Νέο κύμα ισχυρών πιέσεων σαρώνει τις διεθνείς αγορές ομολόγων, ανεβάζοντας το μακροπρόθεσμο κόστος δανεισμού σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν εδώ και δεκαετίες. Η άνοδος των αποδόσεων έχει πλέον λάβει παγκόσμιες διαστάσεις, επηρεάζοντας αγορές από τη Γερμανία και τη Γαλλία έως τη Βρετανία και την Ιαπωνία, καθώς οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις για να τοποθετήσουν κεφάλαια σε μακροπρόθεσμους τίτλους.
Στο επίκεντρο βρίσκονται οι αυξημένες κρατικές δαπάνες, τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα, οι επίμονες πληθωριστικές πιέσεις και οι τεράστιες ανάγκες χρηματοδότησης για επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη. Στο ήδη δύσκολο περιβάλλον προστίθεται η νέα άνοδος του πετρελαίου, με το μπρεντ να κινείται πάνω από τα 91 δολάρια το βαρέλι, καθώς η ένταση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν επαναφέρει τις ανησυχίες για τις ενεργειακές προμήθειες και το Στενό του Ορμούζ.
Σύμφωνα με το Bloomberg, η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου ανέβηκε την Τρίτη έως το 5,32%, στο υψηλότερο επίπεδο από τα μέσα του 2007. Από τα τέλη Ιουνίου έχει ενισχυθεί σχεδόν κατά 40 μονάδες βάσης, μια κίνηση που αποτυπώνει την αυξανόμενη επιφυλακτικότητα των επενδυτών απέναντι στον μακροπρόθεσμο αμερικανικό δανεισμό.
Η άνοδος των αποδόσεων έχει πλέον παγκόσμιες διαστάσεις. Στη Γαλλία, το μακροπρόθεσμο κόστος δανεισμού έχει φθάσει στα υψηλότερα επίπεδα από το 2008, ενώ στη Γερμανία οι αντίστοιχες αποδόσεις κινούνται σε επίπεδα του 2011. Στη Βρετανία, οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων κρατικών τίτλων πλησιάζουν το 6%, ενώ στην Ιαπωνία βρίσκονται κοντά σε ιστορικά υψηλά.
Σύμφωνα με το CNBC, η απόδοση του 20ετούς αμερικανικού ομολόγου κινήθηκε σε υψηλό από το 2006, ενώ το 10ετές κρατικό ομόλογο της Ιαπωνίας ανέβηκε στο 2,954%, σε υψηλό 40 ετών. Αντίστοιχες ανοδικές κινήσεις καταγράφονται σε Βρετανία, Ιταλία, Ελβετία και Καναδά, επιβεβαιώνοντας τον παγκόσμιο χαρακτήρα του sell off. Η Deutsche Bank σημειώνει ότι οι επενδυτές τιμολογούν πλέον πιο παρατεταμένο κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ και, κατά συνέπεια, μεγαλύτερη διάρκεια στις υψηλές τιμές του πετρελαίου.
Ακριβότερο χρήμα για κυβερνήσεις και επιχειρήσεις
Η σημασία της ανόδου των μακροπρόθεσμων αποδόσεων ξεπερνά κατά πολύ την ίδια την αγορά ομολόγων. Όσο αυξάνεται το κόστος με το οποίο δανείζονται τα κράτη, τόσο ακριβότερη γίνεται σταδιακά η χρηματοδότηση και για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Το Bloomberg επισημαίνει ότι η μέση απόδοση ενός αντιπροσωπευτικού χαρτοφυλακίου κρατικών ομολόγων επενδυτικής βαθμίδας έχει ανέβει σχεδόν στο 4,5%, το υψηλότερο επίπεδο στα διαθέσιμα στοιχεία του πρακτορείου από το 2015.
Η νέα πραγματικότητα αποτελεί σημαντική πρόκληση για τις κυβερνήσεις. Για χρόνια μπορούσαν να κλειδώσουν εξαιρετικά χαμηλό κόστος χρηματοδότησης για δεκαετίες. Τώρα αρκετά υπουργεία Οικονομικών στρέφονται περισσότερο σε εκδόσεις μικρότερης διάρκειας, όπου οι αποδόσεις είναι χαμηλότερες, χωρίς ωστόσο να μπορούν να αποφύγουν πλήρως την αυξημένη επιβάρυνση.
