Μετά τη μετακόμιση που προγραμματίζουν στην Αθήνα μεγάλα διεθνή funds και αναμένεται να έχει συνέχεια, μεγάλα διεθνή ονόματα σπεύδουν να διερευνήσουν την ελληνική αγορά διαχείρισης κεφαλαίων και να συνάψουν συνεργασίες με τις εγχώριες τράπεζες για την προσφορά προϊόντων στο asset και wealth management. Μεγάλες τράπεζες όπως η Deutsche Bank, η Citibank και η αρχαιότερη τράπεζα του Λουξεμβούργου Banque Internationale à Luxembourg έχουν προκηρύξει θέσεις εργασίας σε Ελβετία και Λουξεμβούργο για την αγορά της Ελλάδας, ενώ άλλες συνάπτουν συνεργασίες με τις ελληνικές τράπεζες, προσβλέποντας σε μία δεξαμενή «κοιμώμενου» πλούτου των ελληνικών νοικοκυριών και επιχειρηματιών, πρωτίστως από τον χώρο της ναυτιλίας.
Η Alpha Bank άνοιξε τον δρόμο από τον Μάιο του 2024, συνάπτοντας συμμαχία με την ελβετική εταιρεία ιδιωτικών κεφαλαίων Partners Group, ενώ προχώρησε σε αντίστοιχη κίνηση με την Schroders Capital τον Δεκέμβριο του 2025, χωρίς να υπολογίζεται και η στρατηγική μετοχική της σχέση με την UniCredit και τη διάθεση των προϊόντων onemarkets fund που καταγράφουν ήδη πωλήσεις άνω των 680 εκατ. ευρώ από το δίκτυό της.
Η Eurobank έχει προχωρήσει από τον Ιούλιο του 2024 σε συμφωνία με την Eurizon AM του Ομίλου Intesa Sanpaolo για τη διεύρυνση των επενδυτικών προϊόντων που προσφέρει στην ελληνική αγορά. Τον Μάιο του 2025, η Eurobank έγινε η πρώτη τράπεζα στην Ελλάδα που διέθεσε τα JPMorgan Multi-Alternatives ELTIF στους πελάτες του Private Banking. Την περασμένη εβδομάδα η Πειραιώς έγινε η πρώτη τράπεζα στην Ελλάδα και μία από τις πρώτες στην Ευρώπη που υπέγραψε με την Apollo Management International LLP, έναν από τους μεγαλύτερους διαχειριστές επενδυτικών κεφαλαίων ιδιωτικών αγορών (private market funds) παγκοσμίως, με υπό διαχείριση κεφάλαια άνω του 1 τρισ. δολαρίων, συμφωνία διάθεσης στην Ελλάδα, των Ευρωπαϊκών Μακροπρόθεσμων Επενδυτικών Κεφαλαίων (ELTIF) της Apollo.
Στον τομέα του wealth management η Εθνική Τράπεζα έχει συνάψει συμφωνίες για τη διάθεση των προϊόντων με τους κορυφαίους διεθνείς οίκους BlackRock (σ.σ. ο μεγαλύτερος διαχειριστής περιουσιακών στοιχείων παγκοσμίως), UBS (παγκόσμιος ηγέτης στο wealth management), Amundi (ο μεγαλύτερος asset manager στην Ευρώπη), Schroders (ιστορικός βρετανικός οίκος με εξειδίκευση σε διεθνή χαρτοφυλάκια), BNP Paribas (γαλλικός τραπεζικός και επενδυτικός κολοσσός), Franklin Templeton (διεθνής διαχειριστής με έμφαση σε value και growth στρατηγικές), Pictet. Εισχωρώντας στο πεδίο της διαχείρισης πλούτου, η CrediaBank έχει συνάψει συμφωνίες για τη διάθεση των αμοιβαίων κεφαλαίων των BlackRock, BNP Paribas Asset Management, JP Morgan, PIMCO, Franklin Templeton, Allianz και Schroders.
Η Optima bank, επίσης, παρέχει ένα ευρύ φάσμα αμοιβαίων κεφαλαίων του εξωτερικού, συνεργαζόμενη με τους μεγαλύτερους διεθνείς χρηματοοικονομικούς οίκους Pictet Asset Management, Blackrock, Schroders, Franklin Templeton Investments, Pimco, JPMorgan. Όλες οι παραπάνω κινήσεις έχουν δώσει μεγάλη ώθηση στην εγχώρια αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων, αυξάνοντας το ενεργητικό τους στα 34 δισ. ευρώ στο τέλος Αυγούστου 2026, από 29,5 δισ. στο τέλος του 2025, προσεγγίζοντας πλέον το ιστορικό ρεκόρ των 34,5 δισ. ευρώ που είχε καταγράψει η αγορά των Α/Κ το 1999. Οι συμμαχίες ελληνικών και ξένων τραπεζών με το βλέμμα στις αδρανείς αποταμιεύσεις των Ελλήνων θα ωφελήσει και τους εγχώριους αποταμιευτές/επενδυτές, καθώς θα μπορέσουν να αποκτήσουν πολύ περισσότερες επενδυτικές επιλογές, στις οποίες δεν έχουν σήμερα πρόσβαση.
