Περισσότερα από 20.000 εγκαταλελειμμένα κτίρια υπολογίζεται ότι υπάρχουν σήμερα σε πανελλαδικό επίπεδο, συνθέτοντας μια εικόνα βαθιάς υποβάθμισης για τον αστικό ιστό, αλλά και ένα σοβαρό ζήτημα ασφάλειας για τους πολίτες. Πρόκειται για κτίρια που παραμένουν για χρόνια κλειστά, αναξιοποίητα, συχνά επικίνδυνα και σε αρκετές περιπτώσεις εγκλωβισμένα σε σύνθετα ιδιοκτησιακά, οικονομικά και διοικητικά αδιέξοδα.
Την εικόνα αυτήν περιέγραψε ο Ιωάννης Κυριακόπουλος, πολιτικός μηχανικός και αναπληρωτής γενικός γραμματέας της Κεντρικής Αντιπροσωπείας του ΤΕΕ, σε χθεσινή ημερίδα για τα διατηρητέα που διοργάνωσε το ΤΕΕ, επισημαίνοντας ότι το πρόβλημα των εγκαταλελειμμένων και επικίνδυνων κτιρίων είναι βαθιά ανησυχητικό και πολυπαραγοντικό. Όπως ανέφερε, από τη μία πλευρά βρίσκεται η οικονομική δυσπραγία των ιδιοκτητών, οι οποίοι σε πολλές περιπτώσεις αδυνατούν να συντηρήσουν ή να αποκαταστήσουν τα ακίνητά τους. Από την άλλη, τα σύνθετα ιδιοκτησιακά καθεστώτα, ακόμη και οι περιπτώσεις όπου οι ιδιοκτήτες είναι άγνωστοι, δημιουργούν ένα ασφυκτικό πλαίσιο αδράνειας.
Την κατάσταση επιβαρύνει ακόμη περισσότερο ένα διοικητικό σύστημα που συχνά δεν μπορεί να ανταποκριθεί γρήγορα και αποτελεσματικά. Τα στοιχεία που παρουσίασε είναι αποκαλυπτικά, από τα περίπου 20.000 εγκαταλελειμμένα κτίρια σε όλη τη χώρα, μόλις 1.000 εποπτεύονται από το υπουργείο Πολιτισμού. Στην Αθήνα, ο αριθμός των εγκαταλελειμμένων κτιρίων φτάνει περίπου τα 1.600, ενώ καταγράφονται και περίπου 3.000 διατηρητέα κτίρια. Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι σημαντικό ποσοστό αυτών ανήκει στο Δημόσιο, την ώρα που οι πολεοδομικές υπηρεσίες, υποστελεχωμένες και επιβαρυμένες, δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στον όγκο των απαιτούμενων ελέγχων.
Η ασφάλεια των πολιτών δεν μπορεί να περιμένει
Ο κ. Κυριακόπουλος στάθηκε ιδιαίτερα στο ζήτημα της επικινδυνότητας αυτών των κτισμάτων. Όπως τόνισε, ο τεχνικός κόσμος δεν μπορεί να αγνοεί ότι πολλά εγκαταλελειμμένα κτίρια αποτελούν δυνητική απειλή για τους πολίτες, είτε λόγω φθορών είτε λόγω στατικής ανεπάρκειας. Η ευθύνη ανήκει πρωτίστως στον ιδιοκτήτη, ωστόσο όταν ο ιδιοκτήτης αδυνατεί να ανταποκριθεί, η παρέμβαση της Πολιτείας καθίσταται όχι απλώς αναγκαία, αλλά επιβεβλημένη.
Η ασφάλεια των πολιτών, όπως προκύπτει από την τοποθέτησή του, δεν μπορεί να τίθεται σε αναμονή. Δεν πρόκειται μόνο για ένα ζήτημα αισθητικής ή αξιοποίησης της περιουσίας, αλλά για ένα θέμα δημόσιου συμφέροντος. Γι’ αυτό, όπως υπογράμμισε, απαιτείται ένα λειτουργικό και αποτελεσματικό θεσμικό πλαίσιο, ικανό να επιταχύνει τις διαδικασίες και να δώσει πραγματικές λύσεις.
