Η ΕΕ θέλει να βάλει “φρένο” στο Starlink του Έλον Μασκ – Πώς θα το κάνει

Η ΕΕ θα δώσει προτεραιότητα στις ευρωπαϊκές δορυφορικές υπηρεσίες, με στόχο να αποτρέψει την επέκταση του Starlink του Μασκ

Έλον Μασκ © EPA/MICHAEL REYNOLDS

Η Κομισιόν αναμένεται να υιοθετήσει αυτή την εβδομάδα απόφαση που θα δίνει προτεραιότητα στους ευρωπαϊκούς παρόχους δορυφορικών υπηρεσιών, σε μια προσπάθεια να περιορίσει την περαιτέρω διείσδυση του Starlink στην ευρωπαϊκή αγορά.

Το Starlink, η δορυφορική υπηρεσία διαδικτύου της SpaceX του Έλον Μασκ, κυριαρχεί σήμερα διεθνώς στον κλάδο, διαθέτοντας περισσότερους από 10.000 δορυφόρους χαμηλής τροχιάς. Ο κυριότερος ανταγωνιστής του θεωρείται το Project Kuiper της Amazon, το οποίο έκανε πρόσφατα τα πρώτα εμπορικά του βήματα με την εκτόξευση του δικού του δορυφορικού αστερισμού.

Η γεωστρατηγική σημασία των δορυφορικών επικοινωνιών αναδείχθηκε με ιδιαίτερη ένταση μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, όταν το Starlink λειτούργησε ως κρίσιμη υποδομή για τις ουκρανικές δυνάμεις, σε μια περίοδο που τα επίγεια δίκτυα επικοινωνίας είχαν τεθεί εκτός λειτουργίας.

Πιο πρόσφατα, η Ουκρανία φέρεται να ανακατέλαβε περίπου 400 τετραγωνικά χιλιόμετρα εδάφους σε αντεπίθεση στις αρχές του έτους, αφού κατάφερε να θέσει εκτός λειτουργίας χιλιάδες παράνομα ρωσικά τερματικά Starlink.

Ωστόσο, παρά τον ρόλο που έπαιξαν αυτά τα συστήματα στο να αποτραπούν σημαντικά κέρδη της Ρωσίας στην Ουκρανία, οι Ευρωπαίοι έχουν αρχίσει να ανησυχούν για τη στρατηγική εξάρτηση από αμερικανικούς παρόχους που ελέγχουν ένα τόσο κρίσιμο σύστημα επικοινωνιών.

Ως απάντηση, η ΕΕ επιχείρησε να αναπτύξει το δικό της σύστημα ασφαλούς δορυφορικής συνδεσιμότητας, το IRIS2, και τώρα οι Βρυξέλλες φαίνεται να κάνουν ένα ακόμη βήμα με μια απόφαση για την κατανομή ραδιοφάσματος σε ευρωπαϊκό επίπεδο, που θα εμποδίζει το Starlink και το Kuiper να επεκτείνουν περαιτέρω τις υπηρεσίες τους στην Ευρώπη.

«Η δορυφορική συνδεσιμότητα είναι κρίσιμο στοιχείο της τεχνολογικής μας κυριαρχίας, της ασφάλειας και της άμυνάς μας, όπως υπογραμμίζει και το IRIS2», δήλωσε στο Euronews ο Τόμας Ρενιέ, εκπρόσωπος της Επιτροπής για την τεχνολογική κυριαρχία.

«Με το μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό περιβάλλον, η δορυφορική συνδεσιμότητα σε επίπεδο ΕΕ γίνεται συνώνυμη με την ανθεκτικότητα, την ασφάλεια και τις επιχειρησιακές δυνατότητες.»

Απόφαση υπέρ των ευρωπαϊκών παρόχων

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένεται να εγκρίνει σήμερα Τετάρτη απόφαση για την επιλογή παρόχων πανευρωπαϊκών συστημάτων κινητών δορυφορικών υπηρεσιών στη ζώνη συχνοτήτων των 2 GHz, τη μοναδική που είναι εναρμονισμένη σε επίπεδο ΕΕ.

Από το 2009, το συγκεκριμένο φάσμα έχει παραχωρηθεί σε δύο ευρωπαϊκούς παρόχους, τη Viasat και την EchoStar. Μέχρι σήμερα, οι συχνότητες αυτές χρησιμοποιούνται για περιορισμένες εφαρμογές, κυρίως σε περιπτώσεις όπου ένα κινητό τηλέφωνο βρίσκεται εκτός κάλυψης δικτύου, αλλά μπορεί ακόμη να πραγματοποιήσει κλήση προς υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης.

Με δεδομένη την πρόοδο της τεχνολογίας, η Κομισιόν εξετάζει πλέον τη διεύρυνση της χρήσης των συχνοτήτων για τις λεγόμενες επικοινωνίες direct-to-device, οι οποίες επιτρέπουν σε smartphones και άλλες συσκευές να συνδέονται απευθείας με δορυφόρους.

