Η Γερμανία άντλησε 4 δισ. ευρώ μέσω ομολόγων που λήγουν τον Αύγουστο του 2056, πληρώνοντας απόδοση 3,783%, σε μία από τις σημαντικότερες ενδείξεις ότι το κόστος δανεισμού των ισχυρότερων ευρωπαϊκών οικονομιών έχει πλέον αυξηθεί σημαντικά.
Η έκδοση πραγματοποιήθηκε μέσω κοινοπραξίας τραπεζών και το βιβλίο προσφορών συγκέντρωσε εγγραφές άνω των 38 δισ. ευρώ, περίπου στα ίδια επίπεδα με πρόσφατες αντίστοιχες εκδόσεις.
Παρά την ισχυρή ζήτηση, η απόδοση που χρειάστηκε να προσφέρει η Γερμανία ήταν ιδιαίτερα υψηλή για τα δικά της δεδομένα.
Μόλις τον περασμένο μήνα, μια μικρότερη ποσότητα 30ετών γερμανικών ομολόγων είχε διατεθεί σε δημοπρασία με απόδοση 3,64%, το υψηλότερο επίπεδο για συμβατική έκδοση αυτού του τύπου από το 2011.

Ομόλογα που θυμίζουν περίοδο κρίσης ευρωζώνης
Έκτοτε, όμως, οι διεθνείς αγορές κρατικού χρέους έχουν υποχωρήσει περαιτέρω και οι αποδόσεις των γερμανικών τίτλων έχουν φτάσει σε επίπεδα που παραπέμπουν στην περίοδο της κρίσης χρέους της ευρωζώνης.
Η εξέλιξη δεν αφορά μόνο τη Γερμανία. Οι αγορές ομολόγων διεθνώς δέχονται πιέσεις καθώς οι κυβερνήσεις αυξάνουν τις δαπάνες τους, ενώ οι πληθωριστικές πιέσεις παραμένουν ισχυρές μετά το φετινό σοκ στις τιμές του πετρελαίου.
Την περασμένη εβδομάδα, οι ΗΠΑ πούλησαν 30ετή κρατικά ομόλογα με το υψηλότερο επιτόκιο εδώ και 25 χρόνια, ενώ για το 10ετές αμερικανικό ομόλογο χρειάστηκε να καταβάλουν το υψηλότερο κόστος από το 2007.
Στη Γερμανία, οι επενδυτές ζητούν πλέον μεγαλύτερη απόδοση για να αναλάβουν τον κίνδυνο μακροχρόνιας τοποθέτησης, καθώς οι ανάγκες χρηματοδότησης του κράτους αυξάνονται απότομα.
Σύμφωνα με τον στρατηγικό αναλυτή επιτοκίων της Commerzbank Χάουκε Ζίμσεν, το προσχέδιο του γερμανικού προϋπολογισμού προβλέπει καθαρές χρηματοδοτικές ανάγκες 204 δισ. ευρώ για το 2027.
163 δισ. ευρώ για γερμανικά ομόλογα το 2027
Η καθαρή έκδοση γερμανικών ομολόγων αναμένεται να φτάσει σε επίπεδο-ρεκόρ, περίπου στα 163 δισ. ευρώ το 2027, από περίπου 137 δισ. ευρώ φέτος. Η συνολική έκδοση χρέους εκτιμάται ότι θα ανέλθει σε περίπου 400 δισ. ευρώ, επίσης σε ιστορικό υψηλό.
Η αύξηση του δανεισμού συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την ενίσχυση των κρατικών δαπανών για την άμυνα και τις υποδομές. Παράλληλα, η Γερμανία θα πρέπει το 2027 να αποπληρώσει ομόλογα ύψους 238 δισ. ευρώ.
Ωστόσο, ολόκληρο το ποσό των αναγκών χρηματοδότησης δεν θα καλυφθεί απαραίτητα από νέες εκδόσεις ομολόγων. Το Βερολίνο μπορεί να αξιοποιήσει βραχυπρόθεσμα έντοκα γραμμάτια, τα ταμειακά του διαθέσιμα, πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων, καθώς και πληρωμές από την κρατική αναπτυξιακή τράπεζα Kreditanstalt für Wiederaufbau.
Η συγκεκριμένη έκδοση αποτελεί επανέκδοση τίτλων που είχαν διατεθεί αρχικά τον Μάρτιο του 2025. Τότε η Γερμανία είχε αντλήσει 6 δισ. ευρώ και είχε συγκεντρώσει προσφορές 36 δισ. ευρώ. Αντίστοιχη αύξηση της έκδοσης τον Μάιο, όταν οι αποδόσεις βρίσκονταν λίγο κάτω από το υψηλό 15ετίας, είχε προσελκύσει και πάλι ζήτηση 36 δισ. ευρώ.
Κοινοπρακτική έκδοση και όχι απλή δημοπρασία
Η επιλογή της κοινοπρακτικής έκδοσης έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Συνήθως οι κοινοπρακτικές εκδόσεις κοστίζουν περισσότερο από τις απλές δημοπρασίες, επιτρέπουν όμως στις κυβερνήσεις να αντλούν μεγάλα ποσά γρήγορα και να διευρύνουν τη βάση των επενδυτών τους.
Στην έκδοση συμμετείχαν ως ανάδοχοι οι Barclays, BNP Paribas, Citigroup, Deutsche Bank, JPMorgan Chase και NatWest Markets.
Το γεγονός ότι η Γερμανία ήταν η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που επέστρεψε φέτος στην αγορά μέσω κοινοπρακτικής έκδοσης είναι επίσης ασυνήθιστο. Από το 2015, τον ρόλο αυτό αναλάμβανε συνήθως η Φινλανδία μετά την καλοκαιρινή περίοδο.
Πίεση και στη βρετανική αγορά ομολόγων
Η πίεση δεν περιορίστηκε πάντως στη γερμανική αγορά. Την ίδια ημέρα, το βρετανικό Debt Management Office άντλησε 4 δισ. λίρες μέσω 10ετών ομολόγων, με μέση απόδοση 5,155%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2007 και ίδιο με το προηγούμενο υψηλό που είχε καταγραφεί σε αντίστοιχη έκδοση τρεις μήνες νωρίτερα.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας ευρύτερης αλλαγής στις αγορές κρατικού χρέους. Οι κυβερνήσεις χρειάζονται ολοένα περισσότερα κεφάλαια για να χρηματοδοτήσουν άμυνα, υποδομές και άλλες δαπάνες, την ώρα που οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις για να δεσμεύσουν τα χρήματά τους για δεκαετίες.
Για τη Γερμανία, που επί χρόνια θεωρούνταν το ασφαλές καταφύγιο της ευρωπαϊκής αγοράς ομολόγων, η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.