Ο ίδιος έφερε ως παράδειγμα άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ιταλία, όπου διατίθενται δισεκατομμύρια ευρώ για την αποκατάσταση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και την προστασία του πολιτιστικού πλούτου. Το παράδειγμα αυτό, όπως σημείωσε, δείχνει τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει και η Ελλάδα, συντονισμένη δράση, επαρκείς πόροι και πολιτική βούληση για ένα πρόβλημα που αφορά τόσο την ασφάλεια όσο και την ταυτότητα των πόλεων.
Γραφειοκρατία, έλλειψη προτεραιότητας και η ανάγκη νέου πλαισίου
Στην ελληνική πραγματικότητα, σύμφωνα με τον ίδιο, τα βασικά εμπόδια είναι δύο και είναι διαχρονικά γνωστά, η γραφειοκρατία και η περιορισμένη προτεραιοποίηση του ζητήματος σε επίπεδο πολιτικής βούλησης. Το αποτέλεσμα είναι ένα πρόβλημα που διαιωνίζεται, παρά το γεγονός ότι συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια, την οικονομία και την εικόνα των πόλεων. Αυτό που απαιτείται, όπως ανέφερε, είναι ένα ολοκληρωμένο και λειτουργικό θεσμικό πλαίσιο, το οποίο θα συνδυάζει ουσιαστικά κίνητρα για τους ιδιοκτήτες με στοχευμένες παρεμβάσεις όπου υπερισχύει το κοινωνικό συμφέρον.
Το πρόγραμμα «Διατηρώ» και η ανάγκη σωστού σχεδιασμού
Κεντρική θέση στην τοποθέτηση του Ιωάννη Κυριακόπουλου είχε το πρόγραμμα «Διατηρώ», το οποίο αναμένεται να συμβάλει τόσο στη στατική ενίσχυση όσο και στην ενεργειακή αναβάθμιση των διατηρητέων κτιρίων. Ωστόσο, όπως υπογράμμισε, το κρίσιμο ζητούμενο είναι ο σωστός σχεδιασμός του, ώστε να αποφευχθούν τα προβλήματα που έχουν καταγραφεί σε προηγούμενες δράσεις.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το «Εξοικονομώ», όπου η γραφειοκρατία και οι καθυστερήσεις ταλαιπώρησαν τόσο τους μηχανικούς όσο και τους ιδιοκτήτες. Στην περίπτωση των διατηρητέων, η πρόκληση είναι ακόμη μεγαλύτερη, καθώς δεν αρκεί μια απλή ενεργειακή παρέμβαση. Χρειάζεται ισορροπία ανάμεσα στην αισθητική αποκατάσταση, την ενεργειακή αναβάθμιση και, κυρίως, τη στατική ασφάλεια των κτιρίων.
Η διάσωση ενός διατηρητέου δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με τους ίδιους όρους που αντιμετωπίζεται ένα συμβατικό κτίριο. Χρειάζεται επιστημονική τεκμηρίωση, προσεκτικός σχεδιασμός, επαρκής χρηματοδότηση και διαδικασίες που δεν θα αποθαρρύνουν τους ιδιοκτήτες και τους μελετητές.
Τράπεζα Γης και μεταφορά συντελεστή δόμησης
Παράλληλα, ο Ιωάννης Κυριακόπουλος ανέδειξε ως κομβικής σημασίας την ενεργοποίηση της Τράπεζας Γης και των ζωνών υποδοχής συντελεστή δόμησης. Πρόκειται για δύο εργαλεία που έχουν καθυστερήσει σημαντικά, αλλά μπορούν να αλλάξουν το τοπίο. Μέσω της μεταφοράς συντελεστή δόμησης, οι ιδιοκτήτες διατηρητέων θα μπορούσαν να αποκτήσουν ουσιαστικά κίνητρα, ικανά να στηρίξουν τη διάσωση και αξιοποίηση των ακινήτων τους.
Εάν ο στόχος είναι λιγότερα εγκαταλελειμμένα κτίρια, περισσότερες ζωντανές γειτονιές, αναζωογόνηση του αστικού ιστού και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, τότε η κατεύθυνση, όπως προκύπτει, δεν μπορεί παρά να είναι μία, ταχύτερες και πιο αποτελεσματικές παρεμβάσεις, με συνέπεια και στρατηγικό σχεδιασμό. Μόνο έτσι οι πόλεις μπορούν να αφήσουν πίσω τους τις «πληγές» του παρελθόντος και να δημιουργήσουν νέες ευκαιρίες για τους κατοίκους τους.
