Πώς, μέσω της αυτορρύθμισης, η Ευρώπη κατέληξε υποτελής των ΗΠΑ

Ο δρόμος προς την οικονομική δουλεία και την αμερικανική κυριαρχία

Ντόναλντ Τραμπ - Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν © EPA/Michael Reynolds - EPA/RONALD WITTEK – PowerGame.gr

Δεν πέρασε πολύς καιρός από τότε που τα μπλου τζιν, οι χολιγουντιανές υπερπαραγωγές και τα Big Mac διέσχισαν τον Ατλαντικό τον προηγούμενο αιώνα, μέχρι να γεννηθεί ο φόβος ότι η Ευρώπη θα μπορούσε να υποταχθεί στην αμερικανική επιρροή. Ό,τι κάποτε έμοιαζε ανησυχία για πολιτιστική ηγεμονία έχει πλέον μετατραπεί σε βαθύτερη αγωνία για οικονομική εξάρτηση. Και όχι αδικαιολόγητα: οι νευραλγικοί κόμβοι της σύγχρονης ευρωπαϊκής οικονομίας έχουν, σχεδόν αθόρυβα, περάσει υπό αμερικανική κυριαρχία.

Η Apple και η Google τροφοδοτούν την ψηφιακή καθημερινότητα από το Δουβλίνο έως το Ντουμπρόβνικ. Οι κολοσσοί της Silicon Valley έχουν οικοδομήσει τα ψηφιακά νέφη όπου αποθηκεύονται τα δεδομένα των Ευρωπαίων, ενώ μέσα σε αυτά αναπτύσσονται αμερικανικά μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης που διεισδύουν όλο και βαθύτερα στον παραγωγικό ιστό της ηπείρου. Η Visa και η Mastercard παρεμβάλλονται ακόμη και στις συναλλαγές μεταξύ Ευρωπαίων, ενώ πλέον, ακόμη και η ενεργειακή ανθεκτικότητα της Ευρώπης στηρίζεται στο αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο, που αντικατέστησε την παλαιότερη εξάρτηση από τη ρωσική ενέργεια.

Αυτή η μορφή οικονομικής υποτέλειας, που έρχεται να προστεθεί στην εξάρτηση σε θέματα ασφάλειας, δεν είναι καινούργια. «Γιατί η Ευρώπη δεν μπορεί να φτιάξει τη δική της Google;» είναι από καιρό ένα προβλέψιμο ερώτημα στις συνομιλίες στις Βρυξέλλες που ενέχει μεγάλη δόση απογοήτευσης. Παράλληλα, σε μια εποχή που τέτοιες εμπλοκές μπορούν να εργαλειοποιηθούν—κυρίως από τον Donald Trump και τη φατρία του MAGA στην Αμερική— δημιουργούνται και γεωπολιτικά ερωτήματα. Για παράδειγμα, αν ο κ. Trump θέλει πραγματικά τη Γροιλανδία, θα μπορούσε να απειλήσει να στερήσει από τους Ευρωπαίους τη δυνατότητα να πληρώνουν στα καταστήματα ή να απενεργοποιήσει μαζικά τα iPhone τους; Θα μπορούσε κάποια υποτιθέμενη προσβολή από τον Γερμανό καγκελάριο να οδηγήσει τις μεσαίες επιχειρήσεις (Mittelstand) να στερηθούν τα πρωτοποριακά μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης, παρακωλύοντας έτσι τις προοπτικές τους; Οι πιθανότητες φαίνονται, δυστυχώς, ατελείωτες.

