Στα τέλη του περασμένου έτους, οι Νεοϋορκέζοι παρατήρησαν μια σειρά από περίεργες διαφημίσεις στο μετρό. «Αποκτήστε το καλύτερο μωρό», υποσχόταν η μία. «Το IQ είναι κατά 50% γενετική υπόθεση», ανέφερε μια άλλη. Όπως ήταν αναμενόμενο, προκάλεσαν αντιδράσεις. Ωστόσο, ο Kian Sadeghi της Nucleus, της νεοφυούς εταιρείας που ειδικεύεται στον προγεννητικό έλεγχο και βρίσκεται πίσω από αυτές τις διαφημίσεις, ήταν ικανοποιημένος. «Πρόκειται για προϊόν μαζικής κατανάλωσης. Υπάρχει καλύτερος τρόπος να δείξουμε ότι είναι προϊόν μαζικής κατανάλωσης από το μετρό»;
Η Nucleus είναι μία από τις ολοένα και περισσότερες νεοφυείς επιχειρήσεις της Σίλικον Βάλεϊ που προωθούν αυτή την αναδυόμενη τεχνολογία. Ο Noor Siddiqui της ανταγωνίστριας Orchid, συνηθίζει να λέει ότι «το σεξ είναι για διασκέδαση. Ο έλεγχος των εμβρύων για τα μωρά». Η Herasight, μια άλλη ανταγωνίστρια εταιρεία, άρχισε να προσφέρει πέρυσι μια υπηρεσία ελέγχου που επιτρέπει στους γονείς να εξετάσουν το έμβρυο για διάφορες πιθανές ασθένειες, αλλά να έχουν και μια εκτίμηση για το ύψος, τη νοημοσύνη και τη μακροζωία του — με κόστος που φτάνει τα 50.000 δολάρια. Η Nucleus προσθέτει στο μείγμα το χρώμα των μαλλιών και των ματιών. Ο αναπτυσσόμενος κλάδος φιλοδοξεί να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο δημιουργούνται οι άνθρωποι.
Δεν είναι όλοι ευχαριστημένοι. Σε πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Βρετανίας, ο γενετικός έλεγχος των εμβρύων για την επιλογή του φύλου, πόσο μάλλον για πολυγονικές παθήσεις όπως η υπέρταση ή φυσικά χαρακτηριστικά όπως το ύψος, είναι παράνομος. Πολλοί γενετιστές και ομάδες γιατρών εκφράζουν σκεπτικισμό ως προς την αποτελεσματικότητα της τεχνολογίας. Άλλοι υποστηρίζουν ότι είναι ανήθικη. Στις ΗΠΑ, όπου η νομοθεσία είναι πιο χαλαρή, οι θρησκευτικοί συντηρητικοί και οι οπαδοί του κινήματος «Make America Healthy Again» αντιτίθενται σθεναρά.
Τα οράματα των νεοφυών επιχειρήσεων μπορεί να φαίνονται εξωπραγματικά, όμως, η αλλαγή έρχεται γρήγορα. Στην έρευνα για τη γονιμότητα ρέει αρκετό χρήμα, οδηγώντας δυνητικά σε ραγδαίες εξελίξεις στις γενετικές εξετάσεις. Ο πολυγονιδιακός έλεγχος, ιδίως για κοινές ασθένειες, είναι δημοφιλής στους Αμερικανούς, καθώς σχεδόν τα τρία τέταρτα δηλώνουν ότι θα τον χρησιμοποιούσαν αν υποβάλλονταν ήδη σε εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF). Η διαμάχη για το μέλλον αυτών των τεχνολογιών — και των επιχειρήσεων που τις προωθούν, μαίνεται.
