Esmo 2026: Οι υποσχέσεις του εμβολίου της Moderna και οι εξελίξεις στη μάχη του καρκίνου

Οι προσδοκίες για το εμβόλιο της Moderna και οι σημαντικές μελέτες που ανακοινώθηκαν για τον καρκίνο στο Ευρωπαϊκό Ογκολογικό Συνέδριο 2026

Το φετινό συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Ιατρικής Ογκολογίας (ESMO), που πραγματοποιήθηκε πριν από λίγες ημέρες στην Ισπανία, μετέτρεψε τη Μαδρίτη σε παγκόσμιο σημείο συνάντησης χιλιάδων ερευνητών και ογκολόγων, οι οποίοι παρουσίασαν σημαντικές καινοτομίες και ελπιδοφόρες εξελίξεις στη μάχη κατά του καρκίνου.

Ανάμεσα στα ευρήματα που ξεχώρισαν ήταν τα θετικά αποτελέσματα του εξατομικευμένου εμβολίου mRNA της Moderna και της Merck (MSD), το οποίο σε συνδυασμό με την ανοσοθεραπεία Keytruda, πέτυχε μείωση κατά 42% του σχετικού κινδύνου υποτροπής ή θανάτου σε ασθενείς με μελάνωμα. Παράλληλα, σημαντικές εξελίξεις καταγράφηκαν και στην αντιμετώπιση άλλων μορφών καρκίνου, όπως ο επιθετικός μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα, ο καρκίνος του στομάχου, της ουροδόχου κύστης και του ενδομητρίου.

Το μεγάλο παγκόσμιο ραντεβού της ογκολογίας δόθηκε στο εκθεσιακό και συνεδριακό κέντρο IFEMA MADRID, από τις 23 έως τις 27 Οκτωβρίου, συγκεντρώνοντας περισσότερους από 37.000 ερευνητές και ογκολόγους από 174 χώρες, ενώ ιδιαίτερα εντυπωσιακή ήταν και η παρουσία της Ασίας, με την Κίνα και την Ιαπωνία να αναδεικνύονται σε πρωταγωνιστές στην ανάπτυξη νέων αντικαρκινικών θεραπειών.

Το εξατομικευμένο εμβόλιο της Moderna

Το εξατομικευμένο αντικαρκινικό εμβόλιο Intismeran Autogene, που αναπτύσσει η αμερικανική βιοτεχνολογική εταιρεία Moderna σε συνεργασία με τη Merck (MSD), βρέθηκε στο επίκεντρο του φετινού συνεδρίου, καθώς τα αποτελέσματα της κλινικής δοκιμής του κατέγραψαν «παγκόσμια πρωτιά», όπως αναφέρει και ο CEO της εταιρείας  Στεφάν Μπανσέλ, σε συνεντευξή του στη γαλλική Les Echos.

Η επιτυχία του βασίζεται στην τεχνολογία αγγελιαφόρου RNA (mRNA), η οποία έγινε αρχικά ευρέως γνωστή από τα εμβόλια κατά του COVID-19, αλλά και στο γεγονός ότι αναπτύσσεται με βάση τις γενετικές πληροφορίες που λαμβάνονται από τον όγκο κάθε ασθενούς. Σκοπός είναι η ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος, ώστε αυτό να αναγνωρίζει και να επιτίθεται στα καρκινικά κύτταρα, περιορίζοντας κατ’ αυτόν το τρόπο τον κίνδυνο επανεμφάνισης της νόσου. Όπως εξηγεί δημοσίευμα της γαλλικής εφημερίδας Le Monde, η δημιουργία και η δράση του περιλαμβάνει πέντε βασικά στάδια:

