Η φρενίτιδα στην τεχνητή νοημοσύνη ανατρέπει μια πολυετή σταθερά της τεχνολογίας: ηλεκτρονικές συσκευές ολοένα ισχυρότερες και φθηνότερες. Η εκτίναξη της ζήτησης για μικροτσίπ μνήμης αυξάνει το κόστος smartphone, υπολογιστών και κονσολών, προαναγγέλλοντας ακριβότερη τεχνολογία.
Για δεκαετίες, η τεχνολογική πρόοδος λειτουργούσε προς όφελος των καταναλωτών: οι ηλεκτρονικές συσκευές γίνονταν ταυτόχρονα ισχυρότερες, ταχύτερες και φθηνότερες. Η έκρηξη όμως των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη ανατρέπει αυτή την ισορροπία, καθώς η τεράστια ζήτηση για προηγμένα μικροτσίπ περιορίζει την προσφορά εξαρτημάτων που χρησιμοποιούνται και στα καθημερινά ηλεκτρονικά.
Η έλλειψη τσιπ μνήμης πλήττει κατασκευαστές και καταναλωτές, ενώ η δημιουργία νέων εργοστασίων δεν μπορεί να καλύψει άμεσα τη ζήτηση.
Το αποτέλεσμα είναι ήδη ορατό στις τιμές, μεταδίδουν οι Financial Times. Κατασκευαστές και λιανοπωλητές αυξάνουν το κόστος προϊόντων έως και 20%, σύμφωνα με την International Data Corporation, ενώ οι ελλείψεις σε μνήμες και άλλους ημιαγωγούς δημιουργούν πιέσεις σε ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής.
Η AI αλλάζει την αγορά των μικροτσίπ
Στο επίκεντρο της νέας κρίσης βρίσκονται τα μικροτσίπ δυναμικής μνήμης τυχαίας προσπέλασης (DRAM), βασικό εξάρτημα για smartphones, προσωπικούς υπολογιστές και κονσόλες βιντεοπαιχνιδιών. Η ζήτηση από τους hyperscalers – τους τεχνολογικούς κολοσσούς που λειτουργούν τεράστια κέντρα δεδομένων για εφαρμογές AI – έχει προκαλέσει σοβαρές ελλείψεις και απότομη άνοδο του κόστους.
Σύμφωνα με την Counterpoint, οι τιμές των DRAM έχουν πενταπλασιαστεί μέσα σε έναν χρόνο, ενώ οι τιμές των συμβολαίων αυξάνονται κατά 10% έως 20% ανά τρίμηνο. Οι κατασκευαστές ημιαγωγών στρέφουν ολοένα μεγαλύτερο μέρος της παραγωγικής τους δυναμικότητας στις μνήμες υψηλού εύρους ζώνης (HBM), οι οποίες απαιτούνται για τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης, περιορίζοντας την παραγωγή φθηνότερων μικροτσίπ για καταναλωτικές συσκευές.
Η πίεση δεν αφορά μόνο τις μνήμες. GPU και CPU, επίσης κρίσιμα για υπολογιστές και άλλες ηλεκτρονικές συσκευές, βρίσκονται αντιμέτωπα με αυξημένη ζήτηση, καθώς η AI απορροφά ολοένα περισσότερες παραγωγικές δυνατότητες.
Η εξέλιξη αντιστρέφει μια τάση που διαρκεί από τη δεκαετία του 1970. Η πρόοδος των ημιαγωγών και ο Νόμος του Moore – η παρατήρηση ότι ο αριθμός των τρανζίστορ σε ένα μικροτσίπ περίπου διπλασιάζεται κάθε δύο χρόνια – επέτρεψαν τη δημιουργία ολοένα ισχυρότερων υπολογιστών με χαμηλότερο κόστος. Τώρα, η τεράστια επένδυση στην AI δημιουργεί το αντίθετο αποτέλεσμα για τον τελικό καταναλωτή.

Smartphone © UNSPLASH
Smartphone και υπολογιστές περνούν στον καταναλωτή το κόστος
Οι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας έχουν ήδη αρχίσει να μετακυλίουν την αύξηση του κόστους. Η Apple αύξησε τον Ιούνιο τις τιμές ορισμένων φορητών υπολογιστών και tablet έως και κατά 300 δολάρια στα μοντέλα υψηλότερης κατηγορίας. Παράλληλα, προειδοποιεί για ασθενέστερη αύξηση των πωλήσεων, καθώς οι περιορισμοί στην προσφορά μνήμης και άλλων εξαρτημάτων επιβαρύνουν την αγορά.
Αντίστοιχες πιέσεις δέχεται η αγορά των smartphones. Ο MS Hwang της Counterpoint εκτιμά ότι η τιμή της DRAM που χρησιμοποιείται στα κινητά έχει αυξηθεί κατά περίπου 250 δολάρια μέσα σε έναν χρόνο, κόστος που αναμένεται να μετακυλιστεί στους καταναλωτές από το φθινόπωρο.
Οι κατασκευαστές, πάντως, αναζητούν και άλλες λύσεις. Ο Justin Hotard, διευθύνων σύμβουλος της Nokia, δήλωσε στους Financial Times ότι η εταιρεία επανασχεδιάζει ορισμένα προϊόντα ώστε να περιορίσει την ποσότητα μνήμης που απαιτούν. Η έλλειψη επηρεάζει ήδη εξοπλισμό κινητής τηλεφωνίας, ευρυζωνικών δικτύων και δρομολόγησης διαδικτύου, ενώ ο Hotard εκτιμά ότι η κατάσταση θα διαρκέσει έως το επόμενο έτος.

