Έναν αιώνα ζωής και περισσότερα από 70 χρόνια αστείρευτης δημιουργίας συμπλήρωσε στις 28 Ιουνίου ο Μελ Μπρουκς. Ο άνθρωπος που «αναποδογύρισε» την κινηματογραφική κωμωδία, σατίρισε όσο λίγοι το Χόλιγουντ και χάρισε μερικές από τις πιο αστείες ταινίες όλων των εποχών, εξακολουθεί στα 100 του να ετοιμάζει ακόμη μία κινηματογραφική επιστροφή.
Ο Μελ Μπρουκς είναι ο άνθρωπος που απέδειξε ότι μπορείς να γελάσεις ακόμη και με τον Χίτλερ (The Producers – η πρώτη του ταινία) χωρίς να τον εξωραΐζεις, αλλά γελοιοποιώντας τον.
Επηρέασε σχεδόν κάθε μεταγενέστερη παρωδία, από το «Airplane!» μέχρι το «The Naked Gun» (Tρελές Σφαίρες) και αμέτρητους σκηνοθέτες και ηθοποιούς.
Συνέβαλε στην καθιέρωση της μεταμοντέρνας παρωδίας στον κινηματογράφο.
Πρωταγωνιστής, σκηνοθέτης, σεναριογράφος αλλά κυρίως διασκεδαστής και δημιουργός θεάματος, σε βαθμό που οι ταινίες του δεν ξεχνιούνται εύκολα.
Ο δαιμόνιος καλλιτέχνης, αγαπήθηκε και αγαπιέται ακόμα από το κοινό, με τις ξεκαρδιστικές ταινίες του, τα ευφυή σενάριά του, τις απολαυστικές ερμηνείες του αλλά και την ιδιαίτερη σκηνοθεσία του.

Ο Μελ Μπρουκς το 1981
Μιας σκηνοθεσίας που παράγει ένα πηγαίο γέλιο, το δυσκολότερο ίσως αποτέλεσμα στον κινηματογράφο και το θέατρο. Την κωμωδία που σου αφήνει κάτι περισσότερο από μερικές ευχάριστες στιγμές.
Αιρετικός και καυστικός, κυρίως απέναντι στο ίδιο το Χόλιγουντ, το οποίο παρώδησε όσο λίγοι, ο Μπρουκς, μαζί με τον Γούντι Άλεν, ανανέωσαν ριζικά την αμερικανική κωμωδία. Ο πρώτος απευθύνθηκε στο ευρύ κοινό μέσα από την παρωδία και την ανατρεπτική σάτιρα, ενώ ο δεύτερος ακολούθησε έναν πιο προσωπικό, νευρωτικό, αυτοσαρκαστικό και υπαρξιακό δρόμο έκφρασης.
Πηγαίο ταλέντο από μικρός
Παραμένοντας διαυγής και πάντα νέος, ο αιωνόβιος Μπρουκς διαθέτει μία πολυσχιδή προσωπικότητα. Ξεκίνησε, όπως και ο Γούντι Άλεν, να γράφει κωμικά σκετσάκια για γνωστούς κωμικούς και σταντ απ κόμεντι, πέρασε από τη μουσική ως ντράμερ, βρέθηκε γρήγορα στην τηλεόραση και στο περίφημο «Your Show of Shows» με τον σταρ του «κουτιού» Σιντ Σίζαρ, γέμισε εκατομμύρια σελίδες κειμένων και σεναρίων και μπήκε στην υποκριτική προκαλώντας το γέλιο άμα τη εμφανίσει.
Δεν είναι τυχαίο ότι είναι από τους λιγοστούς καλλιτέχνες που έχουν καταφέρει να μπουν στον κλειστό κύκλο αυτών που κέρδισαν τα κορυφαία βραβεία της αμερικανικής βιομηχανίας του θεάματος, όπως Emmy, Grammy, Όσκαρ και Tony.
Ξεπερνώντας προβλήματα με την κωμωδία
Ο Μέλβιν Τζέιμς Καμίνσκι, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στις 28 Ιουνίου του 1926 στο Μπρούκλιν, από Γερμανοεβραίο πατέρα και Ρωσοεβραία μητέρα, έχοντας τρία μεγαλύτερα αδέλφια.
Οικογένεια εργατικής τάξης, είχε οικονομικές δυσκολίες, που θα ενταθούν όταν ο πατέρας του πέθανε σε ηλικία 34 ετών από φυματίωση των νεφρών και ο μικρός Μελ ήταν ακόμη δύο ετών.