  1. Αφαίρεση και ανάλυση του όγκου: Αρχικά, ο όγκος αφαιρείται χειρουργικά, ενώ λαμβάνεται και δείγμα αίματος από τον ασθενή, για τη συλλογή «υγιών» λεμφοκυττάρων.
  2. Σύγκριση του DNA: Τα DNA των δύο δειγμάτων (όγκου και υγιών κυττάρων) συγκρίνονται μέσω υπολογιστή. Ο αλγόριθμος εντοπίζει τις διαφορές μεταξύ των δύο DNA και επιλέγει περίπου τριάντα μεταλλάξεις που αντιστοιχούν σε πρωτεΐνες (νεο-αντιγόνα) που παράγονται από τον όγκο και είναι ξένες προς τον οργανισμό του ασθενούς.
  3. Παραγωγή του mRNA: Με βάση τα νεοαντιγόνα που έχουν επιλεγεί, δημιουργείται ένας κλώνος mRNA, που αντιστοιχεί στα περίπου τριάντα αντιγόνα του όγκου του ασθενούς, ο οποίος στη συνέχεια τοποθετείται μέσα σε ένα λιπιδικό νανοσωματίδιο, ώστε να μπορεί να μεταφερθεί στα κύτταρα του ασθενούς.
  4.  Έγχυση και παραγωγή πρωτεϊνών: Μόλις εισέλθει στα κύτταρα του ασθενούς χάρη στο εμβόλιο, ο κλώνος mRNA κατευθύνει τον κυτταρικό μηχανισμό για την παραγωγή των αντιγόνων του όγκου.
  5. Ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού: Τα αντιγόνα κινητοποιούν τα Τ-λεμφοκύτταρα, τα οποία εκπαιδεύονται να αναγνωρίζουν τα καρκινικά κύτταρα και να επιτίθενται εναντίον τους, με στόχο την καταστροφή τους. Τέλος, επισημαίνει ότι το πλήρες θεραπευτικό πρωτόκολλο περιλαμβάνει 20 συνεδρίες ανοσοθεραπείας και εννέα ενέσεις του εξατομικευμένου εμβολίου.

Καθοριστικό ρόλο στην περαιτέρω ανάπτυξη του εμβολίου διαδραματίζει η τεχνητή νοημοσύνη. Όπως εξηγεί το στέλεχος της εταιρείας, οι ερευνητές αξιοποιούν αλγορίθμους για να αναλύουν δεδομένα από τους 1.100 ασθενείς που συμμετέχουν στην κλινική δοκιμή για το μελάνωμα, προκειμένου να κατανοήσουν γιατί η θεραπεία αποδείχθηκε αποτελεσματική σε ορισμένους ασθενείς και όχι σε άλλους. Στόχος είναι οι αρχικές κλινικές δοκιμές να γίνονται ταχύτερα, μέσα σε έξι έως δώδεκα μήνες, ώστε τα αποτελέσματά τους να ενσωματώνονται γρήγορα στην εξέλιξη της επόμενης θεραπείας.

Την ίδια ώρα, η θετική εικόνα επιβεβαιώθηκε και από τα αποτελέσματα της μεγάλης κλινικής δοκιμής φάσης 3 INTerpath-001, που παρουσιάστηκαν στο ESMO. Ειδικότερα, στην έρευνα συμμετείχαν 1.137 ασθενείς με μελάνωμα, οι οποίοι είχαν ήδη υποβληθεί σε χειρουργική αφαίρεση του όγκου, αλλά εξακολουθούσαν να αντιμετωπίζουν κίνδυνο υποτροπής. Οι ερευνητές συνέκριναν δύο θεραπευτικές προσεγγίσεις: τη χορήγηση του εξατομικευμένου εμβολίου σε συνδυασμό με την ανοσοθεραπεία Keytruda (pembrolizumab) της Merck και τη χορήγηση του ίδιου φαρμάκου μαζί με εικονικό εμβόλιο (placebo).