Προς το παρόν, μόνο ένα ελάχιστο ποσοστό των μωρών γεννιέται μέσω εξωσωματικής γονιμοποίησης, για την οποία απαιτείται έλεγχος των εμβρύων. Το 2024, το πιο πρόσφατο έτος για το οποίο υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία, 100.000 αμερικανάκια δημιουργήθηκαν με τη χρήση αυτής της μεθόδου, αριθμός που αντιπροσωπεύει το 2,8% του συνόλου. Ο David Sable, επενδυτής και παλαιότερα εν ενεργεία ενδοκρινολόγος αναπαραγωγής, αναφέρει ότι η παγκόσμια αγορά γονιμότητας εκτιμάται γενικά ότι ανέρχεται σε μόλις 25-30 δισ. δολάρια ετησίως.
Ωστόσο, το ενδιαφέρον της Σίλικον Βάλεϊ για τη γονιμότητα θα μπορούσε να διευρύνει την πρόσβαση στην εξωσωματική γονιμοποίηση. Πριν από αρκετά χρόνια, ο Peter Thiel και ο Elon Musk άρχισαν να μιλούν για τα χαμηλά ποσοστά γεννήσεων ως απειλή για την Αμερική και ξεκίνησαν να επενδύουν σε νεοφυείς επιχειρήσεις στον τομέα της γονιμότητας. Στην πορεία, προστέθηκαν κι άλλοι επενδυτές. Σύμφωνα με την εταιρεία παροχής δεδομένων PitchBook, μεταξύ 2019 και 2022, οι επενδύσεις επιχειρηματικών κεφαλαίων (VC) από αμερικανικές εταιρείες σε επιχειρήσεις γονιμότητας σχεδόν διπλασιάστηκαν, από 254 εκατ. δολάρια σε 496 εκατ. δολάρια, αν και έκτοτε έχουν ελαφρώς επιβραδυνθεί.
Πολλές από αυτές τις νεοφυείς επιχειρήσεις επικεντρώνονται στο να καταστήσουν τις εξωσωματικές πιο προσιτές. Προς το παρόν, μόνο 15 αμερικανικές πολιτείες απαιτούν η θεραπεία να περιλαμβάνεται στις παροχές μητρότητας των ασφαλιστικών εταιρειών, πράγμα που σημαίνει ότι οι περισσότεροι Αμερικανοί πληρώνουν από την τσέπη τους. Για να μειώσουν το κόστος, αρκετές νεοφυείς επιχειρήσεις προσφέρουν ασφάλιση γονιμότητας και προγράμματα δόσεων. Ο Nader al-Salim της Gaia, μιας τέτοιας εταιρείας, αναφέρει ότι οι υπηρεσίες της καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, εξοικονομούν στους ασθενείς κατά μέσο όρο 15.000 δολάρια, κυρίως μέσω της ομαδοποίησης των κινδύνων.
Ο Δρ Sable εκτιμά ότι, εάν η εξωσωματική γονιμοποίηση καταστεί ευρύτερα διαθέσιμη, η αγορά του προγεννητικού ελέγχου θα μπορούσε να αυξηθεί στα 400-500 δισ. δολάρια ετησίως. Η εκτίμησή του βασίζεται στην υπόθεση ότι το κόστος θα μειωθεί σε περίπου 15.000 δολάρια για ολόκληρη τη διαδικασία. Προς το παρόν, μόνο ένας κύκλος εξωσωματικής γονιμοποίησης στις ΗΠΑ κοστίζει 15.000-20.000 δολάρια. Ο Δρ. Sable εκτιμά ότι οι τιμές θα μειωθούν χάρη στις τεχνολογικές καινοτομίες που ενδέχεται να αυξήσουν τα ποσοστά επιτυχίας, επιτρέποντας στους ανθρώπους να υποβάλλονται σε λιγότερους κύκλους. Η μείωση του κόστους εργασίας, ως αποτέλεσμα της αυτοματοποίησης και των οικονομιών κλίμακας, αλλά και η μεγαλύτερη τυποποίηση, επίσης αναμένονται να συμβάλουν θετικά.
