Πόσο εκτεθειμένες είναι οι τράπεζες στον γεωπολιτικό κίνδυνο, 7 κλάδοι στο μικροσκόπιο

Κάτω του 1% των συνολικών ανοιγμάτων τους, η άμεση έκθεση των ελληνικών τραπεζών στη Μέση Ανατολή. Σημαντικότερες οι έμμεσες επιπτώσεις της σύρραξης σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, λέει η ΤτΕ

Οι CEO των Alpha Bank Βασίλης Ψάλτης, Τράπεζας Πειραιώς Χρήστος Μεγάλου, Eurobank, Φωκίων Καραβίας και της Εθνικής Τράπεζας Παύλος Μυλωνάς © EUROKINISSI/ΙΝΤΙΜΕ/Powergame.gr

Με αμελητέα έκθεση στις χώρες που βρίσκονται στο επίκεντρο της γεωπολιτικής κρίσης, αλλά έμμεσα εκτεθειμένες στις παρενέργειες της σύρραξης στη Μέση Ανατολή, βρίσκονται οι ελληνικές τράπεζες.

Όπως επισημαίνει η Τράπεζα της Ελλάδος στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας που δημοσίευσε χθες, οι ελληνικές τράπεζες δεν έχουν άμεση μεγάλη έκθεση στις χώρες που βρίσκονται στο επίκεντρο της γεωπολιτικής κρίσης. Η άμεση έκθεση των μεγάλων ελληνικών τραπεζών σε αντισυμβαλλομένους από χώρες της Μέσης Ανατολής είναι περιορισμένη (κάτω του 1% των συνολικών ανοιγμάτων τους), με τις υψηλότερες συγκεντρώσεις να αφορούν την Τουρκία (291,3 εκατ. ευρώ), τη Σαουδική Αραβία (201,7 εκατ. ευρώ) και το Κατάρ (140,6 εκατ. ευρώ), ενώ ένα σημαντικό τμήμα της έκθεσης αυτής αφορά τοποθετήσεις σε ομόλογα.

Την ίδια στιγμή, ωστόσο, δεν μπορούν να αγνοηθούν οι έμμεσες επιπτώσεις της σύρραξης σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, οι οποίες ενδέχεται να είναι σημαντικότερες για τις ελληνικές τράπεζες. Όπως εξηγεί η ΤτΕ, η σημαντική αύξηση του ενεργειακού κόστους, σε συνδυασμό με τη μεγάλη ενεργειακή εξάρτηση των ευρωπαϊκών χωρών, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδος, αναμένεται να επηρεάσει ανοδικά τον πληθωρισμό και πτωτικά τον ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης, ασκώντας πιέσεις στη χρηματοοικονομική κατάσταση επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Στο «μικροσκόπιο» μπαίνουν, ειδικότερα, επτά επιχειρηματικοί κλάδοι στους οποίους οι τράπεζες διοχετεύουν μεγάλο μέρος των χρηματοδοτήσεών τους και παρουσιάζονται πιο εκτεθειμένοι στις τρέχουσες γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.

Οι κλάδοι στο «μικροσκόπιο»

Πρόκειται για κλάδους με υψηλή ενεργειακή ένταση ή με μεγαλύτερη ευπάθεια στις γεωπολιτικές εξελίξεις, όπως οι μεταφορές και η αποθήκευση, η μεταποίηση, η ακτοπλοΐα, η γεωργία, οι κατασκευές και ο τουρισμός. Όπως επισημαίνει η Τράπεζα της Ελλάδος, η παρακολούθηση της εξέλιξης της ποιότητας των ανοιγμάτων των ελληνικών τραπεζών στους εν λόγω κλάδους κρίνεται αναγκαία, προκειμένου να εντοπιστούν έγκαιρα ενδεχόμενες εστίες συγκέντρωσης πιστωτικού κινδύνου ως απόρροια της αναταραχής.

Όπως σημειώνει η ΤτΕ, η άνοδος του κόστους πρώτων υλών, ενέργειας και μεταφορών αυξάνει το συνολικό κόστος παραγωγής, συμπιέζει τα περιθώρια κέρδους για τις επιχειρήσεις και, σε συνδυασμό με τις ελλείψεις στην εφοδιαστική αλυσίδα, δυσχεραίνει τη λειτουργία τους. Ταυτόχρονα, η αυξημένη αβεβαιότητα και το ενδεχόμενο υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης επηρεάζουν το επενδυτικό κλίμα και μπορεί να οδηγήσουν σε αναβολή επιχειρηματικών αποφάσεων. Επίσης, η αύξηση του πληθωρισμού (σ.σ. η ΤτΕ εκτιμά ότι ο πληθωρισμός θα διαμορφωθεί φέτος στο 3,1%) περιορίζει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και επηρεάζει την κατανάλωση. Συνεπώς, παράταση της σύρραξης στη Μέση Ανατολή για μεγάλο χρονικό διάστημα, θα μπορούσε να επηρεάσει δυσμενώς την ποιότητα χαρτοφυλακίου των τραπεζών, αλλά και την υλοποίηση των στόχων τους για την πιστωτική επέκταση. Παράλληλα, θα ενέτεινε τους κινδύνους κυβερνοασφάλειας και το ενδεχόμενο απότομης ανατιμολόγησης των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων διεθνώς.

Σημειώνεται ότι εξαιτίας του πολέμου στη Μέση Ανατολή, η Τράπεζα της Ελλάδος έχει κατεβάσει τον πήχη για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας φέτος, προβλέποντας επιβράδυνση στο 1,9% (από 2,1% προηγούμενη εκτίμηση), έναντι ρυθμού ανάπτυξης στην Ευρωζώνη μειωμένου στο 0,9% από 1,4% το 2025 και με κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού. Την ίδια στιγμή, σε ισχυρή θέση έχει βρει η νέα κρίση και τις ελληνικές τράπεζες. Σύμφωνα με την ΤτΕ, οι προοπτικές του τραπεζικού τομέα παραμένουν θετικές, παρά την αυξημένη αβεβαιότητα, καθώς οι τράπεζες είναι σε πολύ καλύτερη θέση σε σχέση με το παρελθόν να απορροφήσουν ενδεχόμενες διαταραχές. Επιπρόσθετα, λειτουργεί θετικά και η ενίσχυση του ανταγωνισμού στον εγχώριο τραπεζικό τομέα στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης των λιγότερο σημαντικών τραπεζών.