Τα διατηρητέα ως μνήμη και ταυτότητα των πόλεων
Στο πλαίσιο της συζήτησης, τον λόγο έλαβε και ο Δημήτρης Ξενομιλάκης, αρχιτέκτονας μηχανικός και πρόεδρος του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων. Απευθύνοντας χαιρετισμό εκ μέρους του διοικητικού συμβουλίου και των μελών του Συλλόγου, υπογράμμισε τη σημασία της παρουσίας εκπροσώπων της Πολιτείας, συναδέλφων και φίλων της πολιτιστικής κληρονομιάς σε μια ημέρα με ιδιαίτερο συμβολισμό, αφιερωμένη στην Παγκόσμια Ημέρα Μνημείων.
Ο ίδιος στάθηκε ιδιαίτερα στην ανάγκη για ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό θεσμικό πλαίσιο. Όπως ανέφερε, το ζητούμενο είναι ένα πλαίσιο που θα διασφαλίζει ταχύτητα στη λήψη αποφάσεων από τα αρμόδια συμβούλια, χωρίς όμως εκπτώσεις στην αρχιτεκτονική ποιότητα και την επιστημονική τεκμηρίωση.
Η πρόκληση, όπως τόνισε, δεν είναι μόνο η επιτάχυνση των διαδικασιών, αλλά και η αποκατάσταση μιας ισορροπημένης και συντονισμένης συνεργασίας ανάμεσα στα δύο συναρμόδια υπουργεία, το υπουργείο Περιβάλλοντος και το υπουργείο Πολιτισμού.
Παράλληλα, ανέδειξε την ανάγκη να τερματιστεί μια διαχρονική παθογένεια, η σύγχυση αρμοδιοτήτων και η άτυπη «διαμάχη» μεταξύ υπηρεσιών και στελεχών για το ποιος έχει τον τελικό λόγο σε ζητήματα κρίσης και αξιολόγησης. Όπως σημείωσε, εάν οι μελέτες πρέπει να κρίνονται από ένα συγκεκριμένο όργανο, αυτό πρέπει να θεσμοθετηθεί με σαφήνεια. Δεν είναι δυνατόν οι μελετητές και οι ιδιοκτήτες να περιφέρονται ανάμεσα σε πολλαπλά γνωμοδοτικά και εγκριτικά όργανα, χωρίς ξεκάθαρη διαδικασία και ευθύνη.
Η σαφής οριοθέτηση ρόλων είναι κρίσιμη. Κάθε επιστημονικός κλάδος πρέπει να λειτουργεί εντός του πεδίου γνώσης και αρμοδιοτήτων του. Διαφορετικά, δημιουργείται ένα θολό τοπίο, όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται αποσπασματικά, χωρίς ενιαία λογική και κατεύθυνση.
Ευθύμιος Μπακογιάννης: Δεν υπάρχουν συγκρούσεις μεταξύ των υπουργείων
Σαφές μήνυμα για τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονται τα ζητήματα χαρακτηρισμού διατηρητέων κτιρίων έστειλε ο Ευθύμιος Μπακογιάννης, Γενικός Γραμματέας Χωρικού Σχεδιασμού του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Όπως επισήμανε, δεν υπάρχουν συγκρούσεις μεταξύ των αρμόδιων υπουργείων.
Σύμφωνα με τον ίδιο, στα επτά χρόνια της θητείας του δεν έχει υπάρξει ούτε μία περίπτωση κατά την οποία το Υπουργείο Περιβάλλοντος να έχει αμφισβητήσει χαρακτηρισμό που έχει ήδη γίνει από το υπουργείο Πολιτισμού. Μάλιστα, από το 2024 έχει συμφωνηθεί σε ανώτατο επίπεδο ότι όταν ένα από τα δύο υπουργεία αναλαμβάνει την προστασία ενός κτιρίου ως στοιχείου της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, το άλλο δεν προχωράει σε παράλληλο χαρακτηρισμό, σεβόμενο την απόφαση αυτήν.
