Ο Ντάνιελ ΜακΚίνον, 40 ετών, ανέπτυσσε επί χρόνια συστήματα τεχνητής νοημοσύνης για τη Meta, τη μητρική του Facebook. Στα μέσα του περασμένου Μαΐου έλαβε νωρίς το πρωί ένα ηλεκτρονικό μήνυμα που τον ενημέρωνε ότι η εργασία του δεν χρειάζεται πλέον και ότι οι κάρτες εισόδου του είχαν απενεργοποιηθεί. Ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ απομάκρυνε τότε το 10% του προσωπικού, περίπου 8.000 εργαζόμενους, με το επιχείρημα ότι πρέπει να αντισταθμιστούν οι τεράστιες επενδύσεις σε υπερευφυές λογισμικό και ότι η εταιρεία οφείλει να γίνει «AI-native». Ο ίδιος ο ΜακΚίνον, όπως καταγράφει το γερμανικό περιοδικό «Der Spiegel», περιέγραψε το αποτέλεσμα της δουλειάς του ως «προγραμματισμό» του τέλους της δικής του καριέρας.
Το «Der Spiegel» χτίζει πάνω σε αυτό το περιστατικό ένα αφιέρωμα 10 σελίδων που επιχειρεί να απαντήσει στο ερώτημα για το αν η τεχνητή νοημοσύνη οδηγεί στο τέλος του καπιταλισμού με τη μορφή που τον γνωρίζουμε. Το επίδικο δεν είναι η τεχνολογία καθαυτή, αλλά ο κοινωνικός συμβιβασμός που στηρίζει τις δυτικές δημοκρατίες, δηλαδή η υπόσχεση ότι όποιος αποδίδει ανταμείβεται.
Οι αριθμοί της μετάβασης
Οι προβλέψεις για το τι μέλλει γενέσθαι που συγκεντρώνει το γερμανικό περιοδικό είναι ακραίες, ακόμη και για τα δεδομένα του κλάδου. Ο Ντάριο Αμοντέι, συνιδρυτής της Anthropic, προβλέπει ότι η ανεργία θα φτάσει έως και το 20% μέχρι το 2030. Ο Βινόντ Κόσλα, από τους πρώτους χρηματοδότες της OpenAI, εκτιμά ότι από το 2030 περίπου το 80% των θέσεων εργασίας θα μπορούσε να περάσει σε συστήματα τεχνητής νοημοσύνης. Ο Έλον Μασκ, ο οποίος μετά την εισαγωγή της SpaceX στο χρηματιστήριο υπήρξε για ένα διάστημα ο πρώτος τρισεκατομμυριούχος της ιστορίας, θεωρεί ότι κάθε εργασία είναι δυνατόν να αντικατασταθεί από τις εφαρμογές της ΑΙ.
Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι εκτιμήσεις των μεγάλων θεσμικών οργανισμών. Η Goldman Sachs υπολόγιζε ήδη από το 2023 ότι 300 εκατομμύρια θέσεις πλήρους απασχόλησης είναι δυνατό να καταργηθούν, χάρη στη χρήση των αυτοματισμών. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έθετε το 2024 στο 40% το ποσοστό των θέσεων εργασίας που επηρεάζονται, με το αντίστοιχο μέγεθος για τις βιομηχανικές χώρες να ανεβαίνει στο 60%. Ο Ντέμης Χασάμπης, ιδρυτής και μέχρι πρόσφατα διευθυντής του εργαστηρίου DeepMind της Google, υποστηρίζει ότι η επανάσταση αυτή θα είναι δεκαπλάσια σε μέγεθος και πιθανότατα δεκαπλάσια σε ταχύτητα σε σχέση με τη βιομηχανική.