Ο Κρις Ίγκο, επικεφαλής επενδύσεων της AXA IM Core στην BNP Paribas Asset Management, σημειώνει ότι είναι δύσκολο να προσδιοριστεί ποιο επίπεδο αποδόσεων θα μπορούσε να επαναφέρει ουσιαστικά το ενδιαφέρον για τα μακροπρόθεσμα ομόλογα. Κατά την εκτίμησή του, μια απότομη επιδείνωση των οικονομικών δεδομένων ή ένα εξωτερικό σοκ θα μπορούσε να αλλάξει τη σημερινή εικόνα.
Το χρέος των ΗΠΑ και ο λογαριασμός των επιτοκ2-ίων
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η αύξηση των αποδόσεων δημιουργεί πρόσθετο πονοκέφαλο για την κυβέρνηση Ντόναλντ Τραμπ, καθώς το υψηλότερο κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το δημοσιονομικό έλλειμμα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το Bloomberg, οι τόκοι επί του αμερικανικού δημόσιου χρέους έχουν φθάσει τα 1,17 τρισ. δολάρια στο τρέχον οικονομικό έτος, σημειώνοντας αύξηση 15%, εν μέρει λόγω της ανόδου των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων.
Το CNBC επισημαίνει ότι οι πιέσεις θα μπορούσαν να συνεχιστούν. Ο τεχνικός αναλυτής της Fundstrat Μαρκ Νιούτον θεωρεί ότι η απόδοση του αμερικανικού 30ετούς θα μπορούσε να κατευθυνθεί προς το 5,60%-5,70%, εφόσον διατηρηθεί η σημερινή τάση.
Η ανοδική κίνηση στις αποδόσεις είναι μάλιστα ιδιαίτερα αξιοσημείωτη επειδή καταγράφεται παρά ορισμένα πιο αδύναμα οικονομικά στοιχεία στις ΗΠΑ. Οι λιανικές πωλήσεις του Ιουλίου ήταν οι χαμηλότερες από τον Μάιο του 2025, ενώ και τα στοιχεία της αγοράς εργασίας έχουν δείξει σημάδια επιβράδυνσης.
Παρόλα αυτά, οι επενδυτές εξακολουθούν να απαιτούν μεγαλύτερη απόδοση για να διακρατήσουν μακροπρόθεσμο αμερικανικό χρέος.
Η AI μπαίνει στην αγορά ομολόγων
Ένας ακόμη παράγοντας που αναδεικνύεται όλο και πιο έντονα είναι η τεράστια ζήτηση κεφαλαίων από τις εταιρείες τεχνολογίας για την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης.
Οι μεγάλοι τεχνολογικοί όμιλοι χρειάζονται δισεκατομμύρια για κέντρα δεδομένων, υπολογιστικές υποδομές και ενεργειακές εγκαταστάσεις. Για να χρηματοδοτήσουν αυτές τις επενδύσεις καταφεύγουν όλο και περισσότερο στις αγορές ομολόγων, εκδίδοντας μεγάλες ποσότητες εταιρικού χρέους και μάλιστα συχνά μεγάλης διάρκειας.
Έτσι, οι εταιρείες τεχνολογίας καταλήγουν να ανταγωνίζονται άμεσα τις κυβερνήσεις για τα ίδια διαθέσιμα επενδυτικά κεφάλαια.
Σύμφωνα με το Bloomberg, η έκδοση εταιρικών ομολόγων στις ΗΠΑ κινείται με ρυθμό ρεκόρ, με σημαντικό μέρος της νέας προσφοράς να συνδέεται με επενδύσεις στην AI. Παράλληλα, οι αμερικανικές εταιρείες αναζητούν κεφάλαια και εκτός ΗΠΑ. Χαρακτηριστική είναι η απόφαση της Alphabet να προχωρήσει στην πρώτη της έκδοση χρέους σε δολάρια Αυστραλίας, ύψους 5 δισ. δολαρίων Αυστραλίας, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 3,6 δισ. δολάρια ΗΠΑ.
Το πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερο καθώς αλλάζει ταυτόχρονα και η βάση των παραδοσιακών αγοραστών. Συνταξιοδοτικά ταμεία, τα οποία επί χρόνια αποτελούσαν σημαντικούς αγοραστές μακροπρόθεσμων κρατικών τίτλων, στρέφονται σταδιακά σε διαφορετικές επενδυτικές στρατηγικές, περιορίζοντας τη σταθερή ζήτηση για ομόλογα μεγάλης διάρκειας.
