Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα δεν αποτυπώνεται πλέον μόνο στις συνεχείς αυξήσεις των τιμών ακινήτων και ενοικίων. Αντανακλάται πλέον, με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο, στην καθημερινότητα των νέων, οι οποίοι δυσκολεύονται ολοένα και περισσότερο να αποκτήσουν τη δική τους κατοικία και να δημιουργήσουν ανεξάρτητο νοικοκυριό. Η εκτόξευση του κόστους στέγασης, σε συνδυασμό με τους μισθούς που παραμένουν χαμηλοί σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες διαβίωσης και το αυξημένο κόστος της καθημερινότητας, μετατρέπει την έξοδο από το πατρικό σπίτι σε στόχο που για πολλούς μοιάζει πλέον απρόσιτος.
Την εικόνα αυτή αποτυπώνουν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, σύμφωνα με τα οποία η Ελλάδα καταγράφει τη δεύτερη υψηλότερη επίδοση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς το ποσοστό των νέων ηλικίας 25 έως 34 ετών που εξακολουθούν να διαμένουν με τους γονείς τους. Πρόκειται για έναν δείκτη που δεν περιγράφει απλώς τις συνθήκες στην αγορά κατοικίας, αλλά αποκαλύπτει πόσο δύσκολη έχει γίνει η οικονομική αυτονόμηση μιας ολόκληρης γενιάς.
Ειδικότερα, το 56,3% των νέων ηλικίας 25 έως 34 ετών στην Ελλάδα εξακολουθεί να ζει στο οικογενειακό σπίτι, ενώ ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώνεται μόλις στο 30,1%. Με άλλα λόγια, περισσότεροι από ένας στους δύο νέους στη χώρα δεν έχουν ακόμη καταφέρει να αποκτήσουν τη δική τους κατοικία ή να νοικιάσουν ένα σπίτι, ώστε να ζήσουν αυτόνομα. Η διαφορά σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο είναι εντυπωσιακή, καθώς στην Ελλάδα το ποσοστό είναι σχεδόν διπλάσιο.
Δομικό πρόβλημα στη Νότια Ευρώπη – Άλλη εικόνα στον Βορρά
Χειρότερη επίδοση εμφανίζει μόνο η Κροατία, όπου το 62,3% των νέων παραμένει στο πατρικό σπίτι. Ακολουθούν η Σλοβακία με 54,3%, η Πολωνία με 51%, η Ιταλία με 50,7% και η Ισπανία με 50,2%, γεγονός που δείχνει ότι το πρόβλημα εμφανίζεται εντονότερα στις χώρες της Νότιας και της Ανατολικής Ευρώπης. Οι οικονομίες αυτές έχουν κοινά χαρακτηριστικά, όπως χαμηλότερα εισοδήματα, δυσκολότερη πρόσβαση στην αγορά εργασίας, υψηλότερη στεγαστική επιβάρυνση και περιορισμένη διαθεσιμότητα προσιτών κατοικιών.
Στον αντίποδα, οι χώρες της Βόρειας Ευρώπης παρουσιάζουν εντελώς διαφορετική εικόνα. Στη Δανία μόλις το 3,9% των νέων ηλικίας 25 έως 34 ετών εξακολουθεί να ζει με τους γονείς του, ενώ στη Φινλανδία το αντίστοιχο ποσοστό διαμορφώνεται στο 4%. Ακολουθούν η Σουηδία με 7,5%, η Ολλανδία με 10,9%, η Γερμανία με 13,5% και η Γαλλία με 14,8%. Η σύγκριση είναι αποκαλυπτική. Στη Δανία μόλις ένας στους 25 νέους παραμένει στο οικογενειακό σπίτι, ενώ στην Ελλάδα περισσότεροι από ένας στους δύο.
