Σε μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες επιμέρους αγορές τυροκομικών εξελίσσεται το κατσικίσιο τυρί, με τη Βαλμά να ενισχύει αισθητά τη θέση της και να περνά πλέον καθαρά στην πρώτη θέση μεταξύ των επώνυμων παραγωγών. Σημειώνεται ότι το λευκό κατσικίσιο τυρί μπορεί να θεωρηθεί ως «εναλλακτικό» της φέτας, αποτελώντας μία κατηγορία με επιμέρους χαρακτηριστικά και διαρκή ανάπτυξη. Τα στοιχεία που έχει το powergame.gr για τις πρώτες 30 εβδομάδες του 2026, έως τις 26 Ιουλίου, δείχνουν ότι η συνολική αγορά κατσικίσιου τυριού στο οργανωμένο λιανεμπόριο έφτασε τα 14,83 εκατ. ευρώ, από 12,65 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025, καταγράφοντας ανάπτυξη 17,3%.
Η άνοδος δεν προέρχεται μόνο από τις ανατιμήσεις. Ο όγκος πωλήσεων αυξήθηκε κατά 14,5%, στα 1,183 εκατ. κιλά, ενώ η μέση τιμή ανά κιλό ενισχύθηκε κατά 2,4%, στα 12,54 ευρώ. Την ίδια στιγμή, η αγορά δείχνει να περιορίζει την εξάρτησή της από τις προσφορές, καθώς το ποσοστό των πωλήσεων υπό προωθητικές ενέργειες υποχώρησε από 31,5% σε 23,9%.
Η Βαλμά κατέγραψε ανάπτυξη 33%, ξεπερνώντας τα 4 εκατ. ευρώ
Σε αυτό το περιβάλλον, η βιομηχανία της Χαλκιδικής εμφανίζει ρυθμούς ανάπτυξης σχεδόν διπλάσιους από εκείνους της αγοράς. Οι πωλήσεις της Βαλμά στο κατσικίσιο αυξήθηκαν κατά 32,8%, από 3,035 εκατ. ευρώ σε 4,029 εκατ. ευρώ. Ως αποτέλεσμα, το μερίδιό της σε αξία ανέβηκε από 24% σε 27,2%, κερδίζοντας 3,2 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε έναν χρόνο.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι από τη συνολική αύξηση της αγοράς κατά περίπου 2,18 εκατ. ευρώ, σχεδόν 994.000 ευρώ προήλθαν από τη Βαλμά. Αυτό σημαίνει ότι η εταιρεία αντιπροσώπευσε περίπου το 46% της πρόσθετης αξίας που δημιουργήθηκε στην κατηγορία.
Βασικό όχημα αυτής της επίδοσης είναι το Κοφινάκι. Στο χύμα κατσικίσιο, οι πωλήσεις για το Κοφινάκι αυξήθηκαν κατά 35,2%, στα 3,037 εκατ. ευρώ, ανεβάζοντας το μερίδιό του στο 20,5% από 17,8%. Στο συσκευασμένο προϊόν η ανάπτυξη ήταν επίσης ισχυρή, κατά 36,6%, με τις πωλήσεις να φτάνουν τις 505.000 ευρώ.
Υπάρχει, ωστόσο, και μία παράμετρος που αξίζει προσοχής. Στο χύμα Κοφινάκι η προωθητική ένταση ανέβηκε από 32% σε 40,1%, ενώ η τιμή ανά κιλό μειώθηκε κατά 1,6%, στα 11,76 ευρώ, τη στιγμή που η μέση τιμή του χύμα κατσικίσιου αυξήθηκε στα 12,20 ευρώ. Αντίθετα, στο συσκευασμένο Κοφινάκι η ανάπτυξη επιτεύχθηκε με μείωση των προσφορών από 39% σε 28,3%.
Ιδιωτική ετικέτα ο μεγάλος ανταγωνιστής
Η ιδιαιτερότητα της αγοράς είναι ότι απέναντι στη Βαλμά δεν βρίσκεται ένας μεμονωμένος επώνυμος ανταγωνιστής, αλλά κυρίως τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας. Τα private label συγκεντρώνουν πωλήσεις 3,519 εκατ. ευρώ και μερίδιο 23,7%, έναντι 25% ένα χρόνο νωρίτερα. Επομένως, η Βαλμά με 27,2% έχει πλέον περάσει μπροστά από το σύνολο των private label σε αξία.