Η διαφορά με τα προηγούμενα κύματα αυτοματοποίησης σχετίζεται με το ποιος την πληρώνει. Αυτήν τη φορά δεν θα την πληρώσουν οι ανθρακωρύχοι και οι εργάτριες στα εργοστάσια, αλλά η μεσαία τάξη των εργαζομένων στα γραφεία, οι δικηγόροι των μεγάλων νομικών εταιρειών του Μονάχου και του Βερολίνου, οι υπάλληλοι των ασφαλιστικών εταιρειών στο Σίδνεϊ, τα στελέχη της επενδυτικής τραπεζικής της Wall Street, οι διαφημιστές του Λος Άντζελες, οι αρχιτέκτονες, οι εκπαιδευτικοί, οι γιατροί, οι ψυχολόγοι, οι δημοσιογράφοι και οι μηχανικοί. Ενδεικτικό στοιχείο που παραθέτει το «Der Spiegel»: ο αριθμός των επαγγελματιών προγραμματιστών στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι σήμερα χαμηλότερος απ’ ό,τι ήταν το 1980.
Η γενιά που δεν μπορεί να μπει στο σύστημα
Ο Ντέιβιντ Ότορ, οικονομολόγος της αγοράς εργασίας στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ), εξηγεί στο περιοδικό ότι το κρίσιμο μέγεθος είναι η διάρκεια της κάθε εργασίας. Μια εργασία που απαιτεί μία ώρα έχει υψηλή πιθανότητα να εκτελεστεί επιτυχώς από μηχανή, ενώ μια εργασία οκτώ ωρών, δεκαέξι ωρών ή τεσσάρων εβδομάδων δύσκολα, επειδή προϋποθέτει μακρύτερες αλυσίδες αλληλεξαρτώμενων βημάτων που απαιτούν πλαίσιο και κρίση. Το συμπέρασμά του είναι διπλό, υπάρχουν θέσεις όπου η τεχνολογία ενισχύει την ανθρώπινη εξειδίκευση και θέσεις όπου τη μετατρέπει σε ανταλλάξιμο εμπόρευμα.
Τα στοιχεία για τους νέους είναι ήδη μετρήσιμα. Σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου Στάνφορντ που επικαλείται το ρεπορτάζ του Spiegel, η απασχόληση των εργαζόμενων στις πολύ νέες ηλικίες 14 έως 30 ετών σε δραστηριότητες που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη υποχώρησε κατά 16% σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Νέας Υόρκης υπολόγισε ότι η ανεργία των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης το 2025 στις ΗΠΑ ήταν στο 5,7%, όταν ο γενικός μέσος όρος κινείται περίπου στο 4%. Η Ελίζαμπεθ Τατίσεβα, 23 ετών, με σπουδές στην επιστήμη των υπολογιστών και στις νευροεπιστήμες, περιγράφει στο «Der Spiegel» ότι αναζητούσε εντατικά εργασία στον κλάδο της, με στόχο δέκα αιτήσεις την ημέρα και συνολικά περίπου 200 αιτήσεις, που όλες τους ήταν ανεπιτυχείς. Σήμερα εργάζεται σε καφετέρια. Ο Ματίας Άλμπερτ, κοινωνιολόγος στο Πανεπιστήμιο του Μπίλεφελντ και συντάκτης της μελέτης νεολαίας του ιδρύματος Shell, μιλά για «χαμένη γενιά» και προειδοποιεί ότι η έλλειψη σχεδίου μετατρέπεται σε έλλειψη προοπτικής, κάτι που ευνοεί τα πολιτικά άκρα και όχι τα κόμματα του κέντρου.
Συγκέντρωση πλούτου χωρίς προηγούμενο
Το δεύτερο σκέλος του αφιερώματος του Der Spiegel καταγράφει την ταχύτητα με την οποία συσσωρεύεται κεφάλαιο και ερμηνευτική ισχύς σε ελάχιστα χέρια. Η Anthropic αποτιμάται από τα τέλη Μαΐου σε σχεδόν ένα τρισεκατομμύριο δολάρια και είναι η ακριβότερη νεοφυής επιχείρηση στον κόσμο. Η Nvidia δεκαπλασίασε τη χρηματιστηριακή της αξία μέσα σε τέσσερα χρόνια, από λίγο κάτω από 500 δισεκατομμύρια σε πέντε τρισεκατομμύρια δολάρια. Η προσωπική περιουσία του επικεφαλής της, Τζένσεν Χουάνγκ, πλησιάζει τα 180 δισεκατομμύρια δολάρια, του Ζούκερμπεργκ φτάνει τα 204 δισεκατομμύρια, ενώ ο όμιλός του ελέγχει τις οθόνες περίπου 3,6 δισεκατομμυρίων ανθρώπων που χρησιμοποιούν καθημερινά κάποια από τις υπηρεσίες του. Ο Σαμ Άλτμαν διαθέτει 3,3 δισεκατομμύρια δολάρια, όμως το ChatGPT απευθύνεται σε σχεδόν ένα δισεκατομμύριο χρήστες την εβδομάδα, και ο Μασκ προσεγγίζει μέσω της πλατφόρμας X περίπου 560 εκατομμύρια ανθρώπους τον μήνα.