Πώς γίνεται ο χαρακτηρισμός ενός κτιρίου
Σε ό,τι αφορά τη διαδικασία χαρακτηρισμού, ο Ευθύμιος Μπακογιάννης διευκρίνισε ότι όταν ένα θέμα φτάνει προς εξέταση στα αρμόδια συμβούλια, απαιτούνται πλήρης τεκμηρίωση και αξιολόγηση, ιδίως όταν τίθεται ζήτημα κατεδάφισης κτιρίων με αξιόλογα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά.
Όπως σημείωσε, έχει ήδη εκδοθεί σχετική εγκύκλιος προς τις αρμόδιες υπηρεσίες και τα Συμβούλια Αρχιτεκτονικής, με σαφείς οδηγίες για τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στον ρόλο των συλλογικών οργάνων, επισημαίνοντας ότι ακόμη και αν ένα μόνο μέλος διαφωνήσει, το θέμα παραπέμπεται υποχρεωτικά στο Κεντρικό Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής.
Εκεί εξετάζεται αρχικά από τις αρμόδιες υπηρεσίες και, εφόσον κριθεί ότι συντρέχουν λόγοι χαρακτηρισμού, συντάσσεται αιτιολογική έκθεση, η οποία τίθεται σε διαδικασία διαβούλευσης και αξιολόγησης. Η τελική απόφαση, όπως υπογράμμισε, ανήκει στον αρμόδιο υπουργό, ο οποίος εγκρίνει ή απορρίπτει τη σχετική γνωμοδότηση για τον χαρακτηρισμό ενός κτιρίου ως διατηρητέου.
Ο Γενικός Γραμματέας τόνισε επίσης ότι η διαδικασία δεν είναι μια κλειστή διοικητική πράξη. Σε αυτή καλούνται να συμμετάσχουν και οι άμεσα ενδιαφερόμενοι. Τόσο οι φορείς που ενδεχομένως έχουν ζητήσει τον χαρακτηρισμό όσο και ο ίδιος ο ιδιοκτήτης έχουν τη δυνατότητα να εκφράσουν τις απόψεις τους ενώπιον του αρμόδιου συμβουλίου.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η κρίση των συλλογικών οργάνων δεν είναι μονοδιάστατη. Το Συμβούλιο καλείται να σταθμίσει σειρά παραμέτρων, την αρχιτεκτονική και ιστορική αξία του κτιρίου, τα πολεοδομικά δεδομένα, την τυπολογία, τη θέση του στο ευρύτερο περιβάλλον, αλλά και κοινωνικοοικονομικά στοιχεία, όπως η κατάσταση του ιδιοκτήτη. Πρόκειται για μια σύνθετη αξιολόγηση, που πολλές φορές οδηγεί σε δύσκολες αποφάσεις.
Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που το Συμβούλιο έχει κρίνει ότι δεν συντρέχουν λόγοι χαρακτηρισμού, με αποτέλεσμα η υπόθεση να επανέρχεται μέσω της δικαστικής οδού, όταν τα δικαστήρια ζητούν επανεξέταση της κρίσης της διοίκησης. Αυτό, όπως σημείωσε, καταδεικνύει ότι το ζήτημα του χαρακτηρισμού δεν είναι απλό, αλλά συνδέεται με πολλαπλές παραμέτρους και αντικρουόμενα συμφέροντα.
Ο αποχαρακτηρισμός και η πραγματική κατάσταση των κτιρίων
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο Ευθύμιος Μπακογιάννης και στο ζήτημα του αποχαρακτηρισμού. Όπως τόνισε, το γεγονός ότι ένα κτίριο χαρακτηρίζεται ως διατηρητέο δεν σημαίνει ότι η ιδιότητα αυτή είναι αμετάβλητη στον χρόνο.
Τα κτίρια φθείρονται, υφίστανται βλάβες και σε ορισμένες περιπτώσεις η κατάστασή τους επιδεινώνεται σε τέτοιο βαθμό που απαιτείται επανεκτίμηση. Όταν διαπιστώνεται ότι η φθορά είναι μη αναστρέψιμη, ιδίως όταν αφορά τον φέροντα οργανισμό, ή όταν προκύπτουν σοβαρά ζητήματα από την αρχική αξιολόγηση, η διοίκηση οφείλει να εξετάζει εκ νέου το καθεστώς προστασίας.