Στην τρίτη θέση βρίσκεται η κατηγορία των μη κατηγοριοποιημένων παραγωγών, κυρίως με ανώνυμο χύμα προϊόν, με πωλήσεις 1,407 εκατ. ευρώ, ανάπτυξη 30,3% και μερίδιο 9,5%. Ακολουθεί η Optima με την Ήπειρος, η οποία κινήθηκε αντίθετα από την αγορά. Οι πωλήσεις της υποχώρησαν κατά 8,3%, στις 620.000 ευρώ, περιορίζοντας το μερίδιό της από 5,4% σε 4,2%.
Πιο πίσω βρίσκονται αρκετοί μικρότεροι παίκτες. Η Καλανδρίδης είχε πωλήσεις 419.000 ευρώ και μερίδιο 2,8%, ο Αρβανίτης 402.000 ευρώ και 2,7%, ενώ ο Λύκας έφτασε τις 342.000 ευρώ και μερίδιο 2,3%. Ακολουθούν Quality Brands με 305.000 ευρώ, Μήλιος με 272.000 ευρώ και Τσαντήλας με 262.000 ευρώ. Ξεχωρίζει σε ρυθμό ανάπτυξης ο Κλέπκος, με άνοδο 161,8% στα 230.000 ευρώ, αν και το μερίδιό του παραμένει στο 1,6%.
Το χύμα τυρί οδηγεί την ανάπτυξη
Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι το 2026 η ανάπτυξη έχει επιστρέψει δυναμικά στο χύμα κατσικίσιο. Η αξία του συγκεκριμένου τμήματος της αγοράς έφτασε τα 10,97 εκατ. ευρώ, αυξημένη κατά 20,2%, έναντι αύξησης 9,6% του συσκευασμένου, που διαμορφώθηκε στα 3,86 εκατ. ευρώ. Το χύμα αντιπροσωπεύει πλέον το 74% της αξίας και το 76% του όγκου της κατηγορίας και παρήγαγε περίπου το 84% της συνολικής ανάπτυξης.
Για τη Βαλμά, πάντως, η μάχη δεν περιορίζεται πλέον στη Βόρεια Ελλάδα. Στη Θεσσαλονίκη οι πωλήσεις της φτάνουν τα 1,924 εκατ. ευρώ και το μερίδιό της το εντυπωσιακό 43,2%, ενώ σε Μακεδονία και Θράκη βρίσκεται στο 24%. Στην Αττική οι πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 50%, με το μερίδιο να φτάνει το 14%, ενώ στην Κεντρική Ελλάδα η ανάπτυξη ήταν 40,8% και το μερίδιο 25,8%.
Ακόμη μεγαλύτεροι ποσοστιαίοι ρυθμοί καταγράφονται σε αγορές όπου η παρουσία της ήταν έως πρόσφατα περιορισμένη. Στην Πελοπόννησο οι πωλήσεις της αυξήθηκαν κατά 114,5%, στα Νησιά κατά 217,9%, ενώ στην Κρήτη η εταιρεία αποκτά για πρώτη φορά ουσιαστικό αποτύπωμα.
Η εικόνα που προκύπτει είναι μιας αγοράς περίπου 15 εκατ. ευρώ που αναπτύσσεται με διψήφιο ρυθμό και στην οποία η Βαλμά έχει αποκτήσει σαφές προβάδισμα. Η επόμενη πρόκληση για τη βιομηχανία της Χαλκιδικής είναι εάν θα μπορέσει να διατηρήσει αυτούς τους ρυθμούς, περιορίζοντας ταυτόχρονα την υψηλή προωθητική ένταση στο χύμα προϊόν, σε μία κατηγορία όπου τα private label παραμένουν εξαιρετικά ισχυρά και αρκετοί μικρότεροι παραγωγοί διεκδικούν κομμάτι από την πίτα της αγοράς.