Τα αποτελέσματα ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικά, καθώς ο συνδυασμός του εμβολίου με το Keytruda μείωσε κατά 42% τον σχετικό κίνδυνο υποτροπής ή θανάτου, σε σύγκριση με τη χορήγηση της ανοσοθεραπείας χωρίς το εμβόλιο. Αποδείχθηκε ακόμη ότι ύστερα από δύο χρόνια έναρξης της θεραπείας, το 82,2% των ασθενών που έλαβαν το εμβόλιο παρέμενε χωρίς υποτροπή, έναντι 70% στην ομάδα σύγκρισης, ενώ και το ποσοστό των ασθενών που παρέμεναν χωρίς απομακρυσμένες μεταστάσεις ή θάνατο έφτασε το 88,5%, έναντι 80,2% αντίστοιχα.

Στο πλαίσιο αυτό, η Moderna σχεδιάζει ήδη τα επόμενα βήματα για την επέκταση της τεχνολογίας και σε άλλες μορφές καρκίνου. Σύμφωνα με τον Στεφάν Μπανσέλ, τα στοιχεία για την αποδότικότητα του εμβολίου στον καρκίνο του νεφρού ενδέχεται να ανακοινωθούν στις αρχές του 2027, ενώ για το καρκίνο της ουροδόχου κύστης και του καρκίνου του πνεύμονα το 2028.  Επιπλέον, η εταιρεία φιλοδοξεί να δοκιμάσει το Intismeran Autogene και στον δύσκολα αντιμετωπίσιμο καρκίνο του παγκρέατος, ενώ αναγνωρίζει ότι δεν θα είναι το ίδιο αποδοτικό σε όλες τις μορφές και τα στάδια του καρκίνου.

Τέλος, ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα αφορά το κόστος και την πρόσβαση των ασθενών στο εμβόλιο. Αν και δεν έχει ανακοινωθεί η τιμή του, η Moderna υποστηρίζει ότι η συνθετική μέθοδος παραγωγής του επιτρέπει ταχύτερη και οικονομικότερη παρασκευή σε σύγκριση με εξατομικευμένες κυτταρικές θεραπείες, όπως οι CAR-T. Η εταιρεία επενδύει ήδη στη βελτίωση της παραγωγικής διαδικασίας, επιδιώκοντας να περιορίσει το κόστος.

Τα υποσχόμενα αποτελέσματα των ADC

Στο συνέδριο παρουσιάστηκαν ακόμη  και οι εξελίξεις γύρω από τα συζεύγματα αντισώματος-φαρμάκου (Antibody-Drug Conjugates – ADC), μια ταχέως αναπτυσσόμενη κατηγορία στοχευμένων αντικαρκινικών θεραπειών που χρησιμοποιούνται ή δοκιμάζονται σε διαφορετικές μορφές καρκίνου, όπως του μαστού, του πνεύμονα, της ουροδόχου κύστης και του στομάχου, που αποτελούν τους πιο συνήθεις τύπους.

Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα της Les Echos, τα συγκεκριμένα ενέσιμα φάρμακα αποτελούνται από ένα αντίσωμα συνδεδεμένο με μια δραστική αντικαρκινική ουσία, συνήθως ένα ισχυρό χημειοθεραπευτικό φάρμακο. Το αντίσωμα αναγνωρίζει συγκεκριμένους στόχους στα καρκινικά κύτταρα και μεταφέρει εκεί το φαρμακευτικό φορτίο, επιτρέποντας πιο στοχευμένη δράση σε σύγκριση με τη συμβατική χημειοθεραπεία.

Οι μεγαλύτερες καινοτομίες στη συγκεκριμένη κατηγορία προέρχονται κυρίως από την Ιαπωνία και ολοένα περισσότερο από την Κίνα, με τις δύο ασιατικές δυνάμεις να πρωταγωνιστούν στην ανάπτυξη των αντικαρκινικών φαρμάκων του μέλλοντος. Ανάμεσα στα σημαντικότερα αποτελέσματα που παρουσιάστηκαν στη Μαδρίτη ήταν εκείνα του Padcev, ενός ADC που αναπτύχθηκε από την ιαπωνική Astellas και την αμερικανική Seagen. Σύμφωνα με τη Les Echos, η θεραπευτική προσέγγιση στην οποία χρησιμοποιήθηκε το συγκεκριμένο φάρμακο πέτυχε μείωση κατά 42% του σχετικού κινδύνου θανάτου σε ασθενείς με καρκίνο της ουροδόχου κύστης που δεν ήταν κατάλληλοι για συμβατική χημειοθεραπεία.