Μεγάλα τα περιθώρια ανάπτυξης του wealth management
Οι ελληνικές αξίες, κυρίως ομόλογα (ειδικά τα κρατικά που είναι πλέον πολύ ποιοτικά και με χαμηλά spreads) και μετοχές, βρίσκονται στα ραντάρ των ξένων. Η πρόσδεση του ελληνικού χρηματιστηρίου στο Euronext που δίνει πολύ ευκολότερη προσβασιμότητα στις ελληνικές αξίες, οι μερισματικές αποδόσεις των ελληνικών εταιρειών και ιδίως οι προοπτικές του τραπεζικού κλάδου, η επικείμενη αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς στις ανεπτυγμένες, καθώς και η δημοσιονομική και πολιτική σταθερότητα της χώρας εν μέσω των γεωπολιτικών αναταράξεων, είναι οι λόγοι για τους οποίους οι ξένοι έχουν αυξημένο ενδιαφέρον για την ελληνική αγορά. Επιπλέον, όπως αναφέρουν αρμόδια τραπεζικά στελέχη στο powergame.gr, η ελληνική αγορά διαχείρισης πλούτου είναι σοβαρά υποαναπτυγμένη και παρουσιάζει μεγάλα περιθώρια μεγέθυνσης. Στη χώρα μας, μόλις περίπου το 10% του πλούτου των νοικοκυριών βρίσκεται τοποθετημένο σε επενδυτικά προϊόντα, έναντι 20% στην Πορτογαλία, 40% – 50% στην Ισπανία και 60% – 80% σε Αγγλία και ΗΠΑ.
Με βάση τα τελευταία στοιχεία που ανακοίνωσε η ΕΚΤ τον Ιούνιο του 2026, ο μέσος καθαρός πλούτος των νοικοκυριών στην Ελλάδα, δηλαδή το σύνολο του χρηματοοικονομικού πλούτου που περιλαμβάνει ρευστά διαθέσιμα και κινητές αξίες (ομόλογα, μετοχές, αμοιβαία/επενδυτικά κεφάλαια κ.ά.) και του μη χρηματοοικονομικού πλούτου που αφορά κύρια ακίνητα και άλλα πάγια περιουσιακά στοιχεία, μετά την αφαίρεση των δανειακών υποχρεώσεων, έχει αυξηθεί κατά 23% ,στα 117.936 ευρώ, από τα χαμηλά της περιόδου της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία (95.979 ευρώ). Παραμένει, ωστόσο, 19,2% χαμηλότερα από το γ΄ τρίμηνο του 2009 (145.972 ευρώ), δηλαδή πριν ξεκινήσει η ελληνική κρίση που οδήγησε στην απώλεια του 1/3 του πλούτου των ελληνικών νοικοκυριών.
Το κόστος της αδράνειας
Ο πλούτος των ελληνικών νοικοκυριών ξεπερνά πλέον το 1 τρισ. ευρώ και αν και προέρχεται κυρίως από τα ακίνητα, εντούτοις οι τραπεζίτες βλέπουν μία δυνητική δεξαμενή άνω των 300 δισ. ευρώ που θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο διαχείρισης. Ήδη, μόνο οι καταθέσεις των νοικοκυριών που κάθονται στο ταμιευτήριο χωρίς να προσφέρουν αποδόσεις προσεγγίζουν τα 121 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με μελέτη της Revolut, τα ελληνικά νοικοκυριά πληρώνουν ήδη βαριά το κόστος της αδράνειας των αποταμιεύσεών τους. Ποσά 120,9 δισ. ευρώ των ελληνικών νοικοκυριών παραμένουν σε τραπεζικούς λογαριασμούς χαμηλής απόδοσης και ο πληθωρισμός «τρώει» 290 ευρώ ανά 10.000 ευρώ αποταμιεύσεων. Στην Ελλάδα, το μέσο επιτόκιο προθεσμιακών καταθέσεων ενός έτους (1,85%) υπολείπεται του πληθωρισμού (2,90%), οδηγώντας σε πραγματική απώλεια 105 ευρώ ετησίως ακόμη και για δεσμευμένες καταθέσεις. Σύμφωνα με τη μελέτη της Revolut, εάν τα «κοιμώμενα» 120,9 δισ. των ελληνικών νοικοκυριών επενδύονταν σε διαφοροποιημένα επενδυτικά προϊόντα κεφαλαιαγοράς (με βάση την ετήσια μέση απόδοση δεκαετίας του MSCI Europe ETF, 9,06%), θα μπορούσαν να διοχετεύσουν 8,7 δισ. ευρώ αναπτυξιακού κεφαλαίου ετησίως στην οικονομία, δημιουργώντας δυνητικά 721 ευρώ απόδοσης ανά νοικοκυριό για κάθε 10.000 ευρώ αποταμιεύσεων.
