Στα λίγα επόμενα χρόνια η τεχνητή νοημοσύνη θα εκτοπίσει σημαντικό ποσοστό των υψηλόμισθων εργαζομένων της οικονομίας της γνώσης παγκοσμίως. Η συνολική ζήτηση θα υποχωρήσει, ενώ οι εισροές στους συνταξιοδοτικούς επενδυτικούς λογαριασμούς θα μετατραπούν σε καθαρές εκροές: οι εργαζόμενοι δεν θα σταματήσουν απλώς να καταβάλλουν εισφορές, αλλά θα αναγκαστούν να αποσύρουν κεφάλαια, υπογραμμίζει σε άρθρο του στον Economist ο Κάρσον Μπλοκ, ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της Muddy Waters Research, με εξειδίκευση στο short-selling.
Οι εκροές θα προέλθουν κυρίως από παθητικά επενδυτικά κεφάλαια, ιδιαίτερα όσα παρακολουθούν τον δείκτη S&P 500. Παρότι οι εξαγορές μεριδίων οδηγούν σε πωλήσεις όλων των μετοχών του δείκτη αναλογικά με τη στάθμισή τους, η επίδραση στις τιμές δεν θα είναι ομοιόμορφη. Οι τεχνολογικοί «γίγαντες» της τεχνητής νοημοσύνης –όπως η Nvidia, η Microsoft και η Amazon–, που οδήγησαν τον δείκτη σε υψηλότερα επίπεδα, είναι επίσης οι εταιρείες των οποίων οι αποτιμήσεις εξαρτώνται περισσότερο από τις μηχανικές εισροές κεφαλαίων στα παθητικά επενδυτικά προϊόντα. Το ειρωνικό αποτέλεσμα είναι ότι οι ίδιες οι εταιρείες που τροφοδοτούν την επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης είναι πιθανό να υποστούν τις μεγαλύτερες πτώσεις στις τιμές των μετοχών τους.
Η τεχνητή νοημοσύνη βρίσκεται σε σημείο καμπής, καθώς τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα βελτιώνονται με μη γραμμικό ρυθμό, ο οποίος σύντομα θα γίνει εκθετικός, επειδή πλέον τα ίδια γράφουν τον κώδικα των διαδόχων τους, σημειώνει ο Μπλοκ.
Οι πιο εξελιγμένοι χρήστες της τεχνητής νοημοσύνης βρίσκονται στις εταιρείες τεχνολογίας. Χρησιμοποιώντας τη σημερινή γενιά μοντέλων, σε πολλές περιπτώσεις έχουν ήδη συρρικνώσει ομάδες έξι ή περισσότερων εργαζομένων σε έναν μόνο άνθρωπο. Είναι εύλογο να πιστεύει κανείς ότι μέσα στα επόμενα τρία έως τέσσερα χρόνια η τεχνητή νοημοσύνη θα έχει αντικαταστήσει το 15% των θέσεων εργασίας στην ευρύτερη οικονομία της γνώσης στις ΗΠΑ.
Τα δύο βασικά αντεπιχειρήματα είναι το «παράδοξο του Τζέβονς» – η ιστορική εμπειρία ότι οι τεχνολογίες που αυξάνουν την αποδοτικότητα αυξάνουν ταυτόχρονα και τη ζήτηση, δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας που αντισταθμίζουν τις απώλειες – καθώς και ο σκεπτικισμός σχετικά με την ταχύτητα υιοθέτησης της τεχνητής νοημοσύνης. Και τα δύο, κατά τον συντάκτη, θα αποδειχθούν λανθασμένα.
Η ικανότητα της ανθρωπότητας να καινοτομεί ξεπερνά σαφώς την ικανότητά της να προσαρμόζεται στις ίδιες της τις καινοτομίες. Τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης διπλασιάζουν τη δύναμή τους κάθε έξι μήνες περίπου. Αυτό σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι που θα καταστούν περιττοί δεν θα προλάβουν να αποκτήσουν τις δεξιότητες που απαιτούνται ώστε να χρησιμοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη ως εργαλείο αντί να την ανταγωνίζονται.
Ακόμη κι αν η ζήτηση για προϊόντα και υπηρεσίες αυξηθεί λόγω μείωσης του κόστους και των τιμών, πολλοί από τους εργαζομένους που θα εκτοπιστούν θα παραμείνουν ξεπερασμένοι, ενώ κάθε νέα γενιά μοντέλων θα καθιστά περιττούς ακόμη περισσότερους. Η τεχνητή νοημοσύνη θα αλλάξει τόσο ριζικά τη δομή του κόστους και της τιμολόγησης των επιχειρήσεων, ώστε η αδυναμία ταχείας υιοθέτησής της θα αποδειχθεί ζήτημα επιβίωσης για μεγάλο μέρος της οικονομίας, υποστηρίζει ο Μπλοκ.
