχανισμού, με στόχο τον περιορισμό της γραφειοκρατικής σύγκρουσης μεταξύ υπουργείων και Υπουργείου Οικονομικών.

Ο ίδιος έχει επικρίνει την τρέχουσα πολιτική κουλτούρα ως «κατακερματισμένη και δυσλειτουργική», ενώ δεσμεύεται να ενισχύσει τον ρόλο των βουλευτών και να μειώσει την κομματική πειθαρχία.

ΡΕΙΤΣΕΛ ΡΙΒΣ ΒΡΕΤΑΝΙΑ

Η Βρετανίδα υπουργός Οικονομικών Ρέιτσελ Ριβς © EPA/TOLGA AKMEN

Τέλος της λογικής της «διάχυσης πλούτου»

Κεντρικό στοιχείο του προγράμματος αποτελεί η απόρριψη της οικονομικής θεωρίας της «διάχυσης πλούτου» (trickle-down economics), η οποία κυριάρχησε από τη δεκαετία του 1980.

Ο Μπέρναμ υποστηρίζει ότι η ανάπτυξη πρέπει να κατευθύνεται ενεργά από το κράτος και όχι να αναμένεται παθητικά από την αγορά. Η προσέγγιση αυτή ευθυγραμμίζεται εν μέρει με τη Ρέιτσελ Ριβς, η οποία έχει δηλώσει ότι η εποχή της «διάχυσης πλούτου» έχει τελειώσει.

Ωστόσο, ο Μπέρναμ προχωρά πιο πέρα, προτείνοντας διεύρυνση του κρατικού ρόλου σε κρίσιμες υπηρεσίες όπως ενέργεια, ύδρευση, μεταφορές και κοινωνική στέγαση.

  • Κοινωνική στέγη, υποδομές και κόστος ζωής

Το σχέδιο περιλαμβάνει το μεγαλύτερο πρόγραμμα κατασκευής κοινωνικής κατοικίας από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με στόχο την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης.

Παράλληλα, προωθείται επαναφορά δημόσιου ελέγχου σε βασικές υποδομές και αναμόρφωση της φορολόγησης των επιχειρήσεων στις τοπικές αγορές.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αναζωογόνηση των κεντρικών αγορών και των εμπορικών δρόμων, με στόχο τη στήριξη μικρών επιχειρήσεων και κοινωνικής συνοχής.

  • Βιομηχανική πολιτική και εκπαίδευση

Ο Μπέρναμ δίνει επίσης έμφαση στην επαναβιομηχάνιση, με στόχο τη διασφάλιση παραγωγικής ικανότητας σε στρατηγικούς τομείς όπως ο χάλυβας, η ενέργεια και η άμυνα.

Στο εκπαιδευτικό σύστημα, προτείνεται ισοτιμία μεταξύ ακαδημαϊκής και τεχνικής εκπαίδευσης, ώστε να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των νέων εκτός εκπαίδευσης και εργασίας.

Η πολιτική αυτή συνδέεται με τη γενικότερη προσπάθεια μείωσης του κόστους ζωής και ενίσχυσης της απασχόλησης σε περιφερειακό επίπεδο.

  • Δημοσιονομικά όρια και πολιτικές προκλήσεις

Παρά το φιλόδοξο σχέδιο, ο Μπέρναμ δεσμεύεται να τηρήσει τους υφιστάμενους δημοσιονομικούς κανόνες, περιορίζοντας τα περιθώρια για δαπάνες χωρίς αντίστοιχα έσοδα.

Η ισορροπία μεταξύ πολιτικών δεσμεύσεων και δημοσιονομικής σταθερότητας αποτελεί το βασικό στοίχημα της επόμενης κυβέρνησης.

Οι υποσχέσεις και οι αντιφάσεις του Άντι Μπέρναμ

Αυτή ακριβώς η δέσμευση αποτελεί, σύμφωνα με τους επικριτές του, τη βασική αντίφαση της στρατηγικής του. Αναλυτές υποστηρίζουν ότι η Βρετανία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα νέο διεθνές περιβάλλον, στο οποίο τόσο η παγκοσμιοποίηση όσο και το κυριάρχο νεοφιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών υποχωρούν, ενώ ενισχύεται ο κρατικός παρεμβατισμός ως εργαλείο οικονομικού ανταγωνισμού.

Η στρατηγική των Εργατικών επί Στάρμερ, εμπνευσμένη από τα «Bidenomics», απέτυχε να επιταχύνει την ανάπτυξη, καθώς η κυβέρνηση απέφυγε να αυξήσει σημαντικά τις δημόσιες επενδύσεις μέσω υψηλότερου δανεισμού ή φορολογίας και κατέφυγε σε μια νέα μορφή λιτότητας.