Υπάρχει μια δυσάρεστη αλήθεια για τους ανήσυχους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής στο Παρίσι, το Βερολίνο και αλλού: η εξάρτηση της Ευρώπης από την «America Inc» οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ίδια την Ευρώπη. Δεκαετίες υπερβολικής ρύθμισης της οικονομίας της γηραιάς ηπείρου κατέστησαν τις επιχειρήσεις της ανίκανες να ανταγωνιστούν τις αμερικανικές εταιρείες, οι οποίες συνέχισαν να συντρίβουν τις ευρωπαϊκές ακόμη και στην ίδια τους την έδρα. Ό,τι οι Ευρωπαίοι δεν μπορούσαν να χτίσουν γρήγορα για τον εαυτό τους, λόγω των αμέτρητων κανονισμών, συχνά το εισήγαγαν γρήγορα από το εξωτερικό. Όλοι ανέκαθεν γνώριζαν ότι η υποχρέωση των επιχειρήσεων να περνούν μέσα από ατελείωτες ρυθμιστικές διαδικασίες θα επιβάρυνε τους Ευρωπαίους. Η επίτευξη φιλόδοξων πράσινων στόχων, η προστασία της ιδιωτικότητας, η αποτροπή τραπεζικών κρίσεων και άλλοι αναγκαίοι σκοποί είχαν εξαρχής κόστος. Όμως, αυτό που μόλις πρόσφατα έγινε πλήρως αντιληπτό είναι ο βαθμός στον οποίο αυτή η πραγματικότητα άφησε την Ευρώπη εξαρτημένη από ξένες δυνάμεις — προς το παρόν κυρίως από την Αμερική, αλλά ολοένα περισσότερο και από την Κίνα.

Ο τομέας όπου η εξάρτηση φαίνεται εντονότερη είναι αυτός της τεχνολογίας. Η Ευρώπη έχει ελάχιστες εταιρείες στην πρώτη γραμμή της τεχνητής νοημοσύνης, του διαστήματος ή της υπολογιστικής υψηλών προδιαγραφών (αξιοσημείωτη εξαίρεση αποτελεί η ASML, μια ολλανδική εταιρεία παγκόσμιας ζωτικής σημασίας για την κατασκευή τσιπ). Ακόμη και οι κυβερνήσεις συχνά δεν έχουν άλλη επιλογή από το να χρησιμοποιούν εταιρείες όπως η Microsoft ή η Amazon για υπηρεσίες cloud, η Palantir για την ανάλυση δεδομένων ή η SpaceX για την εκτόξευση στρατιωτικών δορυφόρων. Οι δονκιχωτικές προσπάθειες να απαλλαγεί από τις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας αφθονούν, για παράδειγμα με το να αναγκάζει τους δημόσιους υπαλλήλους να εγκαταλείψουν τα Windows για κάποιο αδέξιο υποκατάστατο. Πολύ συχνά, όμως, οι ευρωπαϊκές εναλλακτικές λύσεις λείπουν ούτως ή άλλως. Αποδεικνύεται ότι το να καυχιέται κανείς για τη ρύθμιση της τεχνητής νοημοσύνης πριν το κοινό κάνει καν την πρώτη του αναζήτηση στο ChatGPT —όπως έκανε η Ευρωπαϊκή Ένωση το 2021— δεν ευνοεί την ανάπτυξη εγχώριων πρωταθλητών στην τεχνητή νοημοσύνη.

Ναι, οι κανόνες της ΕΕ εφαρμόζονταν συχνά και στις αμερικανικές εταιρείες, εφόσον ήθελαν να διαθέτουν τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους στην ευρωπαϊκή αγορά. Στην πράξη, όμως, η ρυθμιστική επιβάρυνση έπληττε περισσότερο τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Το κόστος συμμόρφωσης με περίπλοκους κανόνες, όπως αυτοί για την προστασία δεδομένων, μπορούσε εύκολα να απορροφηθεί από την Google ή την OpenAI, με τους στρατούς στελεχών κανονιστικής συμμόρφωσης που διαθέτουν. Δεν ισχύει το ίδιο για τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές τους, που συνήθως στερούνται κλίμακας — όχι μόνο λόγω μεγέθους, αλλά και επειδή η κατακερματισμένη ενιαία αγορά της ΕΕ δυσκολεύει την ανάπτυξή τους πέρα από τα εθνικά τους σύνορα. Έτσι, η ίδια η ευρωπαϊκή ρύθμιση δημιούργησε εμπόδια εισόδου που συχνά κατέληξαν να προστατεύουν τους αμερικανικούς κολοσσούς.

