Το ρεύμα για αλλαγή σκοντάφτει στον πολιτικό κατακερματισμό

Η νέα δημοσκόπηση της MARC καταγράφει ισχυρό προβάδισμα της ΝΔ ενώ αναδεικνύει ένα πλειοψηφικό ρεύμα πολιτικής αλλαγής που κυριαρχεί στους νέους

Κάλπες © EUROKINISSI/ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΠΑΓΟΥΡΤΖΗΣ

Η τελευταία δημοσκόπηση της MARC πριν τα «μπάνια του λαού» τον Αύγουστο θα μπορούσε να θυμίζει τον στίχο του Παπάζογλου «όλα τριγύρω αλλάζουνε και όλα τα ίδια μένουν». Από τη μια, οι συσχετισμοί, όπως καταγράφονται στην εκτίμηση ψήφου,  δεν φαίνεται να εμφανίζουν αποκλίσεις. Η ΝΔ διατηρεί την πρωτιά, η ΕΛΑΣ του Τσίπρα ακολουθεί στη δεύτερη θέση με μεγάλη διαφορά και το ΠΑΣΟΚ στην Τρίτη, την ώρα που το νεοπαγές κόμμα της κ. Καρυστιανού εμφανίζει πτωτική τάση.

Όμως υπάρχουν δύο παράμετροι που πρέπει να προβληματίζουν σοβαρά τόσο την κυβέρνηση, κυρίως η πρώτη από αυτές, όσο και το σύνολο των λεγόμενων θεσμικών κομμάτων. ΟΙ δύο παράμετροι έχουν να κάνουν, πρώτον, με το δίλημμα «πολιτική αλλαγή ή σταθερότητα» και δεύτερον,  την απήχηση των κομμάτων στους νέους.

Στο πρώτο δίλημμα, πλέον η διάθεση για «πολιτική αλλαγή με άλλα κόμματα» έχει καθαρό προβάδισμα στις προτιμήσεις του 54% των ψηφοφόρων. Ένα πλειοψηφικό ρεύμα αλλαγής διαμορφώνεται, κυρίως λόγω της κόπωσης από τη μακρά κυβερνητική θητεία της ΝΔ αλλά και της αναζήτησης ενός εναλλακτικού κυβερνητικού σχήματος. Από την άποψη αυτή, δεν είναι τυχαία η εμμονή τόσο του ΠΑΣΟΚ όσο και της ΕΛΑΣ αλλά και μικρότερων δυνάμεων στην πρόταξη του αιτήματος για πολιτική αλλαγή. Από την άλλη βέβαια δεν πρέπει να υποτιμηθεί ότι το 41% των ερωτηθέντων προτάσσει την πολιτική συνέχεια και σταθερότητα, στο οποίο επενδύει η κυβερνητική παράταξη και προφανώς θα το αξιοποιήσει προεκλογικά, αφού θεωρεί ότι αποτελεί τη «δεξαμενή» για την επίτευξη του δύσκολου στόχου της αυτοδυναμίας.

Τότε, γιατί το ρεύμα του 54% για πολιτική αλλαγή δεν βρίσκει έκφραση; Η απάντηση εξακολουθεί να βρίσκεται στον συνεχιζόμενο πολυκερματισμό του αντιπολιτευτικού φάσματος, αλλά και στις αντικρουόμενες προγραμματικές προσεγγίσεις. Δεν συνιστά το 54% εναλλακτική κυβερνητική πρόταση με δυναμική. Κατανέμεται σε πολλές δυνάμεις τόσο δεξιά όσο και αριστερά του πολιτικού φάσματος, σε διαφορετικούς αρχηγούς με εμφανείς ανταγωνισμούς και αντιφατικές πολιτικές κατευθύνσεις.  Όμως, συνέπεια αυτού είναι και η αδυναμία των πολιτικών φορέων της αντιπολίτευσης να εμφανιστούν ως εγγυητές της σταθερότητας ακόμα και όταν επέλθει πιθανόν η αλλαγή σκυτάλης για την άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας. Οι αντιπολιτευτικές πρακτικές φέρνουν αντιμέτωπες τη διάθεση για πολιτική αλλαγή αλλά και την ανάγκη για σταθερότητα, την επόμενη μέρα των εκλογών. Και αυτό το κλίμα επιβαρύνει συνολικά την πολιτική ατμόσφαιρα, με αίσθημα αβεβαιότητας. Ήδη κλιμακώνεται η αντιπαράθεση ΕΛΑΣ-ΠΑΣΟΚ με αφορμή τα χρέη της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, μια σύγκρουση που μάλλον θα κλιμακωθεί προς την πορεία των εκλογών.