Τα προβλήματα θα τα ξεπεράσει από μικρός με την κωμωδία. Άλλωστε ο Μπρουκς, όνομα που υιοθέτησε αργότερα, προς χάριν της υποστηρικτικής και γενναίας μητέρας του (το γένος Μπρούκμαν), παρότι ήταν ένα ασθενικό παιδί, ήταν από γεννησιμιού του αστείος.
Από παιδί διασκεδαστής
Μικρόσωμος, δεχόταν από μικρός εκφοβισμό και πειράγματα από τους συμμαθητές του, ενώ σε ηλικία 9 χρόνων όταν είδε στο θέατρο το «Anything Goes» με τους Γουίλιαμ Γκάξτον και Βίκτορ Μουρ, είπε στον αγαπημένο του θείο ότι θέλει να δουλέψει στον χώρο του θεάματος.
Στα 14 του βρήκε δουλειά ως διασκεδαστής σε ένα ξενοδοχείο δεύτερης κατηγορίας, γνωρίζοντας εκεί και τον Σιντ Σίζαρ. Με τις τρελές του φάρσες είχε επιτυχία στο κοινό του ξενοδοχείου, ενώ σπούδαζε και ντραμς με τον μουσικό της τζαζ Μπάντι Ριτς.
Τελειώνοντας το Λύκειο, ήταν ήδη ένας ολοκληρωμένος μίμος, κωμικός και ντράμερ. Με το που ενηλικιώθηκε κατατάχθηκε στον στρατό, υπηρετώντας στο ευρωπαϊκό μέτωπο, όπου ήρθε κατάφατσα με τον θάνατο και τις φρικαλεότητες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Επιστρέφοντας στη χώρα του εργάστηκε ως σταντ απ κωμικός, αξιοποιώντας το αυτοσχεδιαστικό του ταλέντο και άρχισε να γράφει αστεία για κωμικές τηλεοπτικές σειρές και γνωστούς κωμικούς μαζί με τον Γούντι Άλεν.
Το ντεμπούτο με το Όσκαρ
Το 1965 ο Μελ Μπρουκς δημιουργεί την πετυχημένη τηλεοπτική κωμωδία «Get Smart» με πρωταγωνιστή τον ταλαντούχο «ηλίθιο» πράκτορα Ντον Άνταμς. Ήταν ένα τρελό, πρωτοποριακό σόου με έμπνευση από σουρεαλιστικό καρτούν, πολύ διαφορετικό από τις ως τότε βαρετές sitcoms. Η σειρά προβλήθηκε και στην ελληνική τηλεόραση σημειώνοντας επιτυχία.
Έπειτα από αρκετή τηλεόραση και περιζήτητα κείμενα στο θέατρο, καθώς είχε ήδη γνωριστεί με τον ισόβιο συνοδοιπόρο του Καρλ Ράινερ, έξοχο γραφιά, αστείρευτο χιουμορίστα και πολύ καλό ηθοποιό (όλοι θα τον αναγνωρίσουν στα φιλμ «Η Συμμορία των 11, 12 και 13 ως τον ηλικιωμένο κύριο Σολ Μπλουμ), τού μπήκε η ιδέα να εμπλακεί και με τον κινηματογράφο.
Μετά από αρκετές απορρίψεις από τα μεγάλα στούντιο, ο Μπρουκς βρήκε έναν ανεξάρτητο διανομέα και έπειτα από πολλές περιπέτειες και την έγκριση-υποστήριξη του Πίτερ Σέλερς, κάνει το μεγάλο βήμα στο σινεμά.
Έτσι, ως ακόμη άγνωστος σκηνοθέτης, παρουσιάζει τη θρυλική παρωδία για το Μπρόντγουεϊ «Αυτοί οι Τρελοί Τρελοί Παραγωγοί» (The Producers, 1968), έχοντας ως στόρι δυο αποτυχημένους παραγωγούς, που βρίσκονται στο χείλος της καταστροφής και αποφασίζουν να ανεβάσουν μία σατιρική κωμωδία για τον Χίτλερ και την Εύα Μπράουν, με στόχο την αποτυχία της, για να βγάλουν χρήματα από ένα λογιστικό κόλπο.
Με πρωταγωνιστές τους ανεπανάληπτους Τζιν Γουάιλντερ και Ζίρο Μόστελ, το φιλμ έλαβε ανάμικτες κριτικές λόγω του θράσους μιας αιχμηρής γλώσσας και της τολμηρής σάτιρας, καθώς μία μερίδα συντηρητικών κριτικών δεν μπορούσε να συγχωρέσει το καυστικό χιούμορ του Μπρουκς.
Με τον καιρό, όμως, η ταινία θα καταστεί κλασική κωμωδία και θα αποκτήσει τεράστια φήμη. Παρά ταύτα, η Ακαδημία τού χάρισε το Όσκαρ Σεναρίου, νικώντας έτσι ακόμα και τον καταξιωμένο Κιούμπρικ.