Η δυνατότητα αποχαρακτηρισμού, όπως υπογράμμισε, αποτελεί μέρος ενός δυναμικού συστήματος προστασίας, το οποίο πρέπει να προσαρμόζεται στις πραγματικές συνθήκες των κτιρίων.
Το ναυάγιο της Χρυσής Βίζας στα διατηρητέα
Ο Ευθύμιος Μπακογιάννης προχώρησε και σε κριτική αποτίμηση της πορείας της «Χρυσής Βίζας» σε σχέση με τα διατηρητέα κτίρια, αναγνωρίζοντας ότι το μέτρο δεν απέδωσε τα αναμενόμενα.
Όπως ανέφερε, αν και αρχικά υπήρχε θετική προσέγγιση και σημαντικό επενδυτικό ενδιαφέρον, στην πράξη πολλοί αγοραστές στόχευσαν κυρίως στην απόκτηση της άδειας διαμονής και όχι στην ουσιαστική αξιοποίηση των ακινήτων. Η τελική τους επιλογή, όπως είπε χαρακτηριστικά, ήταν να πάρουν τη Χρυσή Βίζα και να αφήσουν το κτίριο στην ίδια κατάσταση ή να το μεταπωλήσουν.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η πρόθεση του μέτρου ήταν διαφορετική. Στόχος ήταν να λειτουργήσει ως εργαλείο αναπτυξιακής παρέμβασης, δίνοντας κίνητρο για την αποκατάσταση κτιρίων με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική αξία. Σε αυτό το πλαίσιο είχε τεθεί και σχετικά χαμηλό όριο επένδυσης, ώστε να διευκολυνθεί η ένταξη περισσότερων ακινήτων στο σχήμα. Ωστόσο, στην πράξη το μέτρο δεν λειτούργησε με τον τρόπο που είχε σχεδιαστεί.
Η μεταφορά συντελεστή δόμησης και οι 80 δημοτικές ενότητες
Ο Γενικός Γραμματέας αναφέρθηκε εκτενώς και στην πρόοδο ενός ακόμη κρίσιμου εργαλείου, της μεταφοράς συντελεστή δόμησης. Όπως επισήμανε, η σχετική μελέτη έχει ολοκληρωθεί, παρά τις σημαντικές νομικές και τεχνικές δυσκολίες.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, έχουν επιλεγεί περίπου 80 δημοτικές ενότητες σε όλη τη χώρα, με στόχο να διασφαλιστεί η «τοπικότητα» της παρέμβασης, σύμφωνα και με τις κατευθύνσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η λογική του σχεδιασμού είναι ο συντελεστής δόμησης των διατηρητέων να μεταφέρεται εντός της ίδιας ή ευρύτερης περιοχής, χωρίς να αλλοιώνεται η πολεοδομική και κοινωνική ταυτότητα άλλων ζωνών.
Το εγχείρημα συνοδεύεται από τοπικό πολεοδομικό σχεδιασμό, αυστηρές προδιαγραφές και στρατηγική μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Οι περιοχές αυτές αναμένεται να τεθούν σε δημόσια διαβούλευση μέσα στο καλοκαίρι, σηματοδοτώντας την επόμενη φάση της διαδικασίας.
Ο Ευθύμιος Μπακογιάννης έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην εφαρμογή της μεταφοράς συντελεστή στην Αθήνα. Όπως σημείωσε, η συζήτηση για τη διάσωση των διατηρητέων δεν μπορεί να γίνεται αποσπασματικά. Δεν μπορούμε, όπως είπε, να θέλουμε να σώσουμε τα διατηρητέα στην Αθήνα, αλλά να μεταφέρουμε τον συντελεστή δόμησης αλλού.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ο σχεδιασμός των ζωνών υποδοχής βασίζεται σε συγκεκριμένα πολεοδομικά κριτήρια και ακολουθεί τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Οι περιοχές που επιλέγονται είναι εκείνες που μπορούν πραγματικά να «σηκώσουν» επιπλέον δόμηση, με όρους που ανταποκρίνονται σε σύγχρονες διεθνείς πρακτικές, όπως η ανάπτυξη γύρω από σταθερές συγκοινωνιακές υποδομές και η λογική της «πόλης των 15 λεπτών».