Ορισμένες διαγνωστικές εξετάσεις είναι ήδη συνηθισμένες μεταξύ όσων υποβάλλονται σε αυτή τη γονιμοποίηση. Ένα παράδειγμα είναι ο PGT-A (Προεμφυτευτικός Γενετικός Έλεγχος για Ανευπλοειδίες), ο οποίος ελέγχει αν τα έμβρυα έχουν τον σωστό αριθμό χρωμοσωμάτων, και ο οποίος, σύμφωνα με ορισμένες μελέτες, μειώνει τον κίνδυνο αποβολής (πολλοί ειδικοί είναι επιφυλακτικοί). Ορισμένες κλινικές προσφέρουν επίσης τον PGT-M (Προεμφυτευτικός Γενετικός Έλεγχος για Μονογονιδιακά / Κληρονομικά Νοσήματα), ο οποίος ελέγχει για διαταραχές που προκαλούνται από ένα μόνο γονίδιο, όπως η κυστική ίνωση ή η νόσος του Huntington.
Τώρα, οι νεοφυείς επιχειρήσεις προσθέτουν έναν τρίτο έλεγχο: τον PGT-P (προεμφυτευτικός γενετικός έλεγχος για πολυγονιδιακές παθήσεις), ο οποίος αξιολογεί τα έμβρυα ως προς παθήσεις και χαρακτηριστικά που καθορίζονται από πολλαπλά γονίδια, τα οποία ενδεχομένως κυμαίνονται από ορισμένους καρκίνους έως το χρώμα των ματιών και τον δείκτη νοημοσύνης. Η ζήτηση για τέτοιες εξετάσεις θα μπορούσε να είναι σημαντική. Μια έρευνα που δημοσιεύθηκε το 2023 στο περιοδικό Science διαπίστωσε ότι το 43% όλων των συμμετεχόντων σε εξωσωματική γονιμοποίηση θα χρησιμοποιούσε τον πολυγονιδιακό έλεγχο για να αυξήσει τις πιθανότητες του παιδιού τους να εισαχθεί σε ένα ελίτ πανεπιστήμιο, υπό την προϋπόθεση ότι θα ήταν ασφαλής και δωρεάν. Το ένα τρίτο δήλωσε το ίδιο για τη γονιδιακή επεξεργασία.
Ας δούμε για παράδειγμα τον Arthur Zey, εργαζόμενο στον τομέα της τεχνολογίας, και τον σύζυγό του Chase Popp, δάσκαλο. Ο κ. Zey λέει ότι ήταν ανέκαθεν λάτρης της τεχνολογίας και ήθελε να εφαρμόσει τις δεξιότητές του στη διαδικασία απόκτησης παιδιού. «Στο μεγαλύτερο μέρος της επαγγελματικής μου καριέρας ήμουν product manager στον τομέα της τεχνολογίας, οπότε κατά κάποιον τρόπο αυτό είναι απλώς ένα ακόμα προϊόν που πρέπει να διαχειριστώ», λέει. Νωρίτερα φέτος, το ζευγάρι απέκτησε ένα γιο χρησιμοποιώντας ένα έμβρυο που επιλέχθηκε από μια ομάδα έξι, με βάση τα αποτελέσματα του πολυγονιδιακού ελέγχου που παρείχε η Herasight. Ο έλεγχος τους επέτρεψε να δουν τις βαθμολογίες κινδύνου για μονογονιδιακές ασθένειες και περισσότερες από 12 πολυγονιδιακές. Η νεοφυής επιχείρηση τους έδωσε επίσης προβλεπόμενα εύρη για τον δείκτη νοημοσύνης και το ύψος.
Οι κ.κ. Zey και Popp δηλώνουν ότι ήλπιζαν να μεγιστοποιήσουν τη διάρκεια ζωής του γιου τους, παρά το ύψος ή τον δείκτη νοημοσύνης του. Ωστόσο, ο κ. Zey γνωρίζει ότι το να είναι κανείς ψηλός και έξυπνος έχει τα πλεονεκτήματά του. «Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να εξετάσω τα αποτελέσματα για τα έξι έμβρυά μου και να πω: «Αυτό εδώ φαίνεται να είναι το καλύτερο».