Μια τέτοια εξέλιξη, ωστόσο, θα άνοιγε τον δρόμο σε εταιρείες όπως η SpaceX και η Amazon να ανταγωνιστούν ευθέως τους ευρωπαϊκούς τηλεπικοινωνιακούς ομίλους, προσφέροντας δορυφορική συνδεσιμότητα χωρίς την ανάγκη εκτεταμένων επίγειων υποδομών.

Η επικείμενη απόφαση εκτιμάται ότι θα ευνοήσει τους ευρωπαϊκούς δορυφορικούς παρόχους, με τους οποίους οι τηλεπικοινωνιακές εταιρείες της Ευρώπης εμφανίζονται πιο πρόθυμες να συνεργαστούν, καθώς δεν τους θεωρούν άμεση απειλή για το επιχειρηματικό τους μοντέλο.

Η κίνηση αυτή έρχεται μία εβδομάδα πριν από την παρουσίαση του πακέτου για την Τεχνολογική Κυριαρχία, μιας πρωτοβουλίας με στόχο τη μείωση της στρατηγικής εξάρτησης της ΕΕ από ξένους τεχνολογικούς παρόχους.

Οι αντιδράσεις από την κυβέρνηση Τραμπ

Το μεγάλο ερώτημα είναι αν η απόφαση της Κομισιόν θα προκαλέσει την αντίδραση της αμερικανικής κυβέρνησης. Από την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, η Ουάσινγκτον εμφανίζεται αποφασισμένη να υπερασπιστεί τα συμφέροντα των αμερικανικών επιχειρήσεων στο εξωτερικό, συμπεριλαμβανομένης της Ευρώπης.

Στο Mobile World Congress τον Μάρτιο, ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Επικοινωνιών των ΗΠΑ, Μπρένταν Καρ, είχε προειδοποιήσει την ΕΕ να μην προχωρήσει σε κατανομή δορυφορικού φάσματος που θα ευνοεί ευρωπαϊκούς παρόχους.

Όπως είχε δηλώσει, η Ευρώπη διαθέτει δικούς της «εθνικούς πρωταθλητές» στις δορυφορικές υπηρεσίες με σημαντική παρουσία στις ΗΠΑ, προσθέτοντας ότι η μέχρι σήμερα αμοιβαία, δίκαιη μεταχείριση έχει ωφελήσει και τις δύο πλευρές. Προειδοποίησε, μάλιστα, ότι αν η Ευρώπη ακολουθήσει πολιτική «δορυφορικής κυριαρχίας» αποκλείοντας παρόχους εκτός ηπείρου, οι ΗΠΑ θα πρέπει να λάβουν υπόψη τους το ζήτημα της αμοιβαιότητας.

Παρά τις πιθανές εντάσεις, η Κομισιόν θεωρεί ότι το δυσκολότερο σενάριο έχει ήδη αποφευχθεί, καθώς την περασμένη εβδομάδα οι Ευρωπαίοι νομοθέτες κατάφεραν να καταλήξουν σε πολιτική συμφωνία για την αμφιλεγόμενη εμπορική συμφωνία ΕΕ-ΗΠΑ.

Εμπορικά και αμυντικά συμφέροντα

Η ζώνη των 2 GHz αναδεικνύει και μια δεύτερη, εξίσου κρίσιμη σύγκρουση: εκείνη ανάμεσα στα εμπορικά συμφέροντα και τις αμυντικές ανάγκες. Ο αμυντικός τομέας επιδιώκει σταθερά να εξασφαλίζει διαθέσιμο φάσμα για δική του χρήση, την ώρα που οι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι διεκδικούν χώρο για νέες υπηρεσίες συνδεσιμότητας.

Στο εσωτερικό της Επιτροπής, η ένταση αυτή αποτυπώνεται στη διαφορετική προσέγγιση της επιτρόπου Ψηφιακής Πολιτικής, Χένα Βίρκουνεν, η οποία εμφανίζεται πιο κοντά στις προτεραιότητες των τηλεπικοινωνιακών παρόχων, και του επιτρόπου Άμυνας, Άντριους Κουμπίλιους.

Ο Κουμπίλιους, σε συνέντευξή του στους Financial Times την περασμένη εβδομάδα, υποστήριξε ότι το ευρωπαϊκό δορυφορικό πρόγραμμα IRIS2 θα πρέπει να εξασφαλίσει μέρος των διαθέσιμων συχνοτήτων, θέση που δεν φαίνεται να υιοθετείται απαραίτητα από το σύνολο της Επιτροπής.

Το φάσμα παραμένει περιορισμένος πόρος και η κατανομή του απαιτεί λεπτές ισορροπίες ανάμεσα σε ανταγωνιστικές προτεραιότητες. Καθώς η ΕΕ επιχειρεί να ενισχύσει τις δικές της τεχνολογικές υποδομές, καλείται να κινηθεί ανάμεσα στην ανάγκη τεχνολογικής αυτονομίας, την αποφυγή σύγκρουσης με την Ουάσιγκτον και τη διασφάλιση επαρκούς χώρου για αμυντικές εφαρμογές.