Για μείωση του χρέους στην Ελλάδα κάνει λόγο το ΔΝΤ στην ετήσια τεχνική έκθεση του, για τις κοινές οικονομικές πολιτικές της Ευρωζώνης. Το Ταμείο προειδοποιεί για αυξημένους συστημικούς κινδύνους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, τονίζοντας την ανάγκη για ευέλικτη μακροοικονομική πολιτική και μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύσουν την ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Ακόμα, η ενεργειακή κρίση που προκλήθηκε από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή επιβαρύνει τις προοπτικές ανάπτυξης της Ευρωζώνης και αυξάνει τους κινδύνους για τον πληθωρισμό.
Ειδικότερα, η οικονομία της Ευρωζώνης είχε επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα πριν από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή, ωστόσο η νέα ενεργειακή κρίση επιβαρύνει πλέον σημαντικά τις προοπτικές ανάπτυξης και αυξάνει τους κινδύνους για τον πληθωρισμό, σύμφωνα με την ετήσια τεχνική έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) για τις κοινές οικονομικές πολιτικές της Ευρωζώνης, η οποία ωστόσο, προβλέπει θετικές εξελίξεις για την Ελλάδα, και συγκεκριμένα, ότι περιλαμβάνεται στις χώρες που θα δουν μείωση του κρατικού χρέους τους.
Ανθεκτική οικονομία πριν από την κρίση
Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι το 2025 η οικονομία της Ευρωζώνης κινήθηκε ελαφρώς πάνω από τον δυνητικό ρυθμό ανάπτυξής της, ενώ ο πληθωρισμός παρέμεινε κοντά στον στόχο για το μεγαλύτερο μέρος του έτους. Το παραγωγικό κενό είχε ουσιαστικά κλείσει, ενώ το πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών περιορίστηκε. Παράλληλα, η εξωτερική θέση της Ευρωζώνης κρίνεται ότι βρίσκεται σε γενικές γραμμές σε ευθυγράμμιση με τα μεσοπρόθεσμα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη.
Η εικόνα αυτή επιδεινώθηκε μετά το ξέσπασμα του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Αν και στις 15 Ιουνίου ανακοινώθηκε συμφωνία-πλαίσιο για τον τερματισμό των εχθροπραξιών, το ΔΝΤ σημειώνει ότι εξακολουθεί να επικρατεί μεγάλη αβεβαιότητα σχετικά με το πότε θα αποκατασταθούν πλήρως οι ενεργειακές προμήθειες.

Ως αποτέλεσμα, παραμένει άγνωστο για πόσο διάστημα οι τιμές της ενέργειας θα διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα σε σχέση με την προπολεμική περίοδο, αλλά και πόσο έντονα θα μεταφερθούν οι επιπτώσεις τους στην πραγματική οικονομία. Η κατάσταση αυτή δυσκολεύει σημαντικά τις αποφάσεις των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι οι νέες προκλήσεις έρχονται να προστεθούν στα διαρθρωτικά προβλήματα της Ευρώπης, όπως η χαμηλή αύξηση της παραγωγικότητας και η γήρανση του πληθυσμού, που περιορίζουν το δυνητικό αναπτυξιακό δυναμικό της οικονομίας.
Παράλληλα, η γεωοικονομική κατακερματισμένη πραγματικότητα και οι ταχύτατες τεχνολογικές εξελίξεις αυξάνουν την ανάγκη για επενδύσεις σε ψηφιακές τεχνολογίες και καθαρή ενέργεια, ενώ η προσπάθεια μείωσης της εξάρτησης από το εξωτερικό μέσω διαφοροποίησης του εμπορίου ή ανάπτυξης εγχώριων παραγωγικών δυνατοτήτων συνεπάγεται δημοσιονομικό κόστος και ενδεχόμενη απώλεια αποδοτικότητας.
Χαμηλότερη ανάπτυξη και υψηλότερος πληθωρισμός
Στο βασικό σενάριο της έκθεσης World Economic Outlook του Ιουλίου, το ΔΝΤ υποθέτει ότι το ενεργειακό σοκ από τον πόλεμο θα ενισχυθεί μετρίως μέσω της επιδείνωσης της εμπιστοσύνης και της αυστηροποίησης των χρηματοπιστωτικών συνθηκών.
Σε σύγκριση με τις προπολεμικές προβλέψεις, η ανάπτυξη της Ευρωζώνης αναμένεται να είναι χαμηλότερη κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες το 2026 και κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες το 2027, με τον ρυθμό ανάπτυξης να διαμορφώνεται στο 0,9% και 1,2%, αντίστοιχα.