Προς το παρόν, οι κ.κ. Zey και Popp αποτελούν εξαίρεση. Ο εμπορικός έλεγχος PGT-P αποτελεί μια εξειδικευμένη αγορά. Νεοφυείς επιχειρήσεις όπως η Herasight απευθύνονται σε ένα μικρό πληθυσμό, συνήθως πολύ πλούσιων ατόμων, κυρίως στην Αμερική. Παρόλα αυτά, δεν βρίσκονται στο απυρόβλητο.
Ορισμένες αμφιβολίες αφορούν την επιστημονική βάση. Οι βαθμολογίες πολυγονιδιακού κινδύνου βασίζονται σε μελέτες συσχέτισης ολόκληρου του γονιδιώματος (GWAS), οι οποίες χρησιμοποιούν δεδομένα από μεγάλους πληθυσμούς για να προσπαθήσουν να εντοπίσουν συσχετίσεις μεταξύ γενετικών παραλλαγών και συγκεκριμένων παθήσεων και χαρακτηριστικών. Οι εταιρείες που προσφέρουν υπηρεσίες ελέγχου ισχυρίζονται ότι η σύγκριση των γονιδιωμάτων των εμβρύων με τις βαθμολογίες κινδύνου που προέρχονται από αυτές τις βάσεις δεδομένων, ενίοτε με προσαρμογές βάσει της καταγωγής και του οικογενειακού ιστορικού, τους επιτρέπει να καταλήγουν σε εξατομικευμένες αξιολογήσεις.
Ωστόσο, αυτό αμφισβητείται. Αν και η επιλογή με βάση τις βαθμολογίες πολυγονιδιακού κινδύνου αποδίδει σε πολλούς απογόνους, όπως στην εκτροφή ζώων, δεν είναι εξίσου βέβαιο ότι θα οδηγήσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα για ένα μεμονωμένο παιδί, σημειώνει ο Kevin Mitchell του Trinity College του Δουβλίνου. Για παράδειγμα, το γονιδίωμα ενός εμβρύου μπορεί να φέρει μια μεμονωμένη σπάνια παραλλαγή που έχει μεγάλη επίδραση στην πιθανότητα να αναπτύξει μια συγκεκριμένη πάθηση, η οποία όμως είναι απίθανο να εμφανιστεί στις συσχετίσεις σε επίπεδο πληθυσμού.
Η Herasight προσπαθεί να αντιμετωπίσει αυτό το ζήτημα επικυρώνοντας τις βαθμολογίες κινδύνου της χρησιμοποιώντας δεδομένα αδελφών από σύνολα δεδομένων GWAS, ώστε να διασφαλίσει ότι τα μοντέλα της διατηρούν την προγνωστική τους αξία εντός μιας μεμονωμένης οικογένειας. Ισχυρίζεται ότι, εάν εξετάσει δέκα έμβρυα για ένα ζευγάρι όπου και οι δύο γονείς πάσχουν από διαβήτη τύπου 2, μπορεί να μειώσει τον απόλυτο κίνδυνο του παιδιού τους να αναπτύξει την πάθηση κατά 12-20 ποσοστιαίες μονάδες, από μια αρχική τιμή 40-60%. Η Herasight έχει ασκήσει κριτική στους ανταγωνιστές της, ιδίως στην Nucleus, για το γεγονός ότι δεν παρέχουν λεπτομερείς δημόσιες πληροφορίες σχετικά με τη μεθοδολογία τους. (Η Nucleus, από την πλευρά της, δηλώνει ότι εργάζεται συνεχώς για να διασφαλίσει την ακρίβεια των βαθμολογιών της).
