Μετά τη σταθερή άνοδο που σημειώνουν φέτος, τα 30ετή ομόλογα της Αμερικής, της Γαλλίας, της Ιαπωνίας και της Βρετανίας βρίσκονται όλα κοντά στα υψηλότερα επίπεδά τους από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-09. Το επίτευγμα είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό στην περίπτωση της Βρετανίας, όπου τα υψηλά που καταγράφηκαν στον δημοσιονομικό πανικό του 2022 έχουν πλέον ξεπεραστεί εδώ και καιρό. Για όποιον αναρωτιόταν αν οι αποδόσεις θα επέστρεφαν στα χαμηλά επίπεδα της δεκαετίας του 2010, καθώς ο πληθωρισμός υποχωρούσε μετά την πανδημία, οι αγορές φαίνεται να έδωσαν οριστική απάντηση: όχι. Αντιθέτως, είναι πιθανό να κινηθούν ακόμη υψηλότερα.
Οι υπαίτιοι είναι σαφείς. Ο πληθωρισμός δεν έχει ακόμη τιθασευτεί πλήρως, αποτρέποντας τις κεντρικές τράπεζες από το να μειώσουν τα επιτόκια. Ακόμη και η Ιαπωνία εγκαταλείπει σταδιακά τις πολιτικές φθηνού χρήματος — αν και όχι αρκετά ώστε να ενισχύσει το γιεν, το οποίο τόσο η Ιαπωνία όσο και η Αμερική έχουν στηρίξει μέσω επίσημων αγορών. Τα τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα του πλούσιου κόσμου δεν δείχνουν να περιορίζονται ουσιαστικά, ενισχύοντας το ενδεχόμενο οι κυβερνήσεις να αναγκάσουν τελικά τις κεντρικές τράπεζες να «φουσκώσουν» τον πληθωρισμό για να απομειώσουν τα χρέη τους. Οι γεωπολιτικές αναταράξεις, όπως ο πόλεμος στο Ιράν και οι δασμοί, αυξάνουν το ασφάλιστρο κινδύνου που απαιτούν οι επενδυτές. Επίσης, το γεγονός ότι ο Kevin Warsh, ο νέος πρόεδρος της Federal Reserve, τα έκανε θάλασσα στην πρώτη του αναμέτρηση με τις αγορές, δεν φαίνεται να βοηθάει.
Οι υψηλές αποδόσεις των ομολόγων αποτελούν πρόβλημα για τις υπερχρεωμένες κυβερνήσεις. Κάθε αύξηση κατά μία ποσοστιαία μονάδα στις αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων, για παράδειγμα, συνεπάγεται πρόσθετες πληρωμές τόκων που μέσα σε μία δεκαετία αντιστοιχούν στο 1,3% του ετήσιου ΑΕΠ. Κι όμως, γίνεται όλο και δυσκολότερο να φανταστεί κανείς τις κυβερνήσεις να προχωρούν σε περικοπές για να αντισταθμίσουν την πίεση. Στην Αμερική, κάθε πολιτικό κόμμα μοιάζει να ελπίζει ότι οποιαδήποτε κρίση χρέους θα ξεσπάσει επί των ημερών του άλλου. Οι προεδρικές εκλογές στη Γαλλία του χρόνου θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε αναμέτρηση μεταξύ λαϊκιστικών κομμάτων τόσο της Αριστεράς όσο και της Δεξιάς. Η Ιαπωνία, από την πλευρά της, προχωράει —παράδοξα— σε δημοσιονομική τόνωση. Όσο περισσότερο οι κυβερνήσεις καθυστερούν να προσαρμοστούν, τόσο οι προσαρμογές τελικά θα είναι μεγαλύτερες.