Εξίσου θετικά ήταν και τα αποτελέσματα για τον προχωρημένο καρκίνο του στομάχου, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για παραπάνω από 640.000 θανάτους παγκοσμίως. Το νέο φάρμακο Sone-Ve της AstraZeneca, το οποίο προέρχεται από την κινεζική KYM Biosciences, διπλασίασε τη διάμεση επιβίωση από πέντε σε δέκα μήνες σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία τρίτης γραμμής.

Σημαντική πρόοδος καταγράφηκε και στον καρκίνο του ενδομητρίου, όπου το φάρμακο sacituzumab tirumotecan (SAC-TMT) της Merck/MSD, που αναπτύχθηκε από την κινεζική Kelun, μείωσε κατά 41% τον κίνδυνο εξέλιξης της νόσου ή θανάτου σε ασθενείς που είχαν παρουσιάσει υποτροπή μετά από προηγούμενες θεραπείες.

Παράλληλα, η κλινική δοκιμή φάσης ΙΙΙ TAISHAN-301 παρουσίασε ιδιαίτερα ενθαρρυντικά αποτελέσματα σε 431 ασθενείς με υποτροπιάζοντα ή μεταστατικό καρκίνο του ρινοφάρυγγα. Το νέο ADC tambotatug pelitecan πέτυχε ανταπόκριση στο 50,8% των ασθενών, έναντι 25,8% με τις θεραπείες σύγκρισης, σχεδόν διπλασιάζοντας το ποσοστό ανταπόκρισης σε μια μορφή καρκίνου με περιορισμένες θεραπευτικές επιλογές.

Παρά τις σημαντικές προόδους, οι συγκεκριμένες θεραπείες εξακολουθούν να παρουσιάζουν προκλήσεις, κυρίως ως προς τις ανεπιθύμητες ενέργειες. Όπως σημειώνουν ειδικοί, η τοξικότητα του χημειοθεραπευτικού φορτίου παραμένει ένας από τους βασικούς περιορισμούς τους, καθώς η μεγαλύτερη ακρίβεια στη στόχευση των καρκινικών κυττάρων δεν εξαλείφει πλήρως τον κίνδυνο σοβαρών παρενεργειών.

Η δυναμική των ADC αποτυπώνεται και στις οικονομικές προοπτικές τους. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της εταιρείας αναλύσεων IQVIA, η παγκόσμια αγορά των συγκεκριμένων φαρμάκων, από 11,3 δισ. δολάρια το 2023, αναμένεται να ξεπεράσει τα 24 δισ. δολάρια έως το 2030, ενώ σε ένα πιο αισιόδοξο σενάριο θα μπορούσε να φτάσει ακόμη και τα 57 δισ. δολάρια.

Η ταχεία ανάπτυξή των συγκεκριμένων φαρμάκων. αναδεικνύει και τη μετατόπιση των ισορροπιών στη διεθνή φαρμακοβιομηχανία, καθώς οι μεγάλοι δυτικοί όμιλοι στρέφονται ολοένα περισσότερο σε συνεργασίες με ασιατικές εταιρείες για την ανάπτυξη των αντικαρκινικών θεραπειών επόμενης γενιάς.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συμφωνία της ελβετικής Roche με την κινεζική Hansoh Pharma, η οποία προβλέπει αρχική καταβολή 400 εκατ. δολαρίων για δικαιώματα σε υπό ανάπτυξη αντικαρκινικά φάρμακα ADC. Οι συνολικές πληρωμές θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τα 15 δισ. δολάρια, εφόσον επιτευχθούν συγκεκριμένοι αναπτυξιακοί και εμπορικοί στόχοι.