Εκτιμούν επίσης ότι ο Μπέρναμ δεν διαφοροποιείται ουσιαστικά από τον Στάρμερ. Παρότι υπόσχεται «ανάπτυξη σε κάθε γειτονιά και ελπίδα σε κάθε καρδιά», εξακολουθεί να στηρίζει τη δημοσιονομική πειθαρχία, ενώ εμφανίζεται θετικός στην αυστηροποίηση της μεταναστευτικής πολιτικής και δεν αποστασιοποιείται από βασικές επιλογές της προηγούμενης ηγεσίας στο γεωπολτικό πεδίο.

Το συμπέρασμα είναι ότι μια ενδεχόμενη κυβέρνηση Μπέρναμ πιθανότατα θα επιχειρήσει ήπιες «σοσιαλδημοκρατικές μεταρρυθμίσεις», χωρίς όμως να αμφισβητήσει το ισχύον οικονομικό πλαίσιο. Κατά τους ίδιους αναλυτές, αυτό περιορίζει σημαντικά τη δυνατότητα ουσιαστικών κοινωνικών αλλαγών με αποτέλεσμα τη διατήρηση της πίεσης από συνδικάτα και κοινωνικούς φορείς, εφόσον οι πολίτες επιθυμούν βαθύτερες μεταρρυθμίσεις.

Αγκάθι το σχέδιο 80 δισ. για ενίσχυση των αμυντικών δαπανών στη Βρετανία

Ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ παρουσίασε, πάντως, έπειτα από πολύμηνη καθυστέρηση, το νέο σχέδιο ενίσχυσης της άμυνας της Βρετανίας, δεσμευόμενος για επιπλέον χρηματοδότηση ύψους 15 δισ. στερλινών με στόχο την καλύτερη προετοιμασία των ενόπλων δυνάμεων για τις μελλοντικές γεωπολιτικές προκλήσεις.

Το σχέδιο, το οποίο ο ίδιος χαρακτήρισε μέρος της πολιτικής του κληρονομιάς, προβλέπει ότι οι ετήσιες αμυντικές δαπάνες θα προσεγγίσουν τα 80 δισ. στερλίνες έως το 2029. Σύμφωνα με τον Στάρμερ, η τελική μορφή του σχεδίου ενισχύθηκε έπειτα από διαβουλεύσεις μεταξύ του υπουργείου Οικονομικών και του νέου υπουργού Άμυνας Νταν Τζάρβις.

Ο Βρετανός πρωθυπουργός θα παρουσιάσει το σχέδιο στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα στις 7 και 8 Ιουλίου, επιδιώκοντας να επιβεβαιώσει τη δέσμευση της Βρετανίας για αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 3,5% του ΑΕΠ έως το 2035.

Ωστόσο, καθώς ο Άντι Μπέρναμ αναμένεται να τον διαδεχθεί ακόμη και μέσα στον Ιούλιο, ο Στάρμερ αναγνώρισε ότι οι επόμενες κυβερνήσεις θα μπορούν να τροποποιήσουν ή να επεκτείνουν το σχέδιο. Επικριτές, πάντως, υποστηρίζουν ότι η στρατηγική καθυστέρησε περισσότερο από εννέα μήνες και δεν ανταποκρίνεται πλήρως στις αυξανόμενες αμυντικές ανάγκες της χώρας, ενώ άλλοι μιλούν για υπέρογκα ποσά που στρέφονται στις στρατιωτικές δαπάνες αντί για τις κοινωνικές ανάγκες.

Το «δηλητηριασμένο δισκοπότηρο» της Βρετανίας

Πάντωςε, στις εμφανίσεις του Μπέρναμ κατά την επέτειο του Brexit την περασμένη εβδομάδα υπήρξαν βουλευτές των Συντηρητικών που τον αποδοκίμασαν, όπως ένας που φώναξε «Δεν είσαι ο Μεσσίας!», με τον πρώην δήμαρχο του Μάντσεστερ, να απαντά χιουμοριστικά «άτακτο αγόρι», παραπέμποντας στην κλασσική ταινία «Life of Brian» των Monty Python.

Ωστόσο, πίσω από αυτό το στιγμιότυπο κρύβεται μια βαθύτερη πραγματικότητα. Στην επέτειο του δημοψηφίσματος που οδήγησε τη Βρετανία εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, η χώρα εμφανίζεται πιο πολιτικά ασταθής από ποτέ. Δεν έλειψαν μάλιστα τα σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι η Βρετανία μοιάζει πλέον με την Ιταλία του παρελθόντος, με διαδοχικές κυβερνητικές αλλαγές σχεδόν κάθε ενάμιση χρόνο.

Ο Μπέρναμ, εφόσον αναλάβει την πρωθυπουργία τον Ιούλιο, θα κληρονομήσει μια σειρά σύνθετων προβλημάτων χωρίς εύκολες λύσεις. Οι αγορές ομολόγων δύσκολα θα επιτρέψουν μια γενναία δημοσιονομική επέκταση για την τόνωση της οικονομίας, περιορίζοντας σημαντικά τα περιθώρια άσκησης πολιτικής.