Παράλληλα, διευκρίνισε ότι η μεταφορά συντελεστή δεν αφορά μόνο τα τετραγωνικά μέτρα. Συνδέεται και με άλλες πολεοδομικές παραμέτρους, όπως το ύψος, ο όγκος και η συνολική ένταξη του κτιρίου στον αστικό ιστό. Είναι, όπως ανέφερε, ένα σύνολο στοιχείων που πρέπει να λειτουργούν συμπληρωματικά, ώστε να μπορεί να αξιοποιηθεί σωστά ο συντελεστής δόμησης.
Εν όψει της δημόσιας διαβούλευσης, απηύθυνε κάλεσμα προς την Τοπική Αυτοδιοίκηση, τους επιστημονικούς φορείς και την κοινωνία των πολιτών να συμμετάσχουν ενεργά και με υπευθυνότητα. Όπως είπε, η Πολιτεία έχει ήδη ολοκληρώσει έναν απαιτητικό και δαπανηρό σχεδιασμό σε συνεργασία με το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας και πλέον το βάρος πέφτει στη δημόσια συζήτηση.
Η Τράπεζα Γης και τα ιδιωτικά κεφάλαια για τα διατηρητέα
Ο Ευθύμιος Μπακογιάννης ξεκαθάρισε ότι τα έσοδα από τη μεταφορά συντελεστή δόμησης θα κατευθύνονται αποκλειστικά στη στήριξη των διατηρητέων κτιρίων, μέσω του μηχανισμού της Τράπεζας Γης, απαντώντας έτσι σε επιφυλάξεις που είχαν διατυπωθεί για τη διαχείριση των σχετικών πόρων.
Αναφερόμενος στην Τράπεζα Γης, υπενθύμισε ότι πρόκειται για ένα από τα πρώτα νομοθετήματα της κυβέρνησης το 2019, το οποίο, όπως είπε, «ανεβάζει» ουσιαστικά τη λειτουργία ενός μηχανισμού αγοράς συντελεστή δόμησης. Μέσω αυτού προσδιορίζεται η αξία του ανεκμετάλλευτου συντελεστή των διατηρητέων κτιρίων και δημιουργείται μια «δεξαμενή» πόρων για τη στήριξή τους.
Ξεκαθάρισε επίσης ότι τα χρήματα που θα προκύπτουν από αυτήν τη διαδικασία δεν είναι δημόσια, αλλά ιδιωτικά κεφάλαια που διοχετεύονται στην αγορά. Το δημόσιο χρήμα, όπως σημείωσε, είναι περιορισμένο και δύσκολα κατευθύνεται σε τέτοιες δράσεις, λόγω των δημοσιονομικών δυσκολιών και των περιορισμών που υπάρχουν στις κρατικές δαπάνες.
Η αυτοκριτική για το «Διατηρώ»
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Γενικός Γραμματέας προχώρησε σε αυτοκριτική για το πρόγραμμα «Διατηρώ», το οποίο, όπως παραδέχθηκε, δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Το βασικό πρόβλημα, όπως εξήγησε, βρίσκεται στους όρους χρηματοδότησης, καθώς τα προγράμματα που στηρίζονται σε ευρωπαϊκούς πόρους, όπως το ΕΣΠΑ, συνοδεύονται από αυστηρούς κανόνες.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, όταν θέλει κανείς να αξιοποιήσει ευρωπαϊκά κονδύλια, πρέπει να προσαρμοστεί στις προτεραιότητες που τίθενται. Στην περίπτωση αυτή, η Ευρωπαϊκή Ένωση δίνει έμφαση κυρίως στην ενεργειακή αναβάθμιση. Αυτό σημαίνει ότι τίθενται συγκεκριμένοι στόχοι, όπως η υποχρεωτική βελτίωση της ενεργειακής κατηγορίας κατά τουλάχιστον δύο βαθμίδες.