Nintendo Switch © Unsplash
Οι κονσόλες πληρώνουν το τίμημα της AI
Ιδιαίτερα έντονα είναι τα προβλήματα στον κλάδο του gaming. Microsoft, Sony και Nintendo δυσκολεύονται να απορροφήσουν την αύξηση του κόστους, καθώς το hardware των κονσολών πωλείται παραδοσιακά με μικρό περιθώριο ή ακόμη και ζημία, με τις εταιρείες να αποκομίζουν μεγαλύτερα κέρδη από τα παιχνίδια και τις συνδρομητικές υπηρεσίες.
Παρά ταύτα, οι τρεις εταιρείες έχουν αυξήσει τις τιμές ορισμένων κονσολών έως και κατά 150 δολάρια τους τελευταίους μήνες. Η Nintendo ανέφερε τον Μάιο απρόβλεπτο κόστος 100 δισ. γεν, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 30% των ετήσιων λειτουργικών κερδών της, αποδίδοντάς το μεταξύ άλλων στην αύξηση του κόστους των εξαρτημάτων και ιδιαίτερα των μνημών. Η μετοχή της έχει υποχωρήσει περίπου 25% από τις αρχές του έτους.
Η Valve, διαχειρίστρια της πλατφόρμας Steam, επιβράδυνε επίσης την παραγωγή του φορητού Steam Deck και αύξησε τις τιμές, προκειμένου να αντιμετωπίσει την άνοδο του κόστους των μικροτσίπ.
Το πρόβλημα μπορεί να εξελιχθεί σε σημαντικό εμπόδιο για τη ζήτηση. Σύμφωνα με την Ampere Analysis, εάν μια μελλοντική κονσόλα Sony ή Microsoft κυκλοφορήσει στα 1.000 δολάρια ή περισσότερο, έναντι περίπου 700 δολαρίων σήμερα, ο όγκος των πωλήσεων θα μπορούσε να μειωθεί έως και 43% σε ορίζοντα πενταετίας.
Ακριβότερη τεχνολογία για μεγαλύτερο διάστημα
Οι εταιρείες αναζητούν τρόπους να περιορίσουν τις επιπτώσεις, από τη μείωση των προδιαγραφών έως την ανάπτυξη ακριβότερων premium προϊόντων. Ωστόσο, η δεύτερη επιλογή δεν είναι εύκολη για τους λιανοπωλητές που απευθύνονται σε καταναλωτές χαμηλότερου εισοδήματος.
Ιδιαίτερα ευάλωτες είναι οι κινεζικές εταιρείες που βασίζονται στις χαμηλότερες τιμές, όπως Xiaomi, Oppo και Vivo. Όπως επισημαίνει η Counterpoint, οι πελάτες τους δεν έχουν εύκολα τη δυνατότητα να απορροφήσουν νέες αυξήσεις.
Στο μεταξύ, η βιομηχανία ημιαγωγών προσπαθεί να αυξήσει την παραγωγική δυναμικότητα, όμως η δημιουργία νέων εργοστασίων απαιτεί χρόνια. Ο John Neuffer, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Semiconductor Industry Association, προειδοποιεί ότι η προσφορά δεν μπορεί να αυξηθεί άμεσα, καθώς δεν αρκεί μια απλή απόφαση για να ξεκινήσει η παραγωγή νέων μικροτσίπ.

Τσιπ μνήμης © UNSPLASH
Η αγορά έχει ήδη καταγράψει προσπάθειες των καταναλωτών να προλάβουν τις αυξήσεις. Οι όγκοι λιανικών πωλήσεων υπολογιστών και τηλεπικοινωνιακών προϊόντων αυξήθηκαν περίπου 40% στο τρίμηνο έως τον Ιούνιο σε ετήσια βάση, καθώς μέρος των καταναλωτών έσπευσε να αγοράσει πριν από τις ανατιμήσεις.
Η τάση αυτή, όμως, δύσκολα μπορεί να διατηρηθεί. Καθώς οι τιμές ανεβαίνουν, οι καταναλωτές αναμένεται να κρατούν τις υπάρχουσες συσκευές τους για μεγαλύτερο διάστημα και να καθυστερούν τις αναβαθμίσεις.
Η κρίση των μικροτσίπ, επομένως, δεν αποτελεί απλώς μια προσωρινή διαταραχή στην εφοδιαστική αλυσίδα. Συνδέεται με τον ίδιο τον υπερκύκλο της τεχνητής νοημοσύνης, ο οποίος ανακατευθύνει κεφάλαια και παραγωγική δυναμικότητα προς τις ανάγκες των data centers. Και όσο η AI συνεχίζει να επεκτείνεται, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα οι καταναλωτές να πληρώνουν περισσότερο για τις συσκευές που μέχρι σήμερα θεωρούσαν ολοένα φθηνότερες.
