Η νέα οικονομική διάσταση της ασφάλειας: Τι σημαίνει για την Ελλάδα

Η οικονομική ασφάλεια δεν συνεπάγεται αυτάρκεια ή απομάκρυνση από τις ανοιχτές αγορές, αλλά περιορισμό των κινδύνων

Ελληνική οικονομία © Δημιουργήθηκε από AI/ chatgpt
Δήμος Συργκάνης

Co-Head of Global FICC Structuring and Solutions Sales (Developed Markets) στη Bank of America

Για δεκαετίες, η παγκόσμια οικονομία στηριζόταν σε ένα βασικό μοντέλο: την στενότερη συνεργασία μεταξύ των αγορών, την αποτελεσματική λειτουργία των εφοδιαστικών αλυσίδων και το ελεύθερο εμπόριο, τα οποία συνέβαλλαν στη μείωση του κόστους και την ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης.

Παρότι το μοντέλο αυτό παραμένει ισχυρό, οι ενεργειακές κρίσεις, οι ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις και οι διαταραχές στο παγκόσμιο εμπόριο έχουν αναδείξει τους οικονομικούς κινδύνους που προκύπτουν από την υπερβολική εξάρτηση χωρών και επιχειρήσεων από κρίσιμους πόρους και υποδομές. Σε αυτό το περιβάλλον, η οικονομική ασφάλεια αποκτά ολοένα και πιο κεντρικό ρόλο στις επενδυτικές αποφάσεις και στη διαμόρφωση της οικονομικής στρατηγικής.

Για την Ελλάδα, η νέα αυτή πραγματικότητα έχει άμεσες και ουσιαστικές προεκτάσεις. Η οικονομική ασφάλεια δεν συνεπάγεται αυτάρκεια ή απομάκρυνση από τις ανοιχτές αγορές, αλλά περιορισμό των κινδύνων που απορρέουν από την εξάρτηση της οικονομίας από κρίσιμους τομείς, όπως η ενέργεια, οι υποδομές και η τεχνολογία. Για την επίτευξη αυτού του στόχου απαιτούνται σημαντικές επενδύσεις, γεγονός που καθιστά τη χρηματοδότηση ολοένα και πιο καθοριστικό παράγοντα.

Ο ενεργειακός τομέας αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Κατά τους πρώτους πέντε μήνες του 2026, η καθαρή ενέργεια κάλυψε περισσότερο από το 70% της εγχώριας ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα. Ωστόσο, οι περικοπές στην παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές έφτασαν τις 1,3 τεραβατώρες (TWh), ποσότητα που αντιστοιχεί σχεδόν στο 10% της δυνητικής παραγωγής από ΑΠΕ. Την ίδια στιγμή, οι καθαρές εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας ήταν ήδη σχεδόν 50% υψηλότερες από το σύνολο των αντίστοιχων εξαγωγών ολόκληρου του 2025.

Οι ευκαιρίες, αλλά και οι προκλήσεις, εντοπίζονται πλέον όλο και περισσότερο στις υποδομές που υποστηρίζουν την παραγωγή ενέργειας. Η ενίσχυση των ηλεκτρικών δικτύων, η ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης και η επέκταση των διασυνδέσεων μπορούν να συμβάλουν στην αποτελεσματικότερη αξιοποίηση της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας, διευκολύνοντας τη μεταφορά της τόσο στους εγχώριους καταναλωτές όσο και στις αγορές γειτονικών χωρών. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαχειριστής του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΔΜΗΕ) σχεδιάζει τις απαραίτητες υποδομές για την περαιτέρω ενσωμάτωση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο ηλεκτρικό σύστημα και την ενίσχυση των διασυνδέσεων.

Η τεχνολογική ανάπτυξη αναδεικνύει ακόμη περισσότερο τη σημασία αυτών των υποδομών. Παρότι η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί μια ψηφιακή τεχνολογία, η λειτουργία της βασίζεται σε φυσικές υποδομές. Τα κέντρα δεδομένων (data centres) απαιτούν μεγάλες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας, η παροχή της οποίας προϋποθέτει επαρκή παραγωγή, ισχυρά δίκτυα μεταφοράς και κατάλληλο εξοπλισμό. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της ομάδας ανάλυσης μετοχών (Equities) της Bank of America, η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας από τα data centres θα μπορούσε να αυξηθεί κατά περίπου 150% έως το 2035. Παράλληλα, οι αναλύσεις της τράπεζας αναδεικνύουν ολοένα και περισσότερο την αξιόπιστη πρόσβαση στην ηλεκτρική ενέργεια και την επάρκεια των δικτύων ως κρίσιμους παράγοντες για την ανάπτυξη των υποδομών τεχνητής νοημοσύνης.

Δεν υπάρχει μία και μοναδική επενδυτική στρατηγική που να συνδέεται με την οικονομική ασφάλεια. Ωστόσο, η ομάδα Global Markets της Bank of America έχει καταγράψει, κατά την τελευταία διετία, σταθερές εισροές κεφαλαίων από θεσμικούς επενδυτές σε τομείς όπως η ενεργειακή ανεξαρτησία της Ευρώπης, οι υποδομές και το ευρύτερο οικοσύστημα των κέντρων δεδομένων (data centres). Η τάση αυτή δεν υποδηλώνει μια συνολική ανακατεύθυνση των επενδυτικών κεφαλαίων, αλλά αναδεικνύει το αυξανόμενο ενδιαφέρον των επενδυτών για τομείς και υποδομές που συμβάλλουν στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας της οικονομίας.