Παράλληλα, ο ίδιος και ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ συγκαταλέγονται πλέον στους ελάχιστους κεντροαριστερούς ηγέτες σε μια Ευρώπη που μετατοπίζεται πολιτικά προς τα δεξιά. Ο Σάντσεθ βρίσκεται επίσης αντιμέτωπος με πολιτικές πιέσεις και σκάνδαλα που αφορούν συνεργάτες και συγγενικά του πρόσωπα, γεγονός που καθιστά αβέβαιη την παραμονή του στην εξουσία έως τις επόμενες εκλογές.

Brexit: Έξι πρωθυπουργοί σε δέκα χρόνια και η κρίση που δεν τελείωσε ποτέ

Η Ντάουνινγκ Στριτ εξελίχθηκε την τελευταία δεκαετία σε σύμβολο πολιτικής αστάθειας, καθώς το Brexit ανέτρεψε διαδοχικά κυβερνήσεις και ηγεσίες χωρίς να δώσει οριστικές απαντήσεις στα προβλήματα της βρετανικής οικονομίας.

Από το δημοψήφισμα του 2016 έως σήμερα, έξι πρωθυπουργοί βρέθηκαν στην εξουσία (5 από τους Τόρις και 1 από τους Εργατικούς, ο τελευταίος), όμως κανείς δεν κατάφερε να κλείσει οριστικά το κεφάλαιο της αποχώρησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

  • Ο Ντέιβιντ Κάμερον προκάλεσε το δημοψήφισμα με στόχο να επιλύσει τις εσωκομματικές διαφωνίες και να ανακόψει την άνοδο του UKIP του Νάιτζελ Φάρατζ. Η επικράτηση του Brexit τον Ιούνιο του 2016 τον οδήγησε σε άμεση παραίτηση, ανοίγοντας μια περίοδο παρατεταμένης πολιτικής αβεβαιότητας.
  • Η διάδοχός του, Τερέζα Μέι, επιχείρησε να διαπραγματευτεί μια συντεταγμένη έξοδο από την ΕΕ, όμως βρέθηκε αντιμέτωπη με διαδοχικές απορρίψεις της συμφωνίας της από το Κοινοβούλιο και με βαθύ διχασμό στους Συντηρητικούς. Η παραίτησή της το 2019 επισφράγισε το αδιέξοδο.
  • Ο Μπόρις Τζόνσον κέρδισε τις εκλογές με το σύνθημα «Get Brexit Done» και ολοκλήρωσε την αποχώρηση της χώρας από την ΕΕ. Ωστόσο, η κυβέρνησή του κλονίστηκε από το σκάνδαλο Partygate και σειρά πολιτικών κρίσεων, οδηγώντας τον εκτός εξουσίας το 2022.
  • Η Λιζ Τρας παρέμεινε πρωθυπουργός μόλις 49 ημέρες, καθώς το πρόγραμμα μαζικών φορολογικών περικοπών προκάλεσε αναταράξεις στις αγορές, κατάρρευση της στερλίνας και εκτίναξη του κόστους δανεισμού.
  • Ακολούθησε ο Ρίσι Σούνακ, ο οποίος προσπάθησε να αποκαταστήσει τη δημοσιονομική αξιοπιστία, χωρίς όμως να αναστρέψει τη χαμηλή ανάπτυξη, την ασθενική παραγωγικότητα και τις πιέσεις στο βιοτικό επίπεδο.
  • Η εκλογή του Κιρ Στάρμερ με τους Εργατικούς δημιούργησε προσδοκίες για πολιτική σταθερότητα και επαναπροσέγγιση με την Ευρώπη. Ωστόσο, οι διαρθρωτικές αδυναμίες της βρετανικής οικονομίας, η πίεση στις δημόσιες υπηρεσίες και η χαμηλή ανάπτυξη οδήγησαν σε αδιέξοδο και παραίτηση.

Η επόμενη ημέρα για τη Βρετανία

Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα, το Brexit παραμένει ο καθοριστικός παράγοντας της βρετανικής πολιτικής ζωής. Η εναλλαγή έξι πρωθυπουργών αποτυπώνει το μέγεθος των αναταράξεων που προκάλεσε η ιστορική επιλογή της αποχώρησης, με τη χώρα να εξακολουθεί να αναζητά μια νέα οικονομική και πολιτική ισορροπία.

Για τη Βρετανία, πάντως, η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι μόνο η αλλαγή προσώπων στην κορυφή της κυβέρνησης, αλλά η αποκατάσταση της πολιτικής σταθερότητας και της εμπιστοσύνης των αγορών, λένε ανλυτές στο Bloomberg, σε μια περίοδο που η διακυβέρνηση της χώρας μοιάζει περισσότερο από ποτέ με ένα πραγματικό «δηλητηριασμένο δισκοπότηρο», αν και η εικόνα δείχνει πως επικρατεί η πόλωση ανάμεσα στις προσδοκίες της κοινωνίας και των αγορών σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη πολιτικά περίοδο που κυοφορεί συγκρούσεις, 10 χρόνια μετά το Brexit.