Η απώλεια θέσεων εργασίας θα πλήξει δυσανάλογα τους μορφωμένους και καλά αμειβόμενους εργαζομένους, των οποίων οι συνταξιοδοτικές εισφορές αποτελούν βασικό στήριγμα των αμερικανικών χρηματιστηρίων. Ο Μάικλ Γκριν της Simplify Asset Management έχει καταδείξει ότι η παθητική επένδυση έχει δημιουργήσει «δυσλειτουργικές» αγορές μετοχών, οι οποίες κινούνται σε επίπεδο δείκτη κυρίως από τις εισροές στους συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς. Η έρευνά του, όπως και άλλων αναλυτών, δείχνει ότι οι καθαρές εισροές ή εκροές ενός μόνο δολαρίου μπορούν να έχουν πολλαπλάσια επίδραση στις τιμές των μετοχών, ενδεχομένως ακόμη και 75 έως 100 φορές μεγαλύτερη για τις μεγαλύτερες εταιρείες.
Ο δείκτης S&P 500 έχει μετατραπεί σε δείκτη που δημιουργεί μόνος του τη δυναμική ανόδου για τις μεγαλύτερες εταιρείες που περιλαμβάνει. Επειδή οι δέκα μεγαλύτερες εταιρείες αντιπροσωπεύουν πλέον πρωτοφανές ποσοστό της συνολικής χρηματιστηριακής αξίας, ο δείκτης δεν αποτελεί πλέον ένα διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο αλλά μια συγκεντρωμένη παγίδα μεταβλητότητας, επισημαίνει ο Εconomist.
Όταν η επαγγελματική μεσαία και ανώτερη τάξη αρχίσει να αποσύρει χρήματα από τους λογαριασμούς της για να εξυπηρετήσει στεγαστικά δάνεια και άλλες υποχρεώσεις, ο αντίκτυπος στις αγορές θα είναι ξαφνικός και βίαιος, καθώς τα παθητικά κεφάλαια θα αναγκάζονται να πουλούν ολόκληρο τον δείκτη για να καλύψουν τις απαιτήσεις εξαγοράς των εκτοπισμένων εργαζομένων.
Κατά ειρωνικό τρόπο, οι εταιρείες με τους υψηλότερους πολλαπλασιαστές αποτίμησης – και συνεπώς τον μεγαλύτερο κίνδυνο από τις καθαρές εκροές κεφαλαίων – είναι σε μεγάλο βαθμό εκείνες που αποτελούν τη βάση του οικοσυστήματος της τεχνητής νοημοσύνης. Όταν εξελιχθεί το σενάριο της μαζικής αντικατάστασης της εργασίας, οι μετοχές αυτών των νέων πρωταγωνιστών θα δεχτούν και το ισχυρότερο πλήγμα.
Η επακόλουθη κατάρρευση των τιμών των μετοχών, ιδιαίτερα αν συνδυαστεί με τη μείωση της συνολικής ζήτησης, θα είναι από μόνη της αρκετή για να προκαλέσει χρηματοπιστωτική κρίση αντίστοιχη ή και μεγαλύτερη από εκείνη της περιόδου 2007-2009. Προβλήματα στην αγορά ιδιωτικής πίστωσης και στους ισολογισμούς των ασφαλιστικών εταιρειών ενδέχεται να επιδεινώσουν περαιτέρω την κατάσταση. Η παγκόσμια μείωση της ρευστότητας θα επηρεάσει όλες τις κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων, ενώ οι αποπληθωριστικές πιέσεις θα ενταθούν, τονίζει ο Κάρσον Μπλοκ.
Το καλό είναι ότι η κρίση που ενέσκηψε πριν από σχεδόν είκοσι χρόνια έχει προσφέρει στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής ένα δοκιμασμένο σχέδιο για αποκατάσταση της ρευστότητας και αναζωογόνηση των αγορών. Το κακό είναι ότι η σταθεροποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών θα είναι το εύκολο για τις κυβερνήσεις. Πολύ δυσκολότερο θα αποδειχθεί να διαχειριστούν τη ριζική αναδιοργάνωση της κοινωνίας που θα προκαλέσει ο μαζικός εκτοπισμός ιδιαίτερα παραγωγικών εργαζομένων.
Τελικά, ως ακόμη μια ειρωνεία, η επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης θα οδηγήσει σ’ έναν κόσμο όπου πολλοί καταναλωτές δεν θα διαθέτουν πλέον το εισόδημα για να συμμετέχουν στην ίδια αυτή επανάσταση. Η αναδιαμόρφωση μιας κοινωνίας όπου η οικονομική ανάπτυξη έχει αποσυνδεθεί από την απασχόληση είναι έργο για το οποίο οι σημερινές πολιτικές δομές είναι, στην καλύτερη περίπτωση, απροετοίμαστες.
Δεν θα γίνουμε μάρτυρες μόνο μιας τεράστιας χρηματιστηριακής διόρθωσης, αλλά και του τέλους του υφιστάμενου κοινωνικού συμβολαίου, καταλήγει το άρθρο στον Economist. Όσον αφορά την πολιτική και τη δημόσια διοίκηση, «δεν έχουμε δει τίποτα ακόμη».