Η μεγάλη αυτή απόσταση δεν εξηγείται μόνο από διαφορετικές κοινωνικές ή πολιτισμικές αντιλήψεις γύρω από την οικογένεια. Αντίθετα, αντανακλά κυρίως τις διαφορές στις οικονομικές συνθήκες, στους μισθούς, στις δυνατότητες χρηματοδότησης, στην ύπαρξη κοινωνικής κατοικίας και στη συνολική λειτουργία της αγοράς κατοικίας. Στις περισσότερες χώρες της Βόρειας Ευρώπης, οι νέοι μπορούν ευκολότερα να νοικιάσουν ή να αγοράσουν την πρώτη τους κατοικία, καθώς διαθέτουν υψηλότερα εισοδήματα, καλύτερη πρόσβαση σε στεγαστική χρηματοδότηση και μεγαλύτερη προσφορά κατοικιών προς ενοικίαση.
Ο Έλληνας δεν μπορεί να βρει σπίτι και οι συνέπειες είναι… δημογραφικές
Στην Ελλάδα, αντίθετα, η αγορά κατοικίας εξακολουθεί να δέχεται έντονες πιέσεις. Τα τελευταία χρόνια οι τιμές πώλησης των ακινήτων αυξάνονται με σταθερούς ρυθμούς, ενώ ακόμη μεγαλύτερες είναι οι ανατιμήσεις που έχουν καταγραφεί στα ενοίκια. Η περιορισμένη προσφορά διαθέσιμων κατοικιών, η αυξημένη επενδυτική δραστηριότητα, η ανάπτυξη της βραχυχρόνιας μίσθωσης σε αρκετές περιοχές και η έντονη ζήτηση τόσο από Έλληνες όσο και από ξένους αγοραστές έχουν περιορίσει σημαντικά τις επιλογές για όσους αναζητούν μια οικονομικά προσιτή κατοικία.
Η κατάσταση είναι ακόμη πιο δύσκολη στα μεγάλα αστικά κέντρα. Στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, αλλά και σε περιοχές με έντονη τουριστική δραστηριότητα, τα διαθέσιμα διαμερίσματα προς ενοικίαση είναι λιγότερα, ενώ οι ζητούμενες τιμές έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Για έναν νέο εργαζόμενο που βρίσκεται στην αρχή της επαγγελματικής του πορείας, το ενοίκιο απορροφά πλέον μεγάλο μέρος του μηνιαίου εισοδήματός του. Αν προστεθούν οι λογαριασμοί ηλεκτρικής ενέργειας, τα κοινόχρηστα, οι μετακινήσεις και οι υπόλοιπες βασικές δαπάνες διαβίωσης, η ανεξάρτητη κατοικία μετατρέπεται σε μια εξαιρετικά δαπανηρή επιλογή.
Έτσι, ολοένα και περισσότεροι νέοι επιλέγουν -ή αναγκάζονται- να παραμείνουν στο πατρικό τους σπίτι, όχι επειδή δεν επιθυμούν να ανεξαρτητοποιηθούν, αλλά επειδή η οικονομική πραγματικότητα δεν τους επιτρέπει να καλύψουν το αυξημένο κόστος στέγασης. Για πολλούς, η συγκατοίκηση με την οικογένεια αποτελεί τον μοναδικό τρόπο να περιορίσουν τα έξοδά τους, να αντιμετωπίσουν τις αυξημένες οικονομικές υποχρεώσεις και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να καταφέρουν να αποταμιεύσουν ένα μικρό ποσό.
Οι συνέπειες αυτής της πραγματικότητας δεν περιορίζονται μόνο στην αγορά κατοικίας. Η καθυστέρηση της οικονομικής ανεξαρτησίας μεταθέτει χρονικά τη δημιουργία νέων νοικοκυριών, επηρεάζει αποφάσεις όπως ο γάμος ή η απόκτηση παιδιών και παρατείνει την οικονομική εξάρτηση των νέων από την οικογένεια. Ταυτόχρονα, επηρεάζει και τη λειτουργία της ίδιας της αγοράς ακινήτων, καθώς περιορίζεται η ζήτηση για μικρότερες κατοικίες που παραδοσιακά αποτελούν την πρώτη επιλογή ενός νέου ανθρώπου που ξεκινά την αυτόνομη ζωή του.
