Χάρης Δούκας: Η ανάγκη μιας εθνικής αστικής ατζέντας στη ΔΕΘ

Άρθρο του δημάρχου Αθηναίων Χάρη Δούκα: Λείπουν οι πόλεις από τις συζητήσεις της ΔΕΘ

Χάρης Δούκας

Κάθε Σεπτέμβριο, η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης λειτουργεί ως το κατεξοχήν πολιτικό βήμα για την οικονομία και την ανάπτυξη. Φόροι, εισοδήματα, επενδύσεις, μεγάλα έργα, παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα βρίσκονται, εύλογα, στο επίκεντρο. Υπάρχει όμως ένας μεγάλος απών από αυτή τη συζήτηση: οι πόλεις.

Η παράλειψη δεν είναι δευτερεύουσα. Η κλιματική κρίση, το δημογραφικό, η στεγαστική πίεση, η ενεργειακή και η ψηφιακή μετάβαση δεν αποτελούν παράλληλες πολιτικές προς την ανάπτυξη.

Είναι πλέον οι ίδιες αναπτυξιακές προκλήσεις.

Μια πόλη που υπερθερμαίνεται, πλημμυρίζει ή δεν διαθέτει επαρκείς υποδομές πολιτικής προστασίας δεν είναι μόνο λιγότερο ασφαλής. Είναι και λιγότερο ανταγωνιστική.

Μια πόλη στην οποία οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να βρουν οικονομικά προσιτή κατοικία, δυσκολεύεται να προσελκύσει ανθρώπινο δυναμικό και επενδύσεις.

Μια περιφερειακή πόλη που χάνει νέους ανθρώπους δεν αντιμετωπίζει απλώς ένα δημογραφικό πρόβλημα: χάνει παραγωγικό κεφάλαιο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και φορολογική βάση.

Το ίδιο ισχύει για την ενεργειακή μετάβαση. Η ενεργειακή αναβάθμιση δημοτικών και ιδιωτικών κτιρίων, οι ενεργειακές κοινότητες, ο σύγχρονος δημόσιος φωτισμός και οι καθαρές μετακινήσεις περιορίζουν το ενεργειακό κόστος και δημιουργούν οικονομική δραστηριότητα.

Και η ψηφιακή μετάβαση των δήμων δεν αφορά απλώς περισσότερα πιστοποιητικά μέσω μιας οθόνης. Αφορά τη δυνατότητα μιας πόλης να διαχειρίζεται καλύτερα την κυκλοφορία, την ενέργεια, τα απορρίμματα, το νερό, την πολιτική προστασία και τελικά τους ίδιους τους πόρους της.

Και όλα αυτά λείπουν από τη συζήτηση της ΔΕΘ. Λείπει μια Εθνική Αστική Ατζέντα, με σταθερή χρηματοδότηση, σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων και κυρίως με μετρήσιμους στόχους: Πόσο ανθεκτικές θέλουμε τις πόλεις μας το 2030; Πώς θα αντιμετωπίσουμε την αστική θερμότητα και τις πλημμύρες; Πώς θα κρατήσουμε νέους ανθρώπους στις μικρότερες πόλεις; Πώς θα εξασφαλίσουμε προσιτή κατοικία; Πώς θα χρηματοδοτηθεί η ενεργειακή μετάβαση των δήμων;

Η Ευρώπη αναγνωρίζει πλέον ότι η ανάπτυξη μιας χώρας μετριέται ΚΑΙ με την ικανότητά της, να διατηρεί τις πόλεις της λειτουργικές, ασφαλείς, παραγωγικές και κοινωνικά συνεκτικές.

Το φετινό καλοκαίρι αφαίρεσε και την τελευταία δικαιολογία για να προσποιούμαστε το αντίθετο. Η Δυτική Ευρώπη έζησε τον θερμότερο Ιούνιο που έχει καταγραφεί ποτέ και μόλις στις αρχές της βδομάδας ανακοινώθηκε ότι η μέση μέγιστη θερμοκρασία φέτος τον Αύγουστο στην Ελλάδα ήταν αυξημένη κατά 0,2 έως και 1,5 βαθμούς Κελσίου, ανάλογα την περιοχή.

Το καθοριστικό, λοιπόν, έργο είναι να επανασχεδιάσουμε τα μέρη όπου ζούμε.

Δεν το κάνουμε.

Μάλιστα με τις εκλογές να πλησιάζουν η κυβέρνηση αρέσκεται στην πεπατημένη, να χαϊδεύει τ’ αυτιά του εκλογικού σώματος και ν’ αφήνει τα δύσκολα στο περιθώριο.

Το πρόβλημα είναι ότι η πραγματικότητα δεν περιμένει τις εκλογές.

Αν η ΔΕΘ φιλοδοξεί κάθε χρόνο να απαντά στο ερώτημα «ποιο είναι το αναπτυξιακό σχέδιο της χώρας», τότε οι πόλεις δεν μπορούν να παραμένουν υποσημείωση.

Οι πόλεις δεν ζητούν απλώς ένα ακόμη κονδύλι. Ζητούν να αναγνωριστεί ότι η ανθεκτικότητά τους είναι προϋπόθεση της ίδιας της ανάπτυξης. Και όσο αυτό δεν μεταφράζεται σε ενιαίο σχέδιο, αρμοδιότητες και αντίστοιχους πόρους, μπορούμε να πούμε ότι, στον μεγάλο λογαριασμό της ΔΕΘ, δεν δίνουν δεκάρα για τις πόλεις .

Η συζήτηση για την βιωσιμότητα των πόλεων δεν είναι μια συζήτηση δίπλα στην ανάπτυξη. Είναι συζήτηση για την ίδια την ανάπτυξη. Και αυτή η συζήτηση φοβάμαι ότι για μια ακόμη χρονιά λείπει από τη ΔΕΘ.

Όμως, οι κυβερνώντες χρειάζεται να γνωρίζουν ότι το μεγάλο μέρος της ανάπτυξης που σχεδιάζεται σε εθνικό επίπεδο είτε θα πραγματοποιηθεί στις πόλεις είτε, τελικά, δεν θα πραγματοποιηθεί καθόλου.