Κάποιοι υποστηρίζουν επίσης ότι το μέγεθος των οφελών από τον προγεννητικό έλεγχο είναι υπερβολικό. Σύμφωνα με μια μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Cell το 2019, με βάση την τεχνολογία της εποχής, αν οι γονείς επέλεγαν από δέκα βιώσιμα έμβρυα, η μέση αύξηση στο ύψος του παιδιού τους θα ήταν 2,9 εκατοστά. Αν επέλεγαν με βάση τον δείκτη νοημοσύνης το κέρδος θα ήταν τρεις μονάδες — κάτι που είναι απίθανο να αλλάξει τη ζωή του παιδιού. Επιπλέον, για όσους επιλέγουν ανάμεσα σε λιγότερα από πέντε έμβρυα, τα αναμενόμενα οφέλη μειώνονται κατακόρυφα. Αν και ο μέσος αριθμός βιώσιμων εμβρύων εξαρτάται από την ηλικία της ασθενούς, σε πολλές περιπτώσεις πλησιάζει τα δύο ή τα τρία από κάθε κύκλο εξωσωματικής γονιμοποίησης. Ο Dagan Wells του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης προσθέτει ότι, για πολλές παθήσεις, τα γονίδια είναι λιγότερο σημαντικά από τους περιβαλλοντικούς παράγοντες όπως η διατροφή.
Η επιλογή κατά ορισμένων χαρακτηριστικών θα μπορούσε επίσης να έχει ακούσιες συνέπειες. Το γενετικό υλικό μπορεί να έχει διαφορετικές επιδράσεις σε διαφορετικά μέρη του σώματος, ένα φαινόμενο που ονομάζεται πλειοτροπία. Εάν οι γονείς επιλέξουν ένα έμβρυο με σκοπό να μειώσουν τον κίνδυνο του παιδιού τους να εμφανίσει μια συγκεκριμένη ασθένεια, ενδέχεται να παραμελήσουν ή να επιδεινώσουν προβλήματα για τα οποία οι πάροχοι δεν προσφέρουν (ή δεν μπορούν να προσφέρουν) κάποια βαθμολογία.
Ωστόσο, πολλά από τα τεχνικά ζητήματα, μεταξύ των οποίων και η έλλειψη δεδομένων εκπαίδευσης σε ορισμένους πληθυσμούς, αναμένεται να βελτιωθούν με την πάροδο του χρόνου. Η μελέτη στο περιοδικό Cell εκτιμά ότι η αύξηση του μεγέθους του δείγματος στις υποκείμενες βάσεις δεδομένων θα μπορούσε να διπλασιάσει το διάμεσο κέρδος σε μονάδες δείκτη νοημοσύνης από την πολυγονιδιακή βαθμολόγηση.Ας εξετάσουμε και τις επιδράσεις των σπάνιων γενετικών παραλλαγών. Καθώς οι βάσεις δεδομένων διευρύνονται, τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης ενδέχεται να είναι σε καλύτερη θέση να συνυπολογίσουν τις επιδράσεις των μεμονωμένων παραλλαγών. Όσον αφορά την πλειοτροπία, ορισμένες μελέτες υποδηλώνουν ότι οι περισσότερες γενετικές συσχετίσεις μεταξύ ζευγών πολυγονιδιακών ασθενειών είναι είτε θετικές —δηλαδή, η μείωση της πιθανότητας εμφάνισης της μίας μειώνει την πιθανότητα εμφάνισης των άλλων— είτε ασήμαντες.
Προς το παρόν, η τεχνολογία αποτελεί «κάτι σαν υποσχετική», λέει ο Δρ Mitchell του Trinity. «Λένε: Εμπιστευθείτε μας. Αυτή τη στιγμή είναι λίγο χάλια, αλλά σύντομα θα βελτιωθεί».
