Κίνα: “Φρενάρει” αμερικανικά κεφάλαια στην τεχνολογία μετά το deal της Meta

Κινεζικές εταιρείες τεχνολογίας καλούνται να απορρίπτουν αμερικανικά κεφάλαια σε νέους γύρους χρηματοδότησης επενδύσεων, εκτός αν έχουν άδεια από το Πεκίνο

Η Manus που εξαγοράστηκε από τη ΜΕΤΑ, αν και είναι νομικά καταχωρημένη στη Σιγκαπούρη, θεωρείται ουσιαστικά κινεζικής προέλευσης © Χ.com

Σε μια κίνηση με σαφείς γεωπολιτικές προεκτάσεις, η Κίνα ετοιμάζεται να περιορίσει δραστικά τη ροή αμερικανικών επενδύσεων προς τις τεχνολογικές της εταιρείες, ενισχύοντας τον κρατικό έλεγχο σε έναν από τους πιο κρίσιμους τομείς της οικονομίας.

Σύμφωνα με τις κατευθύνσεις που έχουν ήδη δοθεί από ισχυρούς κρατικούς κινεζικούς φορείς, όπως η Εθνική Επιτροπή Ανάπτυξης και Μεταρρυθμίσεων, ιδιωτικές εταιρείες τεχνολογίας καλούνται να απορρίπτουν κεφάλαια αμερικανικής προέλευσης σε νέους γύρους χρηματοδότησης, εκτός εάν υπάρχει ρητή κυβερνητική έγκριση.

Η οδηγία αφορά κορυφαίες κινεζικές startups τεχνητής νοημοσύνης, όπως η Moonshot AI και η StepFun, που βρίσκονται σε φάση άντλησης σημαντικών κεφαλαίων.

Ανάλογοι περιορισμοί επεκτείνονται και στην ByteDance, ιδιοκτήτρια της ιδιαίτερα δημοφιλούς εφαρμογής TikTok, η οποία θεωρείται η πιο πολύτιμη startup της χώρας.

Συγκεκριμένα, η εταιρεία καλείται να μην προχωρά σε πώληση μετοχών σε Αμερικανούς επενδυτές χωρίς προηγούμενη έγκριση των κινεζικών αρχών.

Η εξαγορά της startup Manus από τη Meta

Καταλύτης για αυτή τη στροφή υπήρξε η εξαγορά της startup Manus από τη Meta, έναντι 2 δισ. δολαρίων. Η συμφωνία, που ανακοινώθηκε τον Δεκέμβριο, προκάλεσε άμεση έρευνα στο Πεκίνο για πιθανές παραβιάσεις κανόνων περί ξένων επενδύσεων και εξαγωγής τεχνολογίας.

Η Manus, αν και είναι νομικά καταχωρημένη στη Σιγκαπούρη, θεωρείται ουσιαστικά κινεζικής προέλευσης λόγω των ιδρυτών της, της τεχνογνωσίας και του αρχικού της ανθρώπινου δυναμικού που προέρχεται από την Κίνα.

Παρά το γεγονός ότι αρχικά θεωρήθηκε πρότυπο διεθνούς ανάπτυξης για κινεζικές startups, στη συνέχεια επικρίθηκε έντονα ως παράδειγμα «διαρροής» κρίσιμης τεχνογνωσίας προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η Manus, αν και είχε έδρα στη Σιγκαπούρη, ιδρύθηκε από Κινέζους επιχειρηματίες και αναπτύχθηκε ραγδαία. Μέσα σε λίγους μήνες από την ίδρυσή της τον Μάρτιο του 2025, κατάφερε να προσελκύσει επένδυση 75 εκατ. δολαρίων, αποτιμώμενη στα 500 εκατ. Μέχρι το τέλος της ίδιας χρονιάς, τα ετήσια έσοδά της ξεπέρασαν τα 100 εκατ. δολάρια, στοιχείο που ενίσχυσε το ενδιαφέρον εξαγοράς. Κάτι που τελικά έγινε από την Meta του Μαρκ Ζούκερμπεργκ.

Μεταφορά προσωπικού από την Κίνα στη Σιγκαπούρη

Παράλληλα, η μητρική της εταιρεία προχώρησε σε μεταφορά προσωπικού από την Κίνα στη Σιγκαπούρη, καταργώντας δεκάδες θέσεις εργασίας, μια κίνηση που θεωρήθηκε ενδεικτική της προσπάθειας παράκαμψης του κινεζικού ρυθμιστικού πλαισίου πριν από την ολοκλήρωση της συμφωνίας.

Οι νέοι περιορισμοί ενδέχεται να επηρεάσουν σημαντικά τη χρηματοδότηση του κινεζικού τεχνολογικού τομέα, ο οποίος για περισσότερες από δύο δεκαετίες βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε αμερικανικά κεφάλαια, όπως συνταξιοδοτικά ταμεία και πανεπιστημιακά ιδρύματα.

Η αλλαγή αυτή έρχεται σε συνέχεια και άλλων μέτρων, όπως οι περιορισμοί στις λεγόμενες «red chip» εταιρείες, που χρησιμοποιούσαν offshore δομές για να αντλούν κεφάλαια μέσω εισαγωγών στο χρηματιστήριο του Χονγκ Κονγκ.

Οι ανησυχίες του Πεκίνου

Το Πεκίνο φαίνεται να ανησυχεί ολοένα και περισσότερο για τη μεταφορά τεχνολογίας στο εξωτερικό, ειδικά σε τομείς αιχμής όπως η τεχνητή νοημοσύνη. Η ανησυχία αυτή εντάθηκε μετά την επιτυχία εταιρειών όπως η DeepSeek το 2025, που ανέδειξαν τη στρατηγική σημασία της εγχώριας καινοτομίας.

Την ίδια στιγμή, η κίνηση της Κίνας έρχεται ως απάντηση και σε αντίστοιχους περιορισμούς από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες από το 2025 έχουν επιβάλει κανόνες για τον περιορισμό επενδύσεων σε κινεζικές εταιρείες ημιαγωγών, κβαντικής τεχνολογίας και τεχνητής νοημοσύνης.

Στο νέο αυτό περιβάλλον, η πρόσβαση σε κεφάλαια γίνεται όλο και πιο περίπλοκη. Η κινεζική Moonshot AI επιδιώκει να αντλήσει έως 1 δισ. δολάρια, με αποτίμηση που φτάνει τα 18 δισ., ενώ η StepFun σχεδιάζει εισαγωγή στο χρηματιστήριο του Χονγκ Κονγκ με στόχο τα 500 εκατομμύρια δολάρια, προχωρώντας παράλληλα σε αναδιάρθρωση για να συμμορφωθεί με τις νέες απαιτήσεις.

Το αποτέλεσμα είναι ένα ταχέως μεταβαλλόμενο τοπίο, όπου οι γραμμές μεταξύ συνεργασίας και ανταγωνισμού γίνονται όλο και πιο ασαφείς. Η τεχνολογία, και ειδικά η τεχνητή νοημοσύνη, βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο μιας ευρύτερης στρατηγικής αντιπαράθεσης, με το κεφάλαιο, την καινοτομία και την εθνική ασφάλεια να συνδέονται πιο στενά από ποτέ.