Στην έρευνα της MARC εμφανίζεται ένα ακόμη στοιχείο που θα πρέπει να προβληματίσει τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Στο ερώτημα για πολιτική αλλαγή η σταθερότητα, το ποσοστό υπέρ της πολιτικής αλλαγής σε αυτούς που δηλώνουν ότι δεν έχουν πολιτική ταύτιση απογειώνεται:  Το 61,9% δηλώνει υπέρ, ενώ μόλις το 27,1% τάσσεται υπέρ της πολιτικής σταθερότητας.  Το ενδιαφέρον είναι πως οι περισσότεροι που δεν δηλώνουν κομματική ταύτιση είναι νέοι. Κι εδώ τα πράγματα περιπλέκονται τόσο για τη ΝΔ όσο και για δύο κόμματα που ακολουθούν δημοσκοπικά.

Για τη ΝΔ στις ηλικίες από 17-44 ετών το δημοσκοπικό ποσοστό πέφτει στο 20,5%. Στις ηλικίες 65 και άνω, απογειώνεται στο 45,6%. Όμως και η εικόνα της ΕΛΑΣ πάσχει. Στις ηλικίες 17-44 είναι στο 13,6% και στις 65 και άνω, φτάνει το 16,5%. Ίδια εικόνα και για το ΠΑΣΟΚ. Στις ηλικίες 17-44 κινείται στο 8,2% και στις 65 και άνω, φτάνει στο 12,2%. Πολλές προτιμήσεις των νεότερων ηλικιών κατανέμονται σε μικρότερα κόμματα και μάλιστα με εντυπωσιακές επιδόσεις. Ενδεικτικά, η Πλεύση Ελευθερίας καταγράφει ποσοστό 8,4% στους νεότερους και μηδενικό ποσοστό τους μεγαλύτερους.  Αν όμως ο αντισυστημισμός μέρους των νέων τροφοδοτεί εν μέρει μικρότερα κόμματα, στην έρευνα αποτυπώνεται η αδυναμία των «θεσμικών» κομμάτων να επικοινωνήσουν με τους νέους ή ευρύτερα με αυτούς που δεν δηλώνουν πολιτική τοποθέτηση. Δημιουργείται δηλαδή ένα ιδιότυπο χάσμα ανάμεσα στις δυνάμεις που κυβερνούν ή επιθυμούν να κυβερνήσουν τον τόπο τα επόμενα χρόνια με τους νεότερους, που δεν βλέπουν σε αυτές το τί θα μπορούσε να κάνει τη διαφορά με την ψήφο τους. Δεν είναι άσχετο με το χάσμα αυτό και ο προγραμματικός λόγος των περισσότερων κομμάτων, που στρέφεται κυρίως στις μεγαλύτερες ηλικίες, καθώς αυτές αποτελούν τη βασική «δεξαμενή» ψήφων…  Ένας τέτοιος προσανατολισμός, σε συνδυασμό με την αδυναμία πολιτικής επικοινωνίας με τους νεότερους, μπορεί να ερμηνεύεται κοντόφθαλμα ότι θα αποδώσει στην επερχόμενη κάλπη, όμως δεν αρκεί για να πείσει μεγάλες κατηγορίες νέων  να στραφούν  δυναμικά και μαζικά σε κάποιον φορέα που επαγγέλλεται πολιτική αλλαγή. Και αν αυτό αποτελεί αχίλλειο πτέρνα για την κυβέρνηση, δείχνει παράλληλα και την αδυναμία των κομμάτων της αντιπολίτευσης να κεφαλαιοποιήσουν  την δυσφορία και απογοήτευση μέρους της κοινής γνώμης στις νεότερες ηλικίες.