Όλο και περισσότερο, οι κυβερνήσεις μοιάζουν να ποντάρουν στην οικονομική ανάπτυξη για να βγάλουν τους λογαριασμούς — κάτι που σήμερα σημαίνει, ουσιαστικά, ένα στοίχημα στην τεχνητή νοημοσύνη. Το πρόβλημα είναι ότι η ταχύτερη ανάπτυξη, ενισχύοντας τις επενδύσεις, συνήθως οδηγεί σε υψηλότερα επιτόκια και αποδόσεις ομολόγων. Αυτή τη φορά, όμως, τα υψηλότερα επιτόκια της αγοράς ήρθαν πριν από την ταχύτερη ανάπτυξη. Η τεράστια κλίμακα των επενδύσεων σε κέντρα δεδομένων —που η Goldman Sachs υπολογίζει σε 1 τρισ. δολάρια φέτος— καθιστά το κεφάλαιο πιο δυσεύρετο και συμβάλλει στην άνοδο των αποδόσεων. Ωστόσο, η τεχνητή νοημοσύνη δεν έχει ακόμη ωθήσει μετρήσιμα την παραγωγικότητα, ούτε καν στην Κίνα, όπου η διάδοση της τεχνολογίας έχει ίσως προχωρήσει περισσότερο από οπουδήποτε αλλού.
Μέχρι να έρθει αυτή η ώθηση, μπορεί χρειαστεί αρκετός καιρός. Η ηλεκτρική ενέργεια και η πληροφορική χρειάστηκαν δεκαετίες για να αυξήσουν αισθητά τον ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας. Επιπλέον, οι οικονομίες δεν θα επωφεληθούν όλες το ίδιο. Τα δημοσιονομικά προβλήματα της Ευρώπης θα μπορούσαν να επιδεινωθούν αν η τεχνητή νοημοσύνη οδηγήσει σε μεγαλύτερη ανάπτυξη στην Αμερική, ανεβάζοντας τα παγκόσμια επιτόκια, αλλά στην Ευρώπη «κολλήσει» εξαιτίας των άκαμπτων αγορών εργασίας και του υψηλού ενεργειακού κόστους. Αυτό θα σήμαινε ακριβότερο χρέος χωρίς καμία επιπλέον ανάπτυξη.
Υπάρχει κι ένα ακόμη πρόβλημα. Αν η αύξηση της παραγωγικότητας χάρη στην τεχνητή νοημοσύνη είναι αρκετά μεγάλη ώστε να μεταμορφώσει τα δημοσιονομικά δεδομένα μιας χώρας, τότε το πιθανότερο είναι να προκύψουν τεράστιες ανατροπές στην αγορά εργασίας, γεγονός που θα απαιτήσει μεγαλύτερες δαπάνες για τους ανέργους. Το εισόδημα μπορεί επίσης να μετατοπιστεί από την εργασία προς το κεφάλαιο, το οποίο φορολογείται λιγότερο. Αν η τεχνητή νοημοσύνη πυροδοτήσει μια κούρσα εξοπλισμών, οι χώρες θα χρειαστούν επίσης περισσότερες αμυντικές δαπάνες. Ακόμη και η ελπιδοφόρα προοπτική της παράτασης του προσδόκιμου ζωής, χάρη στις επιστημονικές εξελίξεις που θα επιταχύνει η τεχνητή νοημοσύνη, θα αύξανε τις κρατικές δαπάνες για συντάξεις. Οικονομολόγοι του κέντρου μελετών Brookings Institution εκτιμούν ότι αυτοί οι παράγοντες, σε συνδυασμό με τα υψηλότερα επιτόκια, θα μπορούσαν να περιορίσουν τη θετική επίδραση που θα είχε η ανάπτυξη λόγω της τεχνητής νοημοσύνης στα αμερικανικά ελλείμματα, περισσότερο από το μισό.
Η τελευταία φορά που μεγάλο μέρος του πλούσιου κόσμου, συμπεριλαμβανομένων της Αμερικής και της Βρετανίας, κατέγραψε δημοσιονομικά πλεονάσματα ήταν στην αλλαγή της χιλιετίας. Αυτό απαιτούσε ταχεία αύξηση της παραγωγικότητας, η οποία προήλθε από τους υπολογιστές και το πρώιμο διαδίκτυο. Παράλληλα, βέβαια, απαιτούνταν και περικοπές των ελλειμμάτων. Χωρίς δημοσιονομική σύνεση, τα ομόλογα αποτελούν ένα στοίχημα στην τεχνητή νοημοσύνη που μοιάζει εξίσου ριψοκίνδυνο με το ποντάρισμα σε σαθρές τεχνολογικές μετοχές.
© 2026 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από το www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com

