H νέα ενεργειακή αρχιτεκτονική της Ευρώπης αποτελεί προϊόν κοινής προσπάθειας πολλών κρατών, με την Ελλάδα να διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο, σημείωσε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, μιλώντας στο συνέδριο EnergyCorridors. Όπως εξήγησε, η συζήτηση ξεκίνησε από μια οικονομική αναγκαιότητα, όταν το καλοκαίρι του 2024 η ελληνική κυβέρνηση έφερε στο προσκήνιο τις σημαντικές αποκλίσεις στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ της Νοτιοανατολικής και της Κεντρικής Ευρώπης.
Στο πλαίσιο αυτό, υπενθύμισε την επιστολή που απέστειλε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης τον Ιανουάριο του 2025 στην πρόεδρο της Κομισιόν, επισημαίνοντας ότι αυτές οι μεγάλες αποκλίσεις υπονομεύουν την οικονομική και κοινωνική συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Δεν μπορούμε να μιλάμε για πραγματική ευρωπαϊκή ενοποίηση χωρίς ενιαία ενεργειακή αγορά», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Όπως ανέφερε, η πρωτοβουλία απέκτησε γρήγορα έντονη γεωπολιτική διάσταση, χωρίς να χάσει την οικονομική της σημασία. «Μέχρι το 2024 είχαμε 27 διαφορετικές ενεργειακές πολιτικές χωρίς μια κεντρική στρατηγική. Σήμερα οι ενεργειακοί διάδρομοι έχουν όμως εξελιχθεί παράλληλα σε άξονες γεωπολιτικής σταθερότητας», τόνισε, χαρακτηρίζοντας σημαντικό βήμα την πρωτοβουλία Grids Package, παρά τις αρχικές αντιδράσεις που εκδηλώθηκαν από χώρες της Βόρειας Ευρώπης.
Ο κ. Παπασταύρου υπογράμμισε ότι η Ευρώπη καλείται να προχωρήσει συντονισμένα, διαφορετικά κινδυνεύει να αντιμετωπίσει σοβαρές διαλυτικές συνέπειες. Παράλληλα, σημείωσε ότι η Ελλάδα διέγνωσε έγκαιρα τη γεωπολιτική διάσταση των ενεργειακών εξελίξεων και αξιοποίησε το ισχυρό δυναμικό του εγχώριου επιχειρηματικού τομέα, ο οποίος, όπως είπε, θα είναι εκείνος που θα δώσει «σάρκα και οστά» σε μεγάλες πρωτοβουλίες, όπως ο Κάθετος Διάδρομος. Πρόσθεσε, μάλιστα, ότι η επόμενη ημέρα για την Ουκρανία δημιουργεί σημαντικές ευκαιρίες και για τις ελληνικές επιχειρήσεις.
«Ενεργειακή μετάβαση χωρίς ιδεολογικές αγκυλώσεις»
Αναφερόμενος στην Ανατολική Μεσόγειο, ο υπουργός χαρακτήρισε ιδιαίτερα σημαντικό το σχήμα «3+1», επισημαίνοντας ότι ο μόνος τομέας στον οποίο έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα συναντήσεις αυτού του σχήματος είναι η ενέργεια. Όπως είπε, η πρωτοβουλία διαμορφώνει ένα νέο πλαίσιο συνεργασίας, σταθερότητας και ανάπτυξης στην περιοχή, χωρίς να αποκλείει καμία χώρα, αλλά απορρίπτοντας μονομερείς και εκβιαστικές συμπεριφορές.
Σύμφωνα με τον ίδιο, στόχος είναι η δημιουργία ενός σταθερού πλαισίου κανόνων, βασισμένου στο εμπορικό δίκαιο και το Δίκαιο της Θάλασσας, το οποίο θα επιτρέψει στον επιχειρηματικό τομέα να αναπτύξει νέους ενεργειακούς άξονες συνεργασίας. Παράλληλα, προωθείται η δημιουργία μόνιμης δομής για τον συντονισμό προγραμμάτων και την αντιμετώπιση κοινών προκλήσεων στον ενεργειακό τομέα της Ανατολικής Μεσογείου. Ο υπουργός επισήμανε ότι οι τελευταίες εξελίξεις στην περιοχή του Περσικού Κόλπου, και ειδικότερα γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, αναδεικνύουν ακόμη περισσότερο τη σημασία της πρωτοβουλίας.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις έρευνες υδρογονανθράκων, τονίζοντας ότι η κυβέρνηση επιδιώκει την ανάπτυξη του τομέα, όχι όμως με οποιοδήποτε κόστος. «Θέλουμε να αξιοποιήσουμε τους υδρογονάνθρακες, όπως έχουν κάνει όλες οι γειτονικές χώρες, αλλά με τα υψηλότερα δυνατά στάνταρ περιβαλλοντικής προστασίας», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι το γεωτρύπανο Stena DrillMAX, που θα κάνει τον επόμενο Φεβρουάριο την ερευνητική γεώτρηση στο μπλοκ 2 στο Ιόνιο, συγκαταλέγεται στα πλέον σύγχρονα διεθνώς ως προς τις περιβαλλοντικές προδιαγραφές.
Ο κ. Παπασταύρου ξεκαθάρισε ότι η προστασία του περιβάλλοντος αποτελεί αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα της κυβερνητικής πολιτικής. «H ενεργειακή μετάβαση πρέπει να προχωρήσει χωρίς ιδεολογικές αγκυλώσεις, αλλά και χωρίς εκπτώσεις στους περιβαλλοντικούς κανόνες», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε και στο νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, επισημαίνοντας ότι η κυβέρνηση απέρριψε προτάσεις που θα οδηγούσαν σε χαλάρωση των περιβαλλοντικών δικλείδων ασφαλείας, όπως στις Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ). Όπως τόνισε, η επιλογή είναι η βιώσιμη ανάπτυξη, με σαφείς περιορισμούς, όπως η μη εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σε περιοχές Natura, η απαγόρευση ανεμογεννητριών σε υψόμετρο άνω των 1.200 μέτρων και στα μικρά νησιά.