Στη μία άκρη της κλίμακας, το ανώτερο 1% των Αμερικανών κατέχει σχεδόν όσα και το κατώτερο 90% αθροιστικά. Το 1990 υπήρχαν παγκοσμίως, σύμφωνα με το Forbes, 269 δισεκατομμυριούχοι σε δολάρια, με συνολική περιουσία 542 δισεκατομμυρίων. Πέρυσι ο κύκλος των δισεκατομμυριούχων διευρύνθηκε με πάνω από 50 νέα μέλη, μόνο από τον κλάδο της τεχνητής νοημοσύνης. Ο Τομά Πικετί, καθηγητής στην Οικονομική Σχολή του Παρισιού, θεωρεί ότι η τεχνολογία αποτελεί νέο τρόπο συσσώρευσης πλούτου και τη χαρακτηρίζει απόπειρα ιδιοποίησης συλλογικού πλούτου, καθώς οι εταιρείες αξιοποιούν τη γνώση και την εμπειρία τρίτων και επιχειρούν να θεμελιώσουν πάνω τους τίτλο ιδιοκτησίας.
Ένα διάγραμμα του «Der Spiegel», με πηγή την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, συγκρίνει τις ετήσιες επενδύσεις σε πέντε φάσεις ανάπτυξης που κινήθηκαν από καινοτομία: τη σημερινή έξαρση γύρω από την τεχνητή νοημοσύνης από το 2023, τη φούσκα των εταιρειών διαδικτύου στις Ηνωμένες Πολιτείες από το 1995, τους βρετανικούς σιδηροδρόμους από το 1843 και τις αμερικανικές διώρυγες από το 1835.
Το αντίπαλον δέος
Η αντίδραση έχει ήδη μορφή. Στο πάρκο Tompkins Square της Νέας Υόρκης συγκεντρώνονται οι «νεολουδίτες», ονομασία που παραπέμπει στους Άγγλους υφαντουργούς των αρχών του 19ου αιώνα, οι οποίοι κατέστρεφαν μηχανικούς αργαλειούς. Το 2026 έχουν κηρύξει «καλοκαίρι του Λαντ» και έχουν οργανώσει πάνω από 120 εκδηλώσεις, μεταξύ αυτών εργαστήρια δικτύωσης εκτός διαδικτύου και συνέδριο κατά του «τεχνοφασισμού».
Η μεταστροφή αποτυπώνεται και στις μετρήσεις. Ενώ πέρυσι δύο στους τρεις Αμερικανούς τάσσονταν υπέρ της κατασκευής data centers, τον Απρίλιο του 2026 το ποσοστό είχε υποχωρήσει στο 36%, με σχεδόν τα τρία τέταρτα των ερωτηθέντων να μην τα θέλουν στη γειτονιά τους. Τον Απρίλιο η βίλα του Άλτμαν στο Σαν Φρανσίσκο δέχθηκε επίθεση με βόμβα Μολότοφ, χωρίς να τραυματιστεί κανείς. Το περιοδικό Wired αποκάλυψε πάνω από χίλιες σελίδες αδημοσίευτων εκθέσεων υπηρεσιών, μεταξύ των οποίων και μια προειδοποίηση της υπηρεσίας πληροφοριών και αντιτρομοκρατίας της Νέας Υόρκης για ενδεχόμενη χαοτική κατάσταση την επόμενη πενταετία, με πολιτικές ταραχές και βίαιο εξτρεμισμό ενάντια στην τεχνολογία.