Ωστόσο, όπως υπογράμμισε, η απαίτηση αυτή συχνά συγκρούεται με την πραγματικότητα των διατηρητέων κτιρίων. Πρόκειται για κτίρια με ιδιαίτερα μορφολογικά χαρακτηριστικά, στα οποία είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθεί τέτοια ενεργειακή αναβάθμιση χωρίς να αλλοιωθεί ο χαρακτήρας τους. Έτσι αναδεικνύεται μια βασική αντίφαση ανάμεσα στους ευρωπαϊκούς στόχους και στις πραγματικές ανάγκες προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.
Το δίλημμα, όπως το περιέγραψε, είναι σαφές: είτε προσαρμόζεσαι στους κανόνες της χρηματοδότησης είτε δεν μπορείς να υλοποιήσεις αντίστοιχα προγράμματα. Αυτό το πλαίσιο εξακολουθεί να δυσκολεύει την ουσιαστική στήριξη των διατηρητέων κτιρίων στην πράξη.
Οι διαπραγματεύσεις με την Κομισιόν και η χρηματοδότηση
Ο Ευθύμιος Μπακογιάννης στάθηκε ιδιαίτερα και στις διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το νέο πρόγραμμα στήριξης των διατηρητέων, επισημαίνοντας ότι το τελικό σχήμα προέκυψε έπειτα από πολύ μεγάλη προσπάθεια.
Όπως ανέφερε, η Κομισιόν αποδέχθηκε τελικά να χρηματοδοτήσει έως και το 50% της συνολικής δαπάνης για παρεμβάσεις σε διατηρητέα κτίρια, ποσοστό που συνδέεται με τους κανόνες κρατικών ενισχύσεων. Σημαντική εξέλιξη αποτελεί το γεγονός ότι στον νέο οδηγό εντάχθηκε και η χρηματοδότηση των μελετών, καθώς και κρίσιμες εργασίες, όπως η ενίσχυση του φέροντος οργανισμού, οι οποίες αρχικά δεν καλύπτονταν.
Ωστόσο, όπως υπογράμμισε, η ευρωπαϊκή πλευρά δεν έκανε πίσω στις απαιτήσεις για ενεργειακή αναβάθμιση. Έτσι, η χρηματοδότηση συνδέεται υποχρεωτικά με την επίτευξη συγκεκριμένων ενεργειακών στόχων, ακόμη και αν αυτοί είναι δύσκολο να εφαρμοστούν σε κτίρια με ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά.
Για τον λόγο αυτόν, στον σχεδιασμό εντάχθηκαν και «αφανείς» παρεμβάσεις, όπως βελτιώσεις σε μηχανολογικά συστήματα, που μπορούν να συμβάλουν στην ενεργειακή απόδοση χωρίς να αλλοιώνουν την όψη των κτιρίων.
Το πρόγραμμα έχει προϋπολογισμό 75 εκατ. ευρώ και ήδη εξασφαλισμένη χρηματοδότηση, ενώ υπάρχει πρόβλεψη για επέκταση έως και τα 150 εκατ. ευρώ, εφόσον υπάρξει ισχυρή ζήτηση. Όπως σημείωσε, έχει δοθεί σχετική δέσμευση από την πολιτική ηγεσία, υπό την προϋπόθεση ότι οι αιτήσεις θα ωριμάσουν και θα απορροφηθούν τα κονδύλια.
Παρά ταύτα, αναγνώρισε ότι υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι. Ο βασικός προβληματισμός αφορά την ωριμότητα των μελετών και τις καθυστερήσεις στις εγκρίσεις, λόγω υποστελέχωσης των υπηρεσιών και αυξημένου φόρτου εργασίας. Υπάρχει, όπως ανέφερε, μεγάλη πίεση και καθυστερήσεις, κάτι που είναι γνωστό και εξηγεί γιατί δεν δεσμεύτηκαν εξαρχής μεγαλύτερα κονδύλια.
Ο οδηγός του προγράμματος έχει ήδη τεθεί δύο φορές σε δημόσια διαβούλευση και η πρόσκληση αναμένεται να εκδοθεί άμεσα. Πρόκειται, όπως σημείωσε, για ένα πρώτο βήμα, το οποίο σε συνδυασμό με την Τράπεζα Γης μπορεί να δώσει μια αρχική «ανάσα» χρηματοδότησης για τα διατηρητέα κτίρια.