Η ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται να επιβραδυνθεί εξαιτίας της αύξησης του ενεργειακού κόστους και της μείωσης του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, αν και οι σχετικά υγιείς ισολογισμοί τους λειτουργούν ως αντιστάθμισμα. Αντίστοιχα, η ιδιωτική επένδυση αναμένεται να επηρεαστεί αρνητικά από το υψηλότερο κόστος παραγωγής και τη συνεχιζόμενη αβεβαιότητα.
Αντίθετα, οι δαπάνες για άμυνα και υποδομές –κυρίως στη Γερμανία– εκτιμάται ότι θα παραμείνουν ουσιαστικά ανεπηρέαστες, ενώ η συμβολή του εξωτερικού τομέα στην ανάπτυξη αναμένεται να παραμείνει σχεδόν αμετάβλητη.
Παράλληλα, ο γενικός πληθωρισμός προβλέπεται να αυξηθεί στο 2,9% το 2026 και στο 2,3% το 2027, ενώ ο δομικός πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 2,3% και τα δύο έτη.

Το Ταμείο επισημαίνει ότι η άνοδος των τιμών της ενέργειας αυξάνει τόσο τον γενικό πληθωρισμό όσο και τις βραχυπρόθεσμες πληθωριστικές προσδοκίες, οι οποίες έχουν ήδη ενισχυθεί κατά 40 μονάδες βάσης από τις αρχές Ιουνίου.
Ωστόσο, σε αντίθεση με όσα συνέβησαν μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, η αντίδραση των αγορών είναι πιο ήπια, καθώς το σημερινό σοκ επηρεάζει κυρίως το πετρέλαιο και λιγότερο το φυσικό αέριο, ενώ η μεγαλύτερη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και οι βελτιωμένες ενεργειακές υποδομές περιορίζουν τη μεταφορά του κόστους στην οικονομία.
Το Ταμείο υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι τόσο η οικονομική δραστηριότητα όσο και ο πληθωρισμός ενδέχεται να εξελιχθούν διαφορετικά, ανάλογα με την ένταση και τη διάρκεια των επιπτώσεων του ενεργειακού σοκ.
Άνοδος του δημόσιου χρέους έως το 2031
Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, το ΔΝΤ προβλέπει περιορισμένη δημοσιονομική προσαρμογή, καθώς οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες περιορίζουν τα περιθώρια δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Οι αμυντικές δαπάνες στην Ευρωζώνη εκτιμάται ότι θα αυξηθούν από 2% του ΑΕΠ το 2025 σε 2,4% του ΑΕΠ το 2031, με διαφορετικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη, τον πληθωρισμό και τα δημόσια οικονομικά ανά χώρα. Παράλληλα, το δημόσιο χρέος της Ευρωζώνης προβλέπεται να συνεχίσει την ανοδική του πορεία, από 87% του ΑΕΠ το 2025 σε περίπου 90% του ΑΕΠ το 2031, με αυξήσεις να αναμένονται κυρίως σε χώρες όπως η Γαλλία και η Γερμανία.
Αντίθετα, το ΔΝΤ εκτιμά ότι το δημόσιο χρέος θα συνεχίσει να αποκλιμακώνεται σε ορισμένες χώρες της περιφέρειας, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ισπανία.
Πιθανή νέα αύξηση επιτοκίων από την ΕΚΤ
Στο βασικό του σενάριο, το ΔΝΤ εκτιμά ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα προχωρήσει σε ακόμη μία αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης μέσα στο 2026, ανεβάζοντας το βασικό επιτόκιο στο 2,5% έως το τέλος του έτους.
Την ίδια στιγμή, η δημοσιονομική πολιτική της Ευρωζώνης εκτιμάται ότι θα παραμείνει συνολικά ουδέτερη. Το διαρθρωτικό πρωτογενές ισοζύγιο προβλέπεται να υποχωρήσει οριακά από -1,4% του ΑΕΠ το 2025 σε -1,5% το 2026, καθώς η αύξηση των αμυντικών και επενδυτικών δαπανών της Γερμανίας αντισταθμίζεται από τη δημοσιονομική προσαρμογή χωρών με υψηλό χρέος, όπως η Γαλλία και η Ιταλία.
Παράλληλα, περίπου 100 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης (RRF), που αντιστοιχούν στο 0,5% του ΑΕΠ της ΕΕ, θα εξακολουθήσουν να στηρίζουν την οικονομία έως τον Αύγουστο του 2026.
Το ΔΝΤ τονίζει ότι η αβεβαιότητα γύρω από τις ενεργειακές προμήθειες απαιτεί ευέλικτη και προσαρμοσμένη μακροοικονομική πολιτική, σε συνδυασμό με μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύσουν την ανάπτυξη και την ανθεκτικότητα της οικονομίας.