Στο πολιτικό πεδίο, ο Ντόναλντ Τραμπ θέσπισε τον Ιούνιο ότι οι προγραμματιστές είναι υποχρεωμένοι να παρέχουν στις αμερικανικές αρχές πρόσβαση σε νέα ισχυρά μοντέλα. Παράλληλα, στελέχη της OpenAI μαζί με τους ιδρυτές της Palantir και τον Μαρκ Άντριεσεν διοχέτευσαν σχεδόν οκτώ εκατομμύρια δολάρια σε επιτροπή πολιτικής δράσης εναντίον του Άλεξ Μπόρες, υποψηφίου των Δημοκρατικών που εισηγήθηκε νομοθεσία για αυστηρότερα πρότυπα ασφάλειας.
Οι προτάσεις και το ερώτημα
Οι λύσεις που προτείνονται, πάντως, από τις διάφορες πλευρές διαφέρουν ριζικά. Ο γερουσιαστής Μπέρνι Σάντερς ζητάει μερική κρατικοποίηση του κεφαλαίου της τεχνητής νοημοσύνης, ο Τραμπ μεταβίβαση μικρών μεριδίων στο αμερικανικό κοινό, ο Άλτμαν φόρο στα ρομπότ, ο Μασκ μια μορφή καθολικού βασικού εισοδήματος. Ο Πικετί και το World Inequality Lab προτείνουν μια υπερπροοδευτική φορολόγηση, με 90% φόρο εισοδήματος και 20% φόρο περιουσίας στην κορυφή, πληρωτέο και σε εταιρικά μερίδια. Κάποιοι άλλοι προκρίνουν το «καθολικό βασικό κεφάλαιο», δηλαδή συμμετοχή όλων στα κέρδη μέσω ταμείου ή υποχρεωτικού αποταμιευτικού σχεδίου, με παραδείγματα το εθνικό ταμείο της Σιγκαπούρης, που αξίζει σήμερα περισσότερο από το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν της, το αυστραλιανό σύστημα Superannuation με εισφορά 12% επί των ακαθάριστων αποδοχών, και τον γερμανικό πυλώνα κεφαλαιακού αποθέματος, που σχεδιάζεται για το 2028 με υποχρεωτική εισφορά 2% του ακαθάριστου μισθού.
Ο ιστορικός Σβεν Μπέκερτ του Χάρβαρντ, ο οποίος δημοσίευσε πέρυσι έργο 1.280 σελίδων για την ιστορία του καπιταλισμού, υπενθυμίζει ότι το οικονομικό αυτό σύστημα αποτελεί ιστορική εξέλιξη και όχι φυσική τάξη, άρα δεν αποτελεί την τελευταία λέξη στην οργάνωση της οικονομικής ζωής. Ο γνωστός Ισραηλινός αναλυτής Γιουβάλ Νόα Χαράρι, σε συνέντευξή του από τη Λισαβόνα, προχωράει περισσότερο. Υποστηρίζει ότι αυτήν τη φορά δεν κατασκευάζονται εργαλεία, αλλά δρώντες, ότι θα επενδυθεί ένα τρισεκατομμύριο δολάρια για τη δημιουργία υπερευφυΐας με μια απόφαση ιδεολογική και σχεδόν θρησκευτική, και ότι η Ευρώπη έχει δύο δρόμους, είτε να γίνει υποτελής των Ηνωμένων Πολιτειών είτε να επενδύσει η ίδια δισεκατομμύρια σε δική της τεχνολογία, με λίγα μόνο χρόνια περιθώριο. Προειδοποιεί επίσης ότι αν εκλείψει η βάση της φορολογίας, η Ευρώπη δεν θα μπορεί να συντηρήσει τα υπάρχοντα κοινωνικά της συστήματα.
Το ρεπορτάζ του Der Spiegel κλείνει με το ερώτημα του Μπέκερτ, αν η δημοκρατία χρειάζεται τον καπιταλισμό, και με την απάντησή του ότι δεν τον χρειάζεται απαραίτητα. Το κρίσιμο, λέει, είναι να γίνει η συζήτηση για το μέλλον της εργασίας και να μην παραχωρηθεί στα κόμματα της Δεξιάς, που υπόσχονται επιστροφή σε ένα χθεσινό ιδεώδες.