Αν τα τεχνολογικά προβλήματα επιλυθούν, τα ηθικά θα ενταθούν. Οι οργανώσεις για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία είναι ήδη επιφυλακτικές απέναντι στον PGT-M, φοβούμενες ότι υπονοεί ότι άτομα με ορισμένες γενετικές παθήσεις δεν αξίζει να ζήσουν. Η αύξηση της χρήσης του PGT-P διευρύνει αυτή τη συζήτηση σε πολλά περισσότερα χαρακτηριστικά. Υπάρχουν επίσης αντίπαλοι που ανησυχούν ότι οι νεοσύστατες εταιρείες ελέγχου προωθούν μια πιο φιλική εκδοχή της ευγονικής. Ορισμένοι φοβούνται ότι η γενετική τροποποίηση εμβρύων —για την οποία οι ΗΠΑ έχουν επιβάλει de facto απαγόρευση από το 2016— θα μπορούσε να είναι το επόμενο βήμα.
Οι ειδικοί του κλάδου απορρίπτουν αυτές τις ανησυχίες, μερικές φορές χωρίς περιστροφές. Οι βαθμολογίες κινδύνου μπορεί να μην είναι τέλειες, αλλά είναι «οι καλύτερες της κατηγορίας τους», λέει ο Delian Asparouhov του Founders Fund, μιας εταιρείας επιχειρηματικών κεφαλαίων που συνίδρυσε ο κ. Thiel και η οποία έχει επενδύσει σε διάφορες νεοφυείς επιχειρήσεις στον τομέα της γονιμότητας. «Αυτό που μισώ σε ορισμένους από τους παραδοσιακούς κλάδους της υγειονομικής περίθαλψης και τους γενετικούς συμβούλους είναι ότι λένε: «Πρέπει να έχεις άδεια κλινικού επιπέδου από το Χάρβαρντ» για να ερμηνεύσεις γενετικά δεδομένα. «Δεν πάμε καλά», συνεχίζει. «Θέλω απλώς τα καλύτερα στατιστικά μοντέλα. Δεν χρειάζομαι διδακτορικό για να διαβάσω αυτά τα πράγματα». (Οι εταιρείες Herasight, Nucleus και Orchid διαθέτουν όλες γενετικούς συμβούλους που καθοδηγούν τους πελάτες στην ερμηνεία των αποτελεσμάτων τους). Όσον αφορά την ηθική, ο κ. Asparouhov υποστηρίζει ότι όλοι οι μελλοντικοί γονείς, όταν επιλέγουν σύντροφο, προβαίνουν σε μια μορφή γενετικής επιλογής. «Αν αυτό είναι ευγονική, τότε το ίδιο ισχύει και για την εφαρμογή γνωριμιών Hinge», υποστηρίζει.
Οι περισσότερες εταιρείες που προσφέρουν PGT-P είναι πιο επιφυλακτικές. Λένε ότι οι πελάτες τους αναζητούν κυρίως τρόπους να διασφαλίσουν ότι τα παιδιά τους θα είναι υγιή, και όχι να δημιουργήσουν «σούπερ-μωρά». Ωστόσο, η απόφασή τους να προσφέρουν βαθμολογίες για τη νοημοσύνη και τα αισθητικά χαρακτηριστικά υποδηλώνει ότι αναγνωρίζουν την ύπαρξη ανάλογης αγοράς.
Οι διαμάχες για το μέλλον μιας μικρής ομάδας νεοφυών επιχειρήσεων μπορεί να φαίνονται ως ένα θέμα που αφορά μια μικρή ομάδα. Όμως, αν η εξωσωματική γονιμοποίηση γίνει φθηνότερη και τα γενετικά δεδομένα άφθονότερα, όπως φαίνεται πιθανό, η δραστηριότητα του ελέγχου των εμβρύων θα αναπτυχθεί ακόμη περισσότερο — μαζί με την ένταση της συζήτησης. Η σχεδόν 50ετής ιστορία του κλάδου της γονιμότητας είναι γεμάτη από τεχνολογίες που κάποτε ήταν αμφιλεγόμενες, συμπεριλαμβανομένης της εξωσωματικής γονιμοποίησης. Υπό αυτή την έννοια, τουλάχιστον, νεοφυείς επιχειρήσεις όπως οι Nucleus, Orchid και Herasight δεν αποτελούν κάτι καινούργιο.
© 2026 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από το www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com