Η υπονόμευση της ευρωπαϊκής κυριαρχίας είναι επίσης εμφανής στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες που χρειάζονται χρηματοδότηση σε δολάρια έπρεπε από καιρό να εφαρμόζουν τα διατάγματα της Ουάσιγκτον, για παράδειγμα εφαρμόζοντας αμερικανικές κυρώσεις. Όμως, άλλες εξαρτήσεις είναι αυτοεπιβαλλόμενες. Αρκετές χιλιάδες ευρωπαϊκές τράπεζες κατείχαν κάποτε από κοινού ένα πανευρωπαϊκό σύστημα πληρωμών (γνωστό ως «Visa Europe». Το μόνο αμερικανικό στοιχείο του ήταν το όνομα που είχε παραχωρηθεί με άδεια από την παγκόσμια μάρκα). Ωστόσο, οι καλοπροαίρετοι κανονισμοί της ΕΕ που έθεσαν ανώτατο όριο στα κέρδη του τομέα έκαναν την επιχείρηση αυτή μη ελκυστική για τις τράπεζες, οι οποίες τελικά την πούλησαν το 2016 — στους Αμερικανούς της Visa. Έτσι γεννήθηκε μια νέα εξάρτηση.

Ακόμα και λιγότερο εντυπωσιακά τμήματα της οικονομίας έχουν αυτορυθμιστεί, οδηγώντας σε υποταγή στους ξένους. Τη δεκαετία του 1990, η ΕΕ εισήγαγε μόλις το μισό του φυσικού αερίου που κατανάλωνε, χάρη εν μέρει στην εγχώρια παραγωγή σε χώρες όπως η Ολλανδία. Ένα πλέγμα εθνικών και κοινοτικών κανόνων έκανε την εξόρυξη όλο και πιο δύσκολη με αποτέλεσμα πολλές χώρες να έχουν παραιτηθεί. Σήμερα, το 85% του συνολικού φυσικού αερίου που καταναλώνεται είναι εισαγόμενο, με πάνω από το ένα τέταρτο να προέρχεται από την Αμερική. Άλλα νέα βιομηχανικά έργα είναι συχνά αδύνατο να ξεκινήσουν στην Ευρώπη. Η ΕΕ ανησυχεί σήμερα για την πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες, για τις οποίες εξαρτάται κυρίως από την Κίνα. Η Ευρώπη διαθέτει κοιτάσματα, αλλά, σύμφωνα με τους ελεγκτές της ΕΕ, η έκδοση των περιβαλλοντικών και άλλων αδειών για την εξόρυξή τους μπορεί να διαρκέσει έως και 20 χρόνια.

Το ενοχλητικό είναι ότι, αν τους δούμε ξεχωριστά, όλοι οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί είναι αξιέπαινοι. Ναι, η Ευρώπη πρέπει να στοχεύει σε «καθαρές μηδενικές» εκπομπές άνθρακα έως το 2050. Φυσικά, η ρύθμιση της τεχνητής νοημοσύνης είναι λογική, μήπως και τα ρομπότ κάποια μέρα στραφούν εναντίον μας. Οι αυστηροί αντιμονοπωλιακοί κανόνες που επιβάλλει η ΕΕ εξυπηρετούν τα συμφέροντα των καταναλωτών, και ούτω καθεξής. Ωστόσο, συνολικά, το αποτέλεσμα είναι ένα μπερδεμένο γραφειοκρατικό πλέγμα που έχει φέρει την Ευρώπη σε δύσκολη θέση. Βέβαια, στην παρούσα συγκυρία, ήδη γίνονται προσπάθειες να αντιμετωπιστούν ορισμένες από τις πιο δυσάρεστες εξαρτήσεις. Τον επόμενο μήνα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένεται να παρουσιάσει ένα πακέτο «τεχνολογικής κυριαρχίας». Ωστόσο, μένει να φανεί αν η Ευρώπη μπορεί να ξεφύγει από τον παράδοξο ρόλο μιας υπερδύναμης στη θέσπιση κανόνων, αλλά ικέτιδας σε όλα όσα έχουν πραγματικά σημασία.

© 2026 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από το www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com.