Η Γερμανία δανείζεται με το ακριβότερο κόστος 15ετίας
Η νέα εποχή ακριβότερου κρατικού δανεισμού αποτυπώνεται έντονα και στη Γερμανία. Σύμφωνα με το Bloomberg, το Βερολίνο προχωρά σε μεγάλη έκδοση μακροπρόθεσμων ομολόγων, με τις αποδόσεις να βρίσκονται κοντά στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων 15 ετών.
Τίτλοι που λήγουν τον Αύγουστο του 2056 προσφέρονται μέσω κοινοπραξίας τραπεζών, ενώ η αντίστοιχη γερμανική έκδοση του 2054 διαπραγματεύεται με απόδοση περίπου 3,77%. Μόλις τον προηγούμενο μήνα η Γερμανία είχε διαθέσει 30ετές χρέος με απόδοση 3,64%, την υψηλότερη για αντίστοιχη συμβατική έκδοση από το 2011.
Οι ανάγκες χρηματοδότησης πρόκειται μάλιστα να αυξηθούν περαιτέρω. Η Commerzbank εκτιμά ότι το 2027 οι καθαρές χρηματοδοτικές ανάγκες της Γερμανίας μπορεί να φθάσουν τα 204 δισ. ευρώ.
Οι καθαρές εκδόσεις ομολόγων υπολογίζεται ότι θα ανέλθουν σε ιστορικό υψηλό 163 δισ. ευρώ, από περίπου 137 δισ. ευρώ το 2026, ενώ οι συνολικές εκδόσεις θα μπορούσαν να πλησιάσουν τα 400 δισ. ευρώ.
Η αύξηση αυτή συνδέεται κυρίως με τις μεγαλύτερες δαπάνες για άμυνα και υποδομές, αλλά και με λήξεις χρέους συνολικού ύψους 238 δισ. ευρώ.
Το πετρέλαιο προσθέτει νέα πίεση
Στο δημοσιονομικό και χρηματοδοτικό πρόβλημα προστίθεται και ο πληθωρισμός. Η νέα ένταση στη Μέση Ανατολή έχει κρατήσει το Brent κοντά στα 91 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι ελπίδες για συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν έχουν εξασθενήσει και παραμένει αβεβαιότητα για τη ναυσιπλοΐα στο Στενό του Ορμούζ.
Το ακριβότερο πετρέλαιο αυξάνει τον κίνδυνο νέων πληθωριστικών πιέσεων και περιορίζει τα περιθώρια των κεντρικών τραπεζών να χαλαρώσουν τη νομισματική πολιτική.
Το CNBC σημειώνει ότι μια νέα ενεργειακή διαταραχή θα μπορούσε να πιέσει ταυτόχρονα τόσο τις μετοχές όσο και τα ομόλογα, καθώς θα επιβάρυνε την ανάπτυξη αλλά ταυτόχρονα θα διατηρούσε τον πληθωρισμό υψηλό.
Στο 3,91% το ελληνικό 10ετές
Οι διεθνείς πιέσεις έχουν αρχίσει να περνούν και στην ελληνική αγορά κρατικού χρέους. Η απόδοση του 10ετούς ελληνικού ομολόγου διαμορφώθηκε στο 3,91% στις 18 Αυγούστου, αυξημένη κατά 0,05 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με την προηγούμενη συνεδρίαση.
Σε διάστημα ενός μήνα η απόδοση έχει ενισχυθεί κατά 0,06 μονάδες, ενώ σε σύγκριση με έναν χρόνο πριν βρίσκεται υψηλότερα κατά 0,47 ποσοστιαίες μονάδες.
Σε όλες τις μεγάλες αγορές, ωστόσο, επαναλαμβάνεται το ίδιο μοτίβο: οι κυβερνήσεις αυξάνουν τις εκδόσεις χρέους, η τεχνητή νοημοσύνη απαιτεί τεράστια κεφάλαια, το ακριβότερο πετρέλαιο ενισχύει τους φόβους για τον πληθωρισμό και οι παραδοσιακοί αγοραστές μακροπρόθεσμων τίτλων εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί.
Έτσι, οι επενδυτές ζητούν υψηλότερες αποδόσεις για να τοποθετηθούν σε ομόλογα μεγάλης διάρκειας, με το sell-off να αποκτά πλέον πιο μόνιμα και δομικά χαρακτηριστικά για τις διεθνείς αγορές.