Ειδικότερα, θεωρεί ότι η νομισματική πολιτική θα πρέπει να παραμείνει προσηλωμένη στη διατήρηση των πληθωριστικών προσδοκιών υπό έλεγχο, ενώ η δημοσιονομική πολιτική οφείλει να διασφαλίζει τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών, ιδίως ενόψει των αυξανόμενων μακροπρόθεσμων δαπανών.
Το Ταμείο επισημαίνει ότι τυχόν παράταση των υφιστάμενων μέτρων στήριξης για την ενέργεια ή η υιοθέτηση νέων παρεμβάσεων θα πρέπει να είναι αυστηρά στοχευμένη, προσωρινή και να διατηρεί τα σωστά σήματα των τιμών, ώστε να ενθαρρύνεται η εξοικονόμηση ενέργειας και να περιορίζονται οι αρνητικές επιπτώσεις σε άλλες οικονομίες που εξαρτώνται από εισαγόμενη ενέργεια.
Αντίθετα, το ΔΝΤ θεωρεί ότι γενικευμένα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης δεν δικαιολογούνται, καθώς θα επιβάρυναν περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά και θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ακόμη πιο αυστηρή νομισματική πολιτική για την αποτροπή δευτερογενών πληθωριστικών πιέσεων.
Μεταρρυθμίσεις για ισχυρότερη Ευρώπη
Η έκθεση υπογραμμίζει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να επιταχύνει την ενεργειακή μετάβαση και την ενοποίηση της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας, ενισχύοντας παράλληλα την ανθεκτικότητα απέναντι στους κινδύνους διακοπής των εφοδιαστικών αλυσίδων.
Το ΔΝΤ επαναλαμβάνει ότι η εμβάθυνση της ενιαίας αγοράς αποτελεί βασική προϋπόθεση για υψηλότερη ανάπτυξη, προτείνοντας την καθιέρωση ενός 28ου ευρωπαϊκού εταιρικού καθεστώτος, την ολοκλήρωση της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων και την προώθηση του ψηφιακού ευρώ, το οποίο εκτιμά ότι μπορεί να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα των ηλεκτρονικών πληρωμών και την περαιτέρω οικονομική ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Παράλληλα, καλεί σε αποκλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων, εφαρμογή των πρόσφατων εμπορικών συμφωνιών και ενίσχυση του πολυμερούς εμπορικού συστήματος που βασίζεται σε κανόνες.
Προειδοποίηση για το χρηματοπιστωτικό σύστημα
Το ΔΝΤ διαπιστώνει ότι οι συστημικοί κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα έχουν αυξηθεί μετά το ενεργειακό σοκ.
Πρώτος κίνδυνος είναι μια ενδεχόμενη απότομη επιδείνωση του διεθνούς επενδυτικού κλίματος, είτε λόγω ισχυρής διόρθωσης στις αποτιμήσεις εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης είτε λόγω νέας κρίσης στις αγορές κρατικών ομολόγων. Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι πιέσεις θα μπορούσαν να μεταφερθούν τόσο στις ευρωπαϊκές τράπεζες όσο και στα μη τραπεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (NBFIs).
Δεύτερος κίνδυνος αφορά την αυξανόμενη μόχλευση και τη χαμηλή διαφάνεια σε τμήματα της αγοράς των μη τραπεζικών χρηματοπιστωτικών οργανισμών, όπως τα επενδυτικά κεφάλαια ακινήτων και τα private credit funds, που θα μπορούσαν να μεταδώσουν πιέσεις στο τραπεζικό σύστημα.
Τρίτος κίνδυνος αποτελεί η πιθανή επιβράδυνση της οικονομίας, η οποία θα μπορούσε να αυξήσει τις επισφάλειες και να περιορίσει περαιτέρω τη χορήγηση δανείων προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Το ΔΝΤ επισημαίνει, πάντως, ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες παραμένουν συνολικά ανθεκτικές, χάρη στην ισχυρή κεφαλαιακή τους βάση, την υψηλή ρευστότητα, τα χαμηλά επίπεδα μη εξυπηρετούμενων δανείων και την αυξημένη κερδοφορία.
Παράλληλα, τονίζει ότι οι προσπάθειες απλούστευσης του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού πλαισίου δεν θα πρέπει να οδηγήσουν σε χαλάρωση των κανόνων προληπτικής εποπτείας, ενώ ζητά την πλήρη και χωρίς περαιτέρω καθυστερήσεις εφαρμογή του πλαισίου Βασιλεία III.