Καυτές Σέλες και Φρανκεστάιν Τζούνιορ
Τρία χρόνια αργότερα ήρθε «Το Μυστήριο με τις 12 Καρέκλες» (1970), μία σάτιρα της Οκτωβριανής Επανάστασης και της Εκκλησίας, ενώ το 1974 έκανε ένα διπλό μπαμ με το γουέστερν παρωδία «Μπότες, Σπηρούνια και Καυτές Σέλες» και την παρωδία ταινιών τρόμου «Φρανκεστάιν Τζούνιορ».
Στην πρώτη ταινία, με Τζιν Γουάιλντερ, Κλέβον Λιτλ και τον ίδιο σε έναν χαρακτηριστικό ρόλο, θα προκαλέσει ντελίριο με τους αναχρονισμούς του και το αστείρευτο χιούμορ του, ενώ στη δεύτερη, με τον ίδιο και τους Γουάιλντερ, Πίτερ Μπόιλ (στον ρόλο του τέρατος) και τον απίστευτο Μάρτι Φέλντμαν, στήνει μία από τις καλύτερες κωμωδίες όλων των εποχών και δηλώνοντας εμφατικά την μεταμοντέρνα σάτιρα του ίδιου του σινεμά.

Silent Movie 1976 (H Tελευταία Τρέλα του Mελ Μπρουκς)
Βωβός ύμνος στις πρώτες κωμωδίες
Το 1976 επιχειρεί ένα τολμηρό βήμα, γυρίζοντας μια βωβή κωμωδία «Η Τελευταία Τρέλα του Μελ Μπρουκς», ύμνος και φόρος τιμής στην εποχή των πρώτων χρόνων του κινηματογράφου και τους μεγάλους Τσάπλιν και Κίτον.
Τον επόμενο χρόνο, περιλαμβάνει τον Χίτσκοκ, με το «Λίγο… Πολύ… Τρελούτσικος», καθώς θα φέρει απέναντι στο σασπένς την κωμωδία και τη φάρσα.
Ακολουθεί η ελαφρώς χοντροκομμένη «Τρελή Ιστορία του Κόσμου» (1981), βάζοντας στο στόχαστρό του τη χλαμύδα και τις επικές παραγωγές, φανερώνοντας ότι η καριέρα του αρχίζει να παίρνει την κατηφόρα.
Κλείνοντας τον κύκλο
Έξι χρόνια αργότερα, βάζει στο μάτι τη μανία των διαστημικών ταινιών, με τη σάτιρα «Μπαλάκια Τρίτου Τύπου» (Space Balls – παρωδία Star Wars), τη «Σκυλίσια Ζωή» (1991), τον μύθο του Ρομπέν των Δασών με τους «Ήρωες με τα Κολάν» (1993), ενώ το 1995 παρουσίασε την τελευταία του ταινία «Δράκουλας: Νεκρός και Μ’ Αρέσει».
Οι εποχές έχουν αλλάξει ραγδαία και ο Μπρουκς πλέον έχει κλείσει τον κύκλο του, αφήνοντας ως παρακαταθήκη το πνεύμα ενός ατρόμητου χιουμορίστα, που αμφισβήτησε τους κανόνες του Χόλιγουντ και δίστασε να σατιρίσει το σινεμά, που λάτρευε.
Ήδη όμως βρίσκεται στα σκαριά το σίκουελ της sci-fi παρωδίας του, «Spaceballs». Η ταινία «Spaceballs: The New One» αναμένεται να κυκλοφορήσει στους κινηματογράφους τον Απρίλιο του 2027.
Οι θαυμαστές μπορούν να προσδοκούν σε μια νέα συνάντηση με τον Lord Dark Helmet, την Princess Vespa και πολλούς άλλους χαρακτήρες του πρωτότυπου φιλμ του 1987. Στην ταινία συμμετέχουν αρκετά μέλη του αρχικού καστ, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του Μπρουκς, ο οποίος επιστρέφει στον εμβληματικό ρόλο του Yogurt.
Στην προσωπική του ζωή, υπήρξε παντρεμένος με την Αμερικανίδα ηθοποιό Αν Μπάνκροφτ, με την οποία έζησε 41 χρόνια μέχρι τον θάνατό της το 2005. Η Μπάνκροφτ αποτελεί επίσης εμβληματική μορφή της έβδομης τέχνης, έχοντας γράψει ιστορία ως «Κυρία Ρόμπινσον» στην ταινία «Ο Πρωτάρης», στο πλευρό του Ντάστιν Χόφμαν.
Ένας γεμάτος, δημιουργικός αιώνας δεν είναι μικρό πράγμα…