Καρκίνος του ορθού: Ανοσοθεραπεία δημιουργεί ελπίδες για θεραπεία χωρίς χειρουργείο

Ιδιαίτερα ενθαρρυντικά ήταν και τα αποτελέσματα της κλινικής δοκιμής φάσης ΙΙ AZUR-1 για την αντιμετώπιση του τοπικά προχωρημένου καρκίνου του ορθού. Η ανοσοθεραπεία με το φάρμακο dostarlimab πέτυχε πλήρη κλινική ανταπόκριση, που διατηρήθηκε για τουλάχιστον 12 μήνες, στο 68% των 144 αξιολογήσιμων ασθενών με συγκεκριμένα μοριακά χαρακτηριστικά του όγκου (dMMR/MSI-H). Μάλιστα, το 98% όσων πέτυχαν πλήρη κλινική ανταπόκριση τη διατήρησε για τουλάχιστον έναν χρόνο, ενώ κατά την ενδιάμεση ανάλυση δεν είχαν καταγραφεί υποτροπές.

Τα αποτελέσματα δημιουργούν την προοπτική πολλοί ασθενείς να μπορούν στο μέλλον να αποφύγουν τη χημειοθεραπεία, την ακτινοθεραπεία και τη χειρουργική επέμβαση, διαδικασίες που συχνά συνοδεύονται από σημαντικές παρενέργειες και επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής. Όπως επισήμανε ο καθηγητής David Tougeron, η νέα προσέγγιση θα μπορούσε να αλλάξει ουσιαστικά τον τρόπο αντιμετώπισης της συγκεκριμένης μορφής καρκίνου. Ωστόσο, η περιορισμένη διάρκεια παρακολούθησης των ασθενών και η απουσία ομάδας σύγκρισης καθιστούν απαραίτητη τη συλλογή περισσότερων δεδομένων πριν εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα.

Amgen: Νέα ανοσοθεραπεία παρατείνει κατά οκτώ μήνες την επιβίωση στον καρκίνο του πνεύμονα

Νέες θεραπευτικές δυνατότητες παρουσιάστηκαν και για τον μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα, με τα αποτελέσματα της θεραπευτικής προσέγγισης της αμερικανικής Amgen να συγκεντρώνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία της κλινικής δοκιμής φάσης ΙΙΙ DeLLphi-305, στην οποία συμμετείχαν 563 ασθενείς με μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα εκτεταμένου σταδίου, ο συνδυασμός της ανοσοθεραπείας Imdelltra (tarlatamab) της Amgen με το Imfinzi (durvalumab) της AstraZeneca μείωσε κατά 58% τον σχετικό κίνδυνο θανάτου, σε σύγκριση με τη χορήγηση μόνο του Imfinzi.

Η διάμεση συνολική επιβίωση αυξήθηκε από 12,7 σε 21,1 μήνες, προσφέροντας όφελος 8,4 μηνών. Παράλληλα, έναν χρόνο μετά την έναρξη της θεραπείας συντήρησης, περίπου το 79% των ασθενών που έλαβαν τον συνδυασμό παρέμενε εν ζωή, έναντι 53% όσων έλαβαν μόνο το Imfinzi. Ακόμη πιο εντυπωσιακά ήταν τα αποτελέσματα ως προς τον έλεγχο της νόσου, καθώς η διάμεση επιβίωση χωρίς εξέλιξη του καρκίνου αυξήθηκε από 1,9 σε 7,4 μήνες, ενώ ο σχετικός κίνδυνος εξέλιξης της νόσου ή θανάτου μειώθηκε κατά 66%.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο μικροκυτταρικός καρκίνος αντιπροσωπεύει περίπου το 13% έως 15% των περιπτώσεων καρκίνου του πνεύμονα και χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα επιθετική εξέλιξη και περιορισμένες θεραπευτικές επιλογές. Τα παραπάνω ευρήματα, που δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό New England Journal of Medicine, δημιουργούν προοπτικές σημαντικής αλλαγής στον τρόπο αντιμετώπισης του καρκίνου, ο οποίος είναι υπεύθυνος για σχεδόν 10 εκατομμύρια θανάτους παγκοσμίως.