Ο τρόπος χρηματοδότησης αυτών των επενδύσεων θα αποτελέσει ένα από τα ζητήματα που θα συζητηθούν στο φετινό Berlin Global Dialogue, το οποίο συγκεντρώνει εκπροσώπους της επιχειρηματικής κοινότητας και κυβερνητικά στελέχη, με κεντρικό θέμα «Advancing Alliances for the New Era» («Ενισχύοντας τις συμμαχίες για τη νέα εποχή»). Οι σημαντικές κεφαλαιακές ανάγκες για την ενίσχυση της οικονομικής ανθεκτικότητας καθιστούν τη συνεργασία μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα ολοένα και πιο αναγκαία. Η δημόσια χρηματοδότηση μπορεί να διαμορφώσει τις κατάλληλες συνθήκες για την προσέλκυση επενδύσεων, ενώ η συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων μπορεί να διευρύνει τις διαθέσιμες πηγές χρηματοδότησης και να επιτρέψει την υλοποίηση επενδύσεων μεγαλύτερης κλίμακας.

Η Ελλάδα αποτελεί ήδη ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της προσέγγισης. Το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, συνολικού ύψους 35,95 δισ. ευρώ, συνδύασε τις επιχορηγήσεις με ένα πρόγραμμα δανειοδότησης που σχεδιάστηκε με στόχο την κινητοποίηση ιδιωτικών επενδύσεων, παράλληλα με τη δημόσια χρηματοδότηση. Ειδικότερα, τα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) μπορούν να καλύψουν έως και το 50% μιας επιλέξιμης επένδυσης, με τις εμπορικές τράπεζες να συνεισφέρουν τουλάχιστον το 30% και τους ίδιους τους επενδυτές να καλύπτουν τουλάχιστον το 20%.

Το συγκεκριμένο μοντέλο χρηματοδότησης έχει ευρύτερη σημασία και για την ευρωπαϊκή οικονομία. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι ετήσιες επενδυτικές ανάγκες στον ενεργειακό τομέα αναμένεται να ανέλθουν σε περίπου 660 δισ. ευρώ την περίοδο 2026–2030, έναντι 240 δισ. ευρώ κατά μέσο όρο ετησίως την περίοδο 2011–2021. Το ύψος αυτών των αναγκών υπερβαίνει τις δυνατότητες της διαθέσιμης δημόσιας χρηματοδότησης, καθιστώντας την προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων βασική προϋπόθεση για την υλοποίηση της ευρωπαϊκής επενδυτικής στρατηγικής.

Για την Ελλάδα, η μετάβαση αυτή αποκτά πλέον πιο άμεσο χαρακτήρα. Τον Σεπτέμβριο, η χώρα υπέβαλε τα τελευταία αιτήματα εκταμίευσης επιχορηγήσεων και δανείων από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, σηματοδοτώντας την ολοκλήρωση του πενταετούς προγράμματος. Η διατήρηση της επενδυτικής δυναμικής μετά το τέλος αυτής της έκτακτης ευρωπαϊκής χρηματοδότησης θα εξαρτηθεί από την ανάπτυξη έργων που θα μπορούν να προσελκύουν κεφάλαια με βάση την οικονομική τους βιωσιμότητα και τις προοπτικές απόδοσής τους.

Αυτό προϋποθέτει προσεκτικό σχεδιασμό και αυστηρά επενδυτικά κριτήρια. Η στρατηγική σημασία ενός έργου δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει την οικονομική του απόδοση. Οι πιο αποτελεσματικές επενδύσεις είναι εκείνες που επιτυγχάνουν και τους δύο στόχους: περιορίζουν τις ευπάθειες της οικονομίας και ενισχύουν την παραγωγική της δυναμικότητα. Για παράδειγμα, η αναβάθμιση ενός ηλεκτρικού δικτύου μπορεί να ενισχύσει την ανθεκτικότητά του και ταυτόχρονα να επιτρέψει την αξιοποίηση μεγαλύτερης παραγωγής ενέργειας. Αντίστοιχα, μια νέα ενεργειακή διασύνδεση μπορεί να διαφοροποιήσει τις πηγές εφοδιασμού και να διευρύνει την πρόσβαση σε νέες αγορές, ενώ οι ψηφιακές υποδομές μπορούν να ενισχύσουν τις τεχνολογικές δυνατότητες της χώρας και να δημιουργήσουν νέες ευκαιρίες οικονομικής δραστηριότητας.

Η ενίσχυση της οικονομικής ανθεκτικότητας δεν συνεπάγεται απαραίτητα μεγαλύτερη απομόνωση από τις διεθνείς αγορές. Για την Ελλάδα, η πραγματική ευκαιρία βρίσκεται στον συνδυασμό δύο βασικών προτεραιοτήτων: αφενός στη μείωση των οικονομικών εξαρτήσεων και των κινδύνων που αυτές συνεπάγονται και αφετέρου στην κατεύθυνση επενδυτικών κεφαλαίων προς έργα και υποδομές που μπορούν να αποφέρουν ουσιαστικά οικονομικά οφέλη. Το επόμενο βήμα είναι η αξιοποίηση αυτών των επενδύσεων για την ενίσχυση της παραγωγικής δυναμικότητας της χώρας και τη δημιουργία των προϋποθέσεων για βιώσιμη, μακροπρόθεσμη ανάπτυξη.

googlenews
Ακολουθήστε το Powergame.gr στο Google News για άμεση και έγκυρη οικονομική